Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 06:24

Η σχέση πολιτικής και αλήθειας

Η αλήθεια είχε πει ο Hegel είναι ένα γλέντι από το οποίο κανείς δεν μπορεί να μείνει ξεμέθυστος. Στα αλήθεια, στην πολιτική διαδικασία και στην ίδια την ελληνική πραγματικότητα, πολύ περισσότερο στην εποχή του μνημονίου, κατά πόσο κάποιος πολίτης μπορεί να πει ότι γίνεται μέτοχος της αλήθειας; Ή ήμαστε άραγε όλοι ξεμέθυστοι από αυτήν ή «μεθυσμένοι» από άγνοια και ατολμία;

Από τον Νικόλα Παπαναστασόπουλο*

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης συνιστά ανέκαθεν ένα καλό παράδειγμα διακρίβωσης και απάντησης σ’ αυτά τα ερωτήματα. Χρόνια τώρα, η πολιτική ηγεσία του τόπου μαζί με μια κουστωδία κομματικών και κυβερνητικών αξιωματούχων επιδιδόταν σε μια πλασματική επαγγελία ενός καλύτερου αύριο. Σε μια ουτοπική διακήρυξη που στο ανάλογο φόντο και ατμόσφαιρα χλιδής και καμαρίλας οδηγούσε σε μια εικονική πραγματικότητα. Όμως την επόμενη μέρα, μετά τα γλέντια και τις ξεχωριστές βραδιές της πολιτικής τάξης στην όμορφη συμπρωτεύουσα (!), ο ελληνικός λαός βίωνε την απόσταση που χαρακτήριζε τα λόγια από τα έργα, τις διακηρύξεις από τις πράξεις. Μελλοντικοί χρόνοι στη χρήση της γλώσσας («θα», «θα») και παρελθοντικοί χρόνοι («είχαμε», «χάσαμε»), στη φορολογία, στους μισθούς και στις συντάξεις.

Τα όμορφα λόγια είναι γνωστό ότι έρχονται βολικά σ’ αυτούς που οι ιδέες τους και τα νεφελώδη οράματά τους διαψεύδονται. Εξαίρεση, ωστόσο, αποτέλεσε ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος κάτω από το βάρος και των δικών του ευθυνών, πρόβαλλε ανάγλυφα την πραγματικότητα που μάς περίμενε. Η συνέχεια είναι γνωστή και ο τρόπος με τον οποίο μπήκαμε στο μνημόνιο, θα μάς απασχολεί για πολύ καιρό, περισσότερο στο θυμικό και όχι στο νοητικό επίπεδο. Θα αποτελεί δε έναν από τους επόμενους μύθους της ελληνικής πολιτικής ιστορίας και θα μας απομακρύνει από την αντιμετώπιση της πραγματικότητας και την πρόταξη της αλήθειας.

Ακριβώς, όμως, επειδή η πραγματικότητα παραμένει από τραγική έως κρίσιμη και ανάπαλιν, επιβάλλεται η θέασή της με πρακτικές που δεν θα παραπέμπουν σε γνωστά υλικά του παρελθόντος. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τις υποσχέσεις του Γιώργου Παπανδρέου που ξέρουμε που οδήγησαν. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την κυβίστηση του Αντώνη Σαμαρά που ωστόσο με το έργο του είχε οδηγήσει σ’ ένα (θετικό) αποτέλεσμα. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την ατελείωτη υποσχεσεολογία του σημερινού πρωθυπουργού, ο οποίος μετά τη διάλυση των πλανών και αυταπατών του, κράτησε τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως, στο επίπεδο της πραγματικότητας, ο ρεαλισμός του διέλυσε τις ιδεοληψίες, αλλά και επέβαλλε στην ελληνική κοινωνία, όλα όσα κατακεραύνωνε και δαιμονοποιούσε.

Επειδή λοιπόν κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει, καθώς η δύναμη της πραγματικότητας (πρέπει να) εξουδετερώνει τους καιροσκοπισμούς και τα πολιτικά στρατηγήματα, περιμένουμε ως νουνεχείς πολίτες και όχι ως Λωτοφάγοι να δούμε την αλήθεια των λόγων του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη ΔΕΘ.

Μένει λοιπόν να δοκιμαστεί το (νέο) αφήγημα, η πολιτική πρόταση που κατέθεσαν. Ευχή πάντως είναι να μην ζήσουμε για άλλη μια φορά το παραμύθι «του βοσκού με τον λύκο», και ότι και αυτοί είδαν την φετινή ΔΕΘ, αποκλειστικά ως παιχνίδι για την παραμονή ή την ανάρρηση στην εξουσία. Και τούτο διότι ανάλογα το ιδεολογικό πρίσμα, υποστηρίζεται ότι ο πρωθυπουργός, με τη χαρισματική του προσωπικότητα ή ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με τη διαχειριστική του δεινότητα, κέρδισαν τις εντυπώσεις, η ουσία είναι όμως αυτή που μετρά: ως προς τι περιμένει τους πολίτες, ουσιαστικά και όχι φαταλιστικά, για το μέλλον τους. Και αυτή η διαπίστωση συνιστά τον καθρέπτη για τη σχέση πολιτικής και αλήθειας. Και βαραίνει αδυσώπητα από την επόμενη μέρα που κατηφόρισαν προς την Αθήνα.

Ο Νικόλας Παπαναστασόπουλος είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το συγγραφικό του έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης

ΦΩΤΟ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ