Τετάρτη, 14 Νοέμβρη, 2018 - 09:17

Ο Φιντέλ και οι... παροχές

Η δημιουργική ασάφεια φαίνεται πως είναι και πάλι στο φόρτε της. Όταν μια υποτυπώδης ιδέα λογιστικής παντρεύεται τον ασαφή λαϊκισμό με κουμπάρο τον «σοφό λαό», όλα μπορούν να συμβούν. Και αυτή που μένει έξω από το παιχνίδι είναι η κοινή λογική, σαν απατημένη ερωμένη να χαζεύει την τελετή, αδύναμη να πράξει το οτιδήποτε δημιουργικό.

Αυτή είναι η αίσθηση που δημιουργεί η εσπευσμένη και άξαφνη παροχολογία από τον πρωθυπουργό που, δικαίως, πυροδότησε σενάρια πρόωρων εκλογών. Το ερώτημα που ηγέρθη άξαφνα ήταν σαφές σε αντίθεση με την απάντηση: «Πού βρήκε η κυβέρνηση τα χρήματα που ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι θα διαθέσει στους χαμηλοσυνταξιούχους;». Η πρώτη κι ανεπεξέργαστη απάντηση ήταν «από όλους μας». Με μια πιο εμβριθή ματιά στα οικονομικά στοιχεία, και κυρίως αυτά του προϋπολογισμού, θα διαπιστώσει κάποιος ότι ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι θα μοιράσει στη συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών το 1/3 των χρημάτων που αφαίρεσε από την ίδια κατηγορία πολιτών – διά της μεθόδου των περικοπών. Ο σκοπός των περικοπών ήταν να προκύψει πλεόνασμα, ώστε να ικανοποιηθεί ο βασικός όρος του Μνημονίου. Και ενώ το ίδιο το Μνημόνιο έδινε το δικαίωμα στην ελληνική κυβέρνηση να διανείμει ένα μέρος του πλεονάσματος υπό τη μορφή του κοινωνικού μερίσματος, η κυβέρνηση αύξησε από μόνη της το ποσοστό προκαλώντας αρχικώς την έκπληξη και δευτερευόντως τη δυσφορία.

Αλλά, για ακόμα μία φορά, η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να είναι απλώς συνεπής στις αρχές της. Συνεπής σε μια εξαιρετικά ασόβαρη σχέση με την πραγματικότητα, κυρίως τη διεθνή, καθώς το εσωτερικό τοπίο εξαρτάται πλήρως από το διεθνές. Η εμμονή της Γερμανίας για τη συμμετοχή του ΔΝΤ, εκφρασμένες δημοσίως αμφιβολίες του ΔΝΤ για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα, το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί και δεν θα ξεπεραστεί ακόμα και αν τυπικά η αξιολόγηση προχωρήσει, τα μηνύματα Τραμπ ότι ούτε λίγο ούτε πολύ «ήρθε η ώρα οι Έλληνες να πληρώσουν μόνοι τους τον λογαριασμό», είναι ενδεικτικά σημεία ενός περιβάλλοντος που αν μη τι άλλο δείχνει φανερά, πλέον, τα δόντια του.

Και εντός της χώρας; Με τα δικά του ιδεολογικά νύχια και δόντια ο πρωθυπουργός προσπαθεί να διατηρεί σφιχτοδεμένο τον ομφάλιο λώρο με την εποχή του αμπέχωνου και της αφίσας του Τσε στα εφηβικά δωμάτια και φυσικά το κατορθώνει. Πώς; Κάνοντας ολόκληρη την πολιτική σκηνή της χώρας, καθώς και σημαντικά κομμάτια της ενεργούς διανόησης, την ώρα που το μέλλον της χώρας θυμίζει Λουντέμη (Οδός Αβύσσου, αριθμός 0), να ξιφουλκεί για το εάν ο Φιντέλ ήταν επαναστάτης ή δικτάτορας. Και απολαμβάνοντας τα αγαθά του κόπου –και του ταξιδιού του– ρίχνει κλεφτές ματιές στο σόου του Καστελόριζου που όσο μακριά και αν είναι, επιβεβαίωσε εκ νέου ότι η απόσταση μεταξύ εθνικολαϊκισμού και εθνικοσοσιαλισμού, ανάλογα με τις στροφές που κάνει η Ιστορία, μπορεί και να μην είναι τόσο μεγάλη.

Συνεπής, λοιπόν, η στάση και αυτής της κυβέρνησης στη βάση που έχει χτιστεί το πολιτικό σύστημα στις τελευταίες μεταλλάξεις του. Στη βάση ενός άκρατου, απύθμενα συναισθηματικού και καταστροφικού λαϊκισμού που σέρνεται δεμένο πισθάγκωνα από την προεκλογική ουτοπία «να αποκαταστήσουμε αυτά που χάσαμε όσο γίνεται πιο γρήγορα». Και όχι να αρχίσουμε να δημιουργούμε, επιτέλους, αυτά που δεν υπήρξαν ποτέ και οδήγησαν στη βαθιά κρίση. Αυτή που σκοτώνει συνειδήσεις, ανθρώπους. Αγνοώντας, επίσης, ότι βασική αρχή του λαϊκισμού είναι ότι στο τέλος καταστρέφει αυτούς τους οποίους υποτίθεται ότι προστατεύει…