Τετάρτη, 23 Αυγούστου, 2017 - 10:32

Ευρώπη που δεν λυγίζει είναι πιθανόν να σπάσει

Οι δυσκολίες για την αλλαγή στην Ευρώπη είναι ριζωμένες στο μέγεθος και στη νομική πολυπλοκότητα της Ε.Ε.

Του Gideon Rachman*/Φωτό: Ανδρέας Αθανασόπουλος

Η ανικανότητα που δείχνει η Ευρώπη όχι μόνο να κάνει αλλά ακόμα και να σκεφτεί ριζικές αλλαγές είναι ανησυχητική για το μέλλον της. Η απάντηση στα προβλήματα είναι η ακόμα μικρότερη ευελιξία. Πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτός ο δρόμος;

Κανείς από τους δύο δε θα εκτιμούσε τη σύγκριση, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ντέιβιντ Κάμερον βρίσκονται σε αξιοσημείωτα παρόμοιες θέσεις.

Ο Έλληνας και ο Βρετανός πρωθυπουργός λένε αμφότεροι ότι έχουν εξασφαλίσει μια δημοκρατική εντολή στο εσωτερικό, προκειμένου να απαιτήσουν αλλαγές στη σχέση των κρατών τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και οι δύο ηγέτες είχαν υπολογίσει ότι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι θα προτιμήσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις τους από το να δουν την Ελλάδα να εγκαταλείπει την ευρωζώνη ή τη Βρετανία να φεύγει από την Ε.Ε. Αλλά και οι δύο ηγέτες βρίσκονται τελικά μπροστά σε ένα τείχος αντιρρήσεων από την Ευρώπη, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει και τους δύο σε μια κατάληξη που προσπαθούν να αποφύγουν – ένα Grexit κι ένα Brexit.

Και οι Έλληνες και οι Βρετανοί ανακάλυψαν ότι ένα επιχείρημα που βασίζεται στα αποτελέσματα των δικών τους εκλογών δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά στην Ευρώπη των 28 κρατών-μελών. Όταν ο κ. Τσίπρας υποστήριξε ότι έχει μία δημοκρατική εντολή για να απαιτήσει αλλαγές στην Ευρώπη, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκαγκ Σόιμπλε, λέγεται ότι απάντησε: «Κι εγώ έχω εκλεγεί».

Αλλά οι δυσκολίες για την αλλαγή στην Ευρώπη πηγαίνουν πολύ πιο μακριά από τη σύγκρουση μεταξύ δημοκρατικών εντολών από διαφορετικά κράτη. Είναι ριζωμένες στο μέγεθος και στη νομική πολυπλοκότητα της Ε.Ε. – ενός οργανισμού τόσο μεγάλου και δυσκίνητου, που είναι αδύνατον έστω και να σκεφτεί το ενδεχόμενο μιας ριζικής αλλαγής.

Οι Βρετανοί ισχυρίζονται ότι το να εξασφαλίσουν τις αλλαγές που επιθυμούν στην Ευρώπη σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και τα δικαιώματα των εθνικών κοινοβουλίων, θα απαιτήσει αλλαγή των συνθηκών – δηλαδή αλλαγή στα βασικά νομικά κείμενα της Ε.Ε. Όμως οι διαφοροποιήσεις σε συνθήκες απαιτούν συμφωνία όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε., μερικά από τα οποία θα πρέπει να διεξάγουν δημοψηφίσματα. Ακόμα και η ίδια η διαδικασία της επαναδιαπραγμάτευσης θα αποτελέσει πρόσκληση για όλα τα κράτη μέλη να εκφράσουν τις δικές τους, συχνά αντικρουόμενες, απαιτήσεις. Έτσι αντί να σκεφτεί μια τέτοια εφιαλτική προοπτική, είναι πολύ πιο εύκολο για την Ε.Ε. απλώς να αρνηθεί να κάνει αλλαγές – εκτός κι αν πρόκειται για μικρά συμβολικά θέματα.

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτή η αποστροφή έναντι της αλλαγής βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τo όποιο πιθανό κέρδος από τις μεταρρυθμίσεις οι οποίες ζητούνται. Διαφορετικές κυβερνήσεις έχουν διαφορετική άποψη για το αν οι απαιτήσεις Ελλήνων και Βρετανών είναι λογικές ή όχι. Υπάρχει π.χ. μια κάποια κατανόηση από τη Γαλλία και την Ιταλία για το ελληνικό επιχείρημα, ότι τα χρέη της χώρας δεν είναι δυνατόν να πληρωθούν κι ότι η ακόμα περισσότερη λιτότητα θα είναι αντιπαραγωγική. Υπάρχει επίσης κατανόηση στη βόρεια Ευρώπη για τα επιχειρήματα της Βρετανίας σχετικά με το κράτος πρόνοιας και την αύξηση του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων.

Αλλά, εάν βάλουμε στην άκρη τα όποια πιθανά κέρδη από τις προτάσεις Ελλάδας και Βρετανίας, η επιφυλακτικότητα στο να ανοίξει κανείς το κουτί της Πανδώρας της ριζικής μεταρρύθμισης είναι πολύ μεγάλη.

Τα προβλήματα όμως που προκύπτουν δεν είναι μόνο νομικά, είναι και πολιτικά. Η ανησυχία είναι ότι οι υποχωρήσεις που θα γίνουν σε Έλληνες ή Βρετανούς θα δημιουργήσουν αντιδράσεις, καθώς Γερμανοί και Ολλανδοί ψηφοφόροι απορρίπτουν διαγραφή του ελληνικού χρέους, ενώ οι Πολωνοί ψηφοφόροι θα εξοργιστούν με τον περιορισμό των δικαιωμάτων τους ως Ευρωπαίων μεταναστών. Και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, το γεγονός ότι ένα ριζοσπαστικό κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ ή ευρωσκεπτικιστές συντηρητικοί, όπως οι Τories, θα αποσπάσουν υποχωρήσεις από την υπόλοιπη Ευρώπη, θα αυξήσει την απήχηση παρόμοιων κομμάτων σε όλη την ήπειρο, κάνοντας την Ε.Ε. ακόμα πιο δύσκολη στη διαχείρισή της.

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, κάποιες πρωτεύουσες κλειδιά στην Ευρώπη, ειδικότερα στη Γερμανία, είναι πιο πρόθυμες να σκεφτούν ένα Grexit και ένα Brexit από ό,τι νομίζουν Έλληνες και Βρετανοί.

Η γερμανική κυβέρνηση λέει εδώ και καιρό ότι η ευρωζώνη θα αντέξει μια ελληνική έξοδο από το ευρώ. Ενώ για παράδειγμα η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ, φαίνεται ακόμα να προσπαθεί να κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη για γεωπολιτικούς λόγους, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκαγκ Σόιμπλε τώρα φαίνεται να κλίνει προς την άποψη πως η Ελλάδα πρέπει να αφεθεί να φύγει, πιστεύοντας ότι αυτό θα έχει μία ευεργετική επίδραση στα υπόλοιπα μέλη της Ευρωζώνης. Είτε συμβεί λοιπόν ένα Grexit είτε όχι, η Γερμανική συλλογική άποψη για το μάθημα από την ελληνική κρίση είναι το εξής: η Ευρώπη πρέπει να γίνει ακόμα λιγότερο ευέλικτη, και η ευρωζώνη χρειάζεται σκληρότερους κανόνες με αυστηρότερη εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένης και της πιο στενής επιτήρησης των εθνικών προϋπολογισμών από τις Βρυξέλες.

Το βρετανικό πρόβλημα είναι βέβαια λιγότερο επείγον από το ελληνικό και απαιτεί λιγότερα χρήματα, ωστόσο, μία παρόμοια γερμανική προσέγγιση έχει αρχίσει ήδη να διαφαίνεται. Πέρασα μέρος της περασμένης εβδομάδας στη Γερμανία, στο συνέδριο του Konigswinter, το οποίο φέρνει σε επαφή Γερμανούς και Βρετανούς decision makers εδώ και 65 χρόνια.

Η ατμόσφαιρα στο Konigswinter ήταν όπως πάντα φιλική και θερμή. Ο Markus Ederer, Γ.Γ. του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, είπε στους βρετανούς επισκέπτες: «Η Γερμανία θα κάνει πολλά για να υποστηρίξει, ή ακόμα και να βοηθήσει το Λονδίνο, αλλά δε θα κάνει τα πάντα». Το να επιτραπεί στα κράτη της Ε.Ε. να διαλέγουν ποιες από τις αρχές της θα ακολουθήσουν, θα «περιόριζε την ισχύ της Ε.Ε., ίσως ακόμα περισσότερο από το να συνεχίσουμε με μια μικρότερη και συνεκτικότερη Ένωση». Αυτό ακούστηκε σαν μια σιωπηλή, αλλά άμεση προειδοποίηση στη Βρετανία, ότι το Βερολίνο είναι έτοιμο να δει τη Μεγάλη Βρετανία να αποχωρεί από την Ε.Ε., αν είναι να διακινδυνεύσει την εσωτερική συνοχή της Ένωσης.  

Η σκληρή προσέγγιση της Γερμανίας είναι βασισμένη σε μία ρεαλιστική εκτίμηση για το πόσο δύσκολο θα είναι να υπάρξουν μεταρρυθμίσεις σε 28 κράτη μέλη, αλλά είναι και μία βαθιά αποστροφή έναντι της προοπτικής να αντιστραφεί η διαδικασία ενοποίησης της Ε.Ε.

Αποτελεί όμως κι ένα ανησυχητικό σχόλιο πάνω στην ανικανότητα της Ε.Ε. να απαντά σε μεταβαλλόμενες συνθήκες, είτε όταν πρόκειται για μία ύφεση 25% της ελληνικής οικονομίας, είτε πρόκειται για την απροσδόκητη μετανάστευση εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα στην Ε.Ε. Αυτή η αποτυχία της στο να είναι ευέλικτη έναντι μεταβολών είναι επικίνδυνη.

Μία Ευρώπη που δεν μπορεί να λυγίσει είναι πολύ πιο πιθανόν να σπάσει.  

*O Gideon Rachman είναι αρθρογράφος στους Financial Times