Σάββατο, 24 Αυγούστου, 2019 - 09:23

Καζαντζάκης: Απροσκύνητος και αγέρωχος

«Τον Άνθρωπο, τον Άνθρωπο συλλογούμαι, ας είναι Τούρκος. Έλληνας, Οβραίος ό,τι θέλει. Να τόνε σώσουμε».

Όλη η ζωή του Καζαντζάκη ήταν ένας πνευματικός ανήφορος, ερημία και γκρεμός. Έτσι είχε επιλέξει ο ίδιος την πορεία του προς τον Θεό. Ανηφορική, κακοτράχαλη, μέσα στην αυστηρή σιωπή της μοναξιάς του αφήνοντας μακριά του τις πεζότητες των ανθρώπων. Αδιαφόρησε για τα μέτρα της εποχής του, αρκεί που ανέπνεε έναν αέρα ελεύθερο∙ αέρα γεμάτο παραφροσύνη και θάνατο. Του αρκούσαν τα όνειρά του και τα ταξίδια του. Και πώς γινόταν να μην πολεμηθεί αδυσώπητα όσο κανείς άλλος, όταν δεν κατέβαζε τη σκέψη του στις καθημερινές στερεοτυπίες; Κι όμως, όσο κι αν «κακολόγησε» τον Θεό και τον άνθρωπο, λάτρεψε και τους δύο όσο κανείς άλλος. Με τον δικό του τρόπο. Απροσκύνητα και ελεύθερα. Ήθελε να εξυψώσει τον άνθρωπο στο μέγεθος του Θεού «να μπορεί να κινήσει βουνά». Ήθελε να καταβιβάσει τον Θεό στα βήματα των ανθρώπων για περισσότερη δικαιοσύνη, «να μοιράζεται δίκαια η ευτυχία και το ψωμί». Ήθελε να γίνει ο ίδιος Θεός…

Στην εποχή του Καζαντζάκη (1883 – 1957) οι «επαΐοντες» των γραμμάτων δεν είχαν το πνευματικό σθένος να διαγνώσουν την άβυσσο και το μέλλον που στόχευε με τη γραφίδα του ο Κρης διανοούμενος. Και να που σήμερα η κρίση που βιώνουμε, σχεδόν πενήντα οκτώ χρόνια από τον θάνατό του, και μεταφρασμένος στο μεταξύ σε 40 γλώσσες, έρχεται να επιβεβαιώσει τραγικά τη σκέψη του στην «Ασκητική» του, «θα αναζητηθεί ο Θεός μέσα από την πείνα», «Καινούρια θεμέλια, φωνάζω στον Θεό, θέμε καινούρια θεμέλια, Κύριε, για το καινούριο χωριό μας. Όχι πια αδικίες∙ ή όλοι να πεινούν και να κρυώνουν ή όλοι να τρων και να ντύνονται. Δεν μπορούμε, Κύριε, να βάλουμε δικαιοσύνη στον κόσμο;». Σκέψεις και φράσεις που ήταν αρκετές να ανοίξουν τον ασκό του Αιόλου για να κατηγορηθεί στα χρόνια του από τους εμπόρους του χριστιανοπατριωτισμού ως «άθεος» και «κομμουνιστής». Κι όμως, όποιος εμβαθύνει σε ολόκληρο το έργο του, διαβάζοντάς το με ανοιχτό μυαλό και κυρίως με ανοιχτή ψυχή, θα διαγνώσει ένα βαθύ λάτρη του πανανθρώπινου λόγου του Χριστού και ένα φιλελεύθερο επαναστάτη – αναζητητή. Ίσως ο Καζαντζάκης να έζησε σε λάθος εποχή. Η σκέψη του, που προκάλεσε αντιδράσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, ήρθε σε μια περίοδο αμέσως μετά τον Εμφύλιο που βρήκε την Ελλάδα διηρημένη σε δύο στρατόπεδα. Αναπόφευκτα, δυστυχώς, η εργογραφία του εντάχτηκε στην ψυχρή λογική του «άσπρου – μαύρου», «προδότες – πατριώτες». Επόμενο ήταν να συναντήσει την μήνιν των μεν και τον δε. Αλλά, νομίζω, και σήμερα, αν ζούσε κι έγραφε ο Καζαντζάκης, πάλι δεν θα τον «σήκωνε» η κοινωνία. Πάλι ο απροσκύνητος λόγος του θα σκόνταφτε στους πολιτικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που μονοπωλούν και εμπορεύονται για λογαριασμό τους την κοινωνική ευαισθησία και τον πατριωτισμό. Άνθρωποι σαν τον Καζαντζάκη, που δεν εμπεριέχονται σε στρατευμένα κλισέ και συμβατικά σχήματα, εντάσσονται στην κατηγορία των περιθωριακών και των αιρετικών του συστήματος και αποβάλλονται. Και τότε το κατεστημένο της εποχής τον ενέταξε στους αποσυνάγωγους, με τον Καζαντζάκη να σημειώνει σε γράμμα του στο φίλο του Πρεβελάκη, απογοητευμένος: «Οι άνθρωποι στην Ελλάδα είναι ακόμη ολότελα απροετοίμαστοι να ακούσουνε μια ιδέα και να ταραχτούν. Είναι μικροί, εμποράκοι, δασκαλάκοι, άναντροι».

«Κομμουνιστής»;

Το πολιτικά δογματικό ΚΚΕ ποτέ δεν αποδέχτηκε τον «κομμουνιστή» Καζαντζάκη, ίσως επειδή η πνευματική - πολιτική του αφετηρία ήταν από την εθνικιστική ιδεολογία του εξτρεμιστή Μπαρές. Ίσως, επειδή δεν είχε ενταχθεί στις τάξεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ή στον ΔΣΕ. Ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό έργο «Αναφορά στον Γκρέκο» είχε δώσει τις εξηγήσεις του, αλλά δύσκολα, βλέπετε, εισακούεται κανείς όταν απευθύνεται σε μονολιθικούς ανθρώπους των οποίων ο δογματισμός φουσκώνει τις φλέβες τους και κατεβαίνει βαριά μέχρι τα βλέφαρα των ματιών. Ο Καζαντζάκης έδινε τις μάχες του με τον τρόπο που κατείχε καλύτερα. Με το πνεύμα του, το χαρτί, το μελάνι και τα είκοσι τέσσερα γράμματα της αλφαβήτου. Με αυτά, έλεγε, «παλεύουμε, κηρύσσουμε επιστράτευση, σηκώνουμε στρατό». Και σε όσους δογματικούς της «εθνικόφρονος» όχθης τον ενέταξαν στον κομμουνισμό –εξ αφορμής της φράσης του (και όχι μόνο) «Όλοι είμαστε κομμουνιστές», όταν επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση– την καλύτερη απάντηση νομίζω έδωσε μία από τις μεγαλύτερες πνευματικές μορφές της Αριστεράς, η Έλλη Αλεξίου, αδελφή της Γαλάτειας Καζαντζάκη, πρώτης συζύγου του Κρητικού συγγραφέα. Η Έλλη Αλεξίου, που ήξερε από «πρώτο χέρι» τον Καζαντζάκη, είχε πει: «Ο Νίκος δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής. Για τον απλούστατο λόγο γιατί ποτέ κανείς κομμουνιστής δεν τον είπε κομμουνιστή».

Γεγονός, ωστόσο, είναι ότι ο Καζαντζάκης ως πνευματικός αναζητητής και οδοιπόρος έκανε μια δεκαετή «στάση» στα ιδεολογήματα του κομμουνισμού, επίσημα προσκεκλημένος μάλιστα δύο φορές του καθεστώτος της Σοβιετίας. Και μπορεί το 1925 να πίστευε ότι η απόλυτη ελευθερία, η απόλυτη δικαιοσύνη θα έρχονταν από τη Ρωσία, γκρεμίζοντας η επανάσταση των μπολσεβίκων τον παλιό και σάπιο πολιτισμό, εν τούτοις, τρία χρόνια αργότερα, επιστρέφοντας από τη Σοβιετική Ένωση, ξεκινά τα πρώτα βήματα της αποστασιοποίησής του. Σε ομιλία του στην Αθήνα, για τα 10 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, στο θέατρο «Αλάμπρα», στις 11 Ιανουαρίου 1928, υπογραμμίζει: «Δεν βρήκα στη Ρουσία μήτε τον Παράδεισο, όπως διαλαλούσαν οι απλοϊκοί από τους κομμουνιστές, μήτε την Κόλαση, όπως εβεβαίωναν οι χαιρέκακοι και τρομαγμένοι αστοί». Και αργότερα θα παραδεχτεί: «Από το 1923 – 1933 περίπου περνούσα την ίδια συγκίνηση και φλόγα στην αριστερή παράταξη, αλλά ποτέ κομμουνιστής, καθώς ξέρετε, την πνευματική αυτή ψώρα δεν την έπαθα». Σε επιστολή του, δε, το 1928 στην Ελένη Σαμίου (στη μετέπειτα δεύτερη σύζυγό του) σημειώνει: «Τις ιδέες μου για τον κομμουνισμό τις ξέρετε και τις διατύπωσα κατά τρόπο δύσκολο, μα λαγαρό τρόπο στην “Ασκητική”. Δεν είμαι επιπόλαιος, μήτε στενοκέφαλος, μήτε μαρξιστής… Η δουλειά μας στη Ρουσία δεν θα μας επιβάλει καμία σκλαβιά και μήτε είμαστε όργανα κανενούς». «Είμαι μια ηθική συνείδηση και τίποτε άλλο», συνήθιζε να λέει ο Καζαντζάκης, «δεν ανήκω σε μια ιδεολογία. Για αυτό μπορώ να βλέπω καθαρά. Όταν ανήκεις σε κάποιο κόμμα, δεν βλέπεις καθαρά. Κι αν βλέπεις καθαρά, δεν μπορείς ν’ ανήκεις σε κόμμα» (από το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου «Για να γίνει μεγάλος»). Και σ’ ένα από τα 400 γράμματα που είχε αποστείλει στο φίλο του Πρεβελάκη, κατέληγε στο εξής συμπέρασμα: «Εκείνοι που θα δημιουργήσουν τη νέα Kultur δεν είναι οι κομμουνιστές. Ποτέ οι κατώτερες τάξεις απ’ ένα σύνολο, επαναστατώντας και ρίχνοντας τους αφέντες, δεν δημιούργησαν πολιτισμό, ποτέ δεν έφεραν δηλαδή ένα εντελώς νέο σπόρο. Μονάχα βελτίωσες στον παλιό ρυθμό».

Αυτά περί του μύθου, γιατί περί μύθου πρόκειται, ότι ο μεγάλος συγγραφέας ήταν κομμουνιστής. Ένας μύθος που εξυφάνθηκε από έναν ακραίο συντηρητισμό και που στέρησε όμως από τον Καζαντζάκη το βραβείο Νομπέλ, και από τη χώρα μας μια ακόμη ανώτατη διάκριση στο χώρο των γραμμάτων.

Θεέ μου, κάνε με Θεό!

Ο Καζαντζάκης ως πνευματικός αναζητητής και επαναστάτης ανασκάλευε το νέο κόσμο, περιδιαβαίνοντας όλο το φάσμα των πολιτικών τάσεων και ρευμάτων της εποχής του. Ήταν σαν τη μέλισσα που κέντριζε όλα τα άνθη (του κακού ή του καλού), αναζητώντας το νέκταρ μιας νέας αρχής. Και έκανε πολλές «στάσεις». Μια «στάση» ήταν ο κομμουνισμός. Και μια άλλη «στάση», πρωτύτερα της πρώτης ήταν ο μεγαλοϊδεατισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός. Το παραδέχτηκε και ο ίδιος, «έως το 1923 περνούσα όλος συγκίνηση και φλόγα τον νασιοναλισμό. Ίσκιο που ένιωθα δίπλα μου ο Δραγούμης».

Γεγονός είναι ότι η ιδεολογική αφετηρία του Καζαντζάκη ήταν η εθνικιστική ιδεολογία του Μπαρές. Πολιτικό ίνδαλμά του απετέλεσε ο προσωπικός του φίλος, ο ελληνοκεντρικός Ίων Δραγούμης, τον οποίο θεωρούσε «ως τον ιεραπόστολο της ελληνικής φυλής, που προκρίνει την έμπρακτη δράση για την επίτευξη των πατριωτικών πόθων». Στη συνέχεια ασπάστηκε τον μεγαλοϊδεατισμό του Βενιζέλου. Στην πορεία ενθουσιάστηκε από τον εθνικοσοσιαλισμό του Μουσολίνι και τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας συνεργάστηκε προς βιοπορισμό με έντυπα του καθεστώτος, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο «ΑΒΓ». Πάνω στον ενθουσιασμό του έστειλε την «Οδύσσειά» του (33.333 στίχους, σε περίπου 2.000 σελίδες!) στον Ιωάννη Μεταξά. Ο τελευταίος του έγραψε ευχαριστήριο γράμμα, με θαυμασμό για το έργο του και την πατριωτική του στάση.
Όμως, ο Καζαντζάκης, αφού προσπέρασε και το στάδιο ενστερνισμού της μαρξιστικής θεώρησης –με μια ακόμη ενδιάμεση «στάση» στον Βουδισμό– εγκαταλείπει όλες τις ιδεολογίες και ρεύματα και αναζητά τη λύση στην ψυχή.

Ως Έλληνας Νίτσε σπάει το φράγμα της «βελάζουσας μάζας» και θα πει: «Τώρα περνώ το τρίτο –θα ’ναι το τελευταίο στάδιο; Το ονομάζω ελευθερία. Κανένας ίσκιος, μονάχα ο δικός μου, μακροντέμπλικος, μαύρος, ανηφορίζοντας. Απαλλάχτηκα από κόκκινα ή άλλα χρώματα, έπαψα να ταυτίζω την τύχη της ψυχής μου –τη σωτηρία μου– με την τύχη οποιασδήποτε ιδέας. Ξέρω πως οι ιδέες είναι κατώτερες από μια δημιουργική ψυχή». Και όπως απέδειξε η συνέχεια της πνευματικής επαναστατικής αναζήτησής του, ορθά είχε αναρωτηθεί εάν το τρίτο στάδιο θα ήταν το τελευταίο. Γιατί όντως δεν ήταν. Συνέχισε τον αγαπημένο του δρόμο, τον ανήφορο όπως έλεγε, στοχεύοντας ακόμη πιο ψηλά. Στο άπειρο. Επιχειρεί να σώσει τον Θεό, να εξανθρωπίσει τον Θεό, να απελευθερώσει από τα σπλάχνα του ανθρώπου τον φυλακισμένο Χριστό, να γίνει ο ίδιος Θεός. «Θεέ μου, κάνε με Θεό», προσευχόταν ο Καζαντζάκης, «να σώσουμε τον άνθρωπο». Εισχώρησε στα βαθιά σκοτάδια της καρδιάς και της ψυχής, αναζητώντας την απόλυτη ελευθερία. Την απόλυτη υπέρβαση. «Πού πάμε; Θα νικήσουμε;» αναρωτήθηκε στην «Ασκητική» του, και έδωσε ο ίδιος την απάντηση αλλά και το σύνθημα: «Μη ρωτάς. Πολέμα!». Μεσόστρατα φαίνεται πως ηττήθηκε. Πιο πέρα από την ύλη και το πνεύμα δεν βρήκε τις ιδανικές αξίες, και στην εμφύλια διαμάχη του εσωτερικού κόσμου του, αλλά και του πολιτικού κόσμου της εποχής του, στο έργο του «Αδερφοφάδες» θα αναφωνήσει το γνωστό «δεν φοβάμαι τίποτε, δεν ελπίζω τίποτε, είμαι λεύτερος».

Η «αθεΐα» του

Ένας άλλος μύθος που σημάδεψε τη ζωή του Καζαντζάκη ήταν ότι υπήρξε άθεος, και αυτός ο μύθος συνοδεύτηκε με ένα άλλο μύθευμα, αυτό περί του αφορισμού του από την Εκκλησία. Είναι γεγονός ότι η Εκκλησία της Ελλάδας υπήρξε απηνής διώκτης του, ζητώντας την απαγόρευση κυκλοφορίας ή την κατάσχεση των βιβλίων του. Το ίδιο και η κυβέρνηση, με τον Αλέξανδρο Παπάγο να τον αποκαλεί «κόκκινο φίδι». Όμως ουδέποτε η Εκκλησία προχώρησε στον αφορισμό του Καζαντζάκη, όσο κι αν ήταν στις επιδιώξεις της. Σε αυτό συνετέλεσαν δύο ισχυρότατες θρησκευτικές και πολιτικές προσωπικότητες της εποχής. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας και η βασίλισσα Φρειδερίκη.

Όταν στον Αθηναγόρα έφθασαν οι εισηγήσεις περί αφορισμού του συγγραφέα (η Εκκλησία της Κρήτης υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο), ο πεφωτισμένος στο πνεύμα Πατριάρχης απάντησε: «Τι είναι αυτά που ακούω για τον Καζαντζάκη; Εγώ έχω τα βιβλία του στη βιβλιοθήκη μου και τα διαβάζω καθημερινά». Και οι εισηγήσεις απορρίφθηκαν…

Το 1955, όταν είχε ξεσπάσει ο μεγάλος θόρυβος για τον Καζαντζάκη, με την Ιερά Σύνοδο να έχει αποστείλει στην Εισαγγελία έγγραφο με το οποίο ζητείτο η κατάσχεση των βιβλίων «Ο Τελευταίος Πειρασμός», «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», ο «καπετάν Μιχάλης», ο Καζαντζάκης ζούσε στην Αντίμπ της Γαλλίας. Ο εκδότης του συγγραφέα, Γιάννης Γουδέλης, σημείωσε για την περίοδο αυτή: «Ετοιμαζόταν πλέον ο αφορισμός, αλλά ο Καζαντζάκης είχε την τύχη να περνάει από τη Γαλλία η ισχυρότερη γυναίκα της Ελλάδας, η Φρειδερίκη. Ήταν φίλη της Μαρίας Βοναπάρτη, που είχε παντρευτεί, ως γνωστόν, τον Γεώργιο τον μουστακλή, τον άλλοτε ύπατο αρμοστή της Κρήτης. Μ’ αυτόν είχε φιλίες ο Καζαντζάκης και με τη Μαρία Βοναπάρτη, στην οποία είναι αφιερωμένος «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Τον κάλεσε λοιπόν η Βοναπάρτη τον Καζαντζάκη, ότι ήταν επιθυμία της βασιλομήτορος να τον γνωρίσει, και μια ολόκληρη νύχτα στο “Σεντρούμ” ο Καζαντζάκης γοήτευσε τη Φρειδερίκη, συζητήσανε, φωτογράφοι και από το Παρίσι και από παντού τους είχαν βγάλει φωτογραφίες και μια από αυτές έφτασε στην Αθήνα. Οπότε, όταν είδαν τη Φρειδερίκη με τον Καζαντζάκη, κόπηκαν όλοι. Δεν τόλμησε να μιλήσει κανείς και ο “Τελευταίος Πειρασμός” κυκλοφόρησε άνετα».

Αυτός, λοιπόν, ήταν ο Καζαντζάκης, του οποίου ο ακοίμητος αγώνας ήταν να σωθεί ο Θεός και ο άνθρωπος. Στο βιβλίο του «Γεννήθηκε για τη δόξα» (εκδόσεις Καστανιώτη, 1983), που συνυπογράφει με την Ε. Αλεξίου, ο Γιώργος Στεφανάκης σημειώνει: «Το έργο του έχει τρίσβαθα χωμένες τις ρίζες του στη ματωμένη γη της ελληνικής Ιστορίας. Μέσα στο έργο του Καζαντζάκη προβάλλει η αλύγιστη ψυχή της Ρωμιοσύνης μ’ όλη την αγωνιστική της υφή. Ήταν μια τραγική φυσιογνωμία. Είχε πολλούς εχθρούς. Ανθρώπους και ιδέες. Δεν είχε συμφιλιωθεί ποτέ με τον κομμουνισμό, δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής με την ορθόδοξη έννοια του κόμματος, αλλά δεν υπήρξε και ο τύπος του αστού ουμανιστή, του γραφιά του κατεστημένου, του απολιθωμένου μέσα σ’ ένα προσωπείο. Τον εαυτό του τον είχε τάξει στην τέχνη, σε καμιά ιδεολογία και σε κανένα κόμμα. Και στο βωμό της τέχνης δεν λογάριασε θυσίες, γίνηκε ολοκαύτωμα».