Πέμπτη, 19 Ιουλίου, 2018 - 19:03

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση

Η πολιτική ασύλου της καγκελαρίου Μέρκελ αποδείχτηκε δύσκολα εφαρμόσιμη στην πράξη, κυρίως λόγω του μεγέθους των προσφυγικών-μεταναστευτικών ροών, αλλά και των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων σε Παρίσι και Βρυξέλλες που δημιούργησαν ανησυχίες και ανέδειξαν τις σκέψεις για κλείσιμο των συνόρων.

Του Μιχάλη Έρνεστ*

Η Ελλάδα απειλήθηκε με κάποιας μορφής προσωρινή έξοδο από τη Συνθήκη Σένγκεν και κυρίως βρέθηκε αντιμέτωπη με σταδιακό εγκλωβισμό σημαντικού αριθμού μεταναστών στο έδαφός της μετά το κλείσιμο των συνόρων της FYROM. Ασφαλώς μια τέτοια απόφαση (κλεισίματος συνόρων) ελάχιστα συμβάλλει στη διαχείριση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής κρίσης, αλλά η επικρατούσα αντίληψη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι αυτή της μετάθεσης ευθυνών και της ανέγερσης φρακτών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξαν σοβαρές καθυστερήσεις και παραλείψεις από ελληνικής πλευράς, τόσο λόγω του μεγάλου αριθμού αφίξεων και της έλλειψης προσωπικού και εξοπλισμού, όσο και λόγω της οικονομικής κρίσης και των αδυναμιών της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Διάφορες άστοχες δηλώσεις υπουργών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνέτειναν στη διόγκωση του προβλήματος. Υπάρχει όμως και μια δικαιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης από ελληνικής πλευράς, λόγω της μετεγκατάστασης (relocation) μόνο 800 ατόμων (241 από την Ελλάδα), όταν η σχετική δέσμευση της Ε.Ε. αφορά ένα σύνολο 160.000 και η μηνιαία στόχευση ανέρχεται στον αριθμό των 6.000 προσώπων!

Οι προτεραιότητές μας θα πρέπει να είναι η υποβολή επεξεργασμένων και ρεαλιστικών προτάσεων για έλεγχο των μεταναστευτικών ροών και διατήρηση της ζώνης Σένγκεν, αντιμετώπιση της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας και ριζοσπαστικοποίησης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και η εμπέδωση της αντίληψης ότι η Ευρώπη έχει την ηθική υποχρέωση να προσφέρει άσυλο σε έναν σημαντικό αριθμό προσφύγων, χωρίς όμως απεριόριστη πρόσβαση οικονομικών μεταναστών στο δικαίωμα αυτό. Στο πλαίσιο αυτό, μια αποτελεσματική πολιτική διαχείρισης των προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (1) προσπάθειες τερματισμού της συριακής σύγκρουσης, (2) παροχή βοήθειας στις γειτονικές χώρες (Ιορδανία, Λίβανο, Τουρκία), (3) παροχή κινήτρων στην Τουρκία για να συγκρατήσει τις ροές και να δεχθεί τις επιστροφές μεταναστών, (4) αποτελεσματική φύλαξη των ευρωπαϊκών εξωτερικών συνόρων με ενισχυμένη ευρωπαϊκή δύναμη προσωπικού και μέσων (Ευρωπαϊκή Ακτοφυλακή, Eurosur), (5) εφαρμογή των αποφάσεων για μετεγκατάσταση των προσφύγων σε όλες τις χώρες της Ε.Ε., (6) παροχή πρόσθετης βοήθειας στην Ελλάδα, (7) πολιτικές ένταξης.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη χώρα μας, χρειάζεται να μειώσουμε την ελκυστικότητα του ελληνικού «διαδρόμου», μέσω διαφόρων «φίλτρων». Η συνεργασία της Τουρκίας –μη ορατή προς το παρόν– είναι αναγκαίος όρος. Αλλά η Άγκυρα χρειάζεται κάποια κίνητρα. Η σταδιακή απελευθέρωση των θεωρήσεων για Τούρκους πολίτες δεν θα προκαλέσει μαζικές μετακινήσεις προς την Ε.Ε., ενώ σε αντάλλαγμα για την οικονομική υποστήριξη η Τουρκία θα πρέπει να πλήξει τα κυκλώματα διακινητών και να επαναφέρει τις θεωρήσεις για τους Μαροκινούς και άλλες εθνικότητες. Αλλά τα κεντρικά στοιχεία θα πρέπει να είναι η υλοποίηση των συμφωνιών επιστροφής μεταναστών και η δημιουργία κέντρων υποδοχής σε τουρκικό έδαφος με δυνατότητα απευθείας μετεγκατάστασης (relocation) σε χώρες της Ε.Ε. Η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής (αναβάθμιση του FRONTEX) με εκτεταμένες αρμοδιότητες και διαρκή συνεργασία με τις ελληνικές αρχές και υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Η συμβολή του ΝΑΤΟ στην ανάσχεση των μεταναστευτικών ροών από την Τουρκία δεν θα πρέπει να δημιουργεί υψηλές προσδοκίες. Σε αντίθεση με την άλλη μεσόγεια μεταναστευτική διαδρομή, από τη Λιβύη προς την Ιταλία, όπου λόγω αποστάσεων οι διακινητές χρησιμοποιούν μεγαλύτερα πλοία, στο Αιγαίο οι μικρές αποστάσεις των νησιών από τα τουρκικά παράλια επιτρέπουν τη χρήση μικρών σκαφών και φουσκωτών λέμβων, τα οποία συνήθως υπερφορτώνονται από τους διακινητές. Από τη στιγμή που τα σκάφη αυτά ξεκινούν από τις τουρκικές ακτές, ακόμη κι αν εντοπιστούν από τα νατοϊκά πλοία, δεν μπορούν να αναγκαστούν να επιστρέψουν στα σημεία αναχώρησης χωρίς απώθηση, η οποία είναι παράνομη και θα αύξανε θεαματικά τον αριθμό των θυμάτων των ναυαγίων.

Τελικά, όσο επιτυχημένες και αν αποδειχθούν οι προσπάθειες, το φαινόμενο δεν θα είναι παροδικό, καθώς δύσκολα θα καταστεί δυνατός ο επαναπατρισμός σημαντικού αριθμού μεταναστών, από αυτούς που σχεδόν αναπότρεπτα θα εγκλωβιστούν σε ελληνικό έδαφος. Απαιτείται οργανωμένη προσπάθεια άμεσης εκταμίευσης πόρων και ανάπτυξης υποδομών για την υποδοχή και προσωρινή διαμονή μεταναστών που δεν δικαιούνται ασύλου και να κοστολογηθεί επακριβώς η επιβάρυνση για την ελληνική οικονομία, με στόχο την υποβολή αιτημάτων αποζημίωσης από την Ε.Ε. Θα πρέπει, παράλληλα, να ετοιμαστεί μια πολιτική ένταξης περιορισμένου αριθμού μεταναστών, στη βάση συγκεκριμένων κριτηρίων, με στόχο την αποφυγή κοινωνικών εντάσεων και την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, παρά το ότι οι κλειστοί χώροι υποδοχής θα πρέπει να αποτελέσουν μέρος της «εργαλειοθήκης» των ελληνικών αρχών, η χώρα δεν πρέπει να καταστεί μακροπρόθεσμα το ευρωπαϊκό στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών.

*Ο Μιχάλης Έρνεστ είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών