Παρασκευή, 25 Μαΐου, 2018 - 17:06

Λίγη κανονικότητα επιτέλους

«Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δεν θα ’χει αλλάξει εκείνο αλλά το μυαλό μας. Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας».
                     Οδ. Ελύτης, «Εν λευκώ»

Αν μη τι άλλο, ζούμε μια περίοδο όπου η γενικότερη κατάπτωση –και όχι μόνο της οικονομίας– αλλάζει με τη γνωστή βία την καθημερινότητα. Από το 2009, όταν η οικονομική κρίση άρχισε να τρώει τις σάρκες της ελληνικής κοινωνίας, αυτό που άρχισε να καταρρέει μαζί με όλα τα άλλα ήταν η αίσθηση της ασφαλούς κανονικότητας στις ζωές όλων μας. Αυτή χάθηκε, πάει. Έχει μείνει μόνο μια άμορφη σκιά της να παίζει το ρόλο μιας νοσταλγικής ανάμνησης. Είναι ένα μικρό κομμάτι της εξολοθρευτικής πολυπλοκότητας που παρασύρει ανθρώπους, οικογένειες, κόμματα, ιδεολογίες στον καταρράκτη της μετάλλαξης. Και εδώ είναι που χρειάζεται η μεγαλύτερη προσοχή: Να μη νομιμοποιηθεί η κατάπτωση.

Η εικόνα των καλεσμένων του πρωθυπουργού «για ένα ποτό» στο Μέγαρο Μαξίμου θα πρέπει να γίνει case study στις σχολές Πολιτικών Επιστημών. Με κύριο ερώτημα, όχι την αισθητική – αν και αυτή είναι πυλώνας κάθε ιδεολογίας– αλλά με το απολύτως πολιτικό ερώτημα: «Σε ποιον ανήκει το γραφείο του πρωθυπουργού στο Μέγαρο Μαξίμου;». Διότι αυτό ανήκει σε όλες τις κοινοβουλευτικές ομάδες και όχι σε μία, την κυβερνητική. Γι’ αυτές τις μαζώξεις υπάρχουν οι ειδικές αίθουσες στο κτίριο της Βουλής.

Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού θεωρείται ενδεικτική της άποψης που φαίνεται να κυριαρχεί. Και δεν είναι άλλη από τη λογική της «κατάληψης». Εκατό τόσοι άνθρωποι, ενδεδυμένοι ως καλεσμένοι σε γάμο ξαδέρφου στο χωριό, μέλη και συνοδοί μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, πέρασαν την πύλη του Μεγάρου Μαξίμου, για να τα πουν και να πιουν με τον πρωθυπουργό.

Παράταιροι ήρωες σε ένα σίριαλ όπου ουδέποτε φαντάζονταν ότι θα έπαιζαν. Αλλά και αυτό μια ανοικτή κοινωνία θα μπορούσε να ξεπεράσει εύκολα. Με τη διαφορά ότι, όπως παρατηρείται, η ελληνική κοινωνία τείνει να κλείνει ολοένα και περισσότερο. Να της επιβάλλονται ταξικά γυαλιά ενώ άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν ξεπεράσει αυτά τα ιδεολογικά ταμπού δεκαετίες τώρα. Και αυτό είναι ένα από τα σημαντικά προβλήματα.

Δεν αρκεί η ταξική εργαλειοθήκη της κυβέρνησης για να μπορέσει αυτή η κοινωνία να κοιτάξει μπροστά. Τα αντάρτικα τραγούδια που λέγεται ότι ακούστηκαν στη σύναξη του Μεγάρου Μαξίμου, δεν καθαρίζουν τα γυαλιά όρασης της πραγματικότητας. Τα θολώνουν επικίνδυνα. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει άνθρωπος –πλην φωτεινών ηγετικών φυσιογνωμιών παγκοσμίως– που να έχει κληθεί να διαχειριστεί εξουσία και να μην έχει κάνει λάθη.

Αλλά η παλέτα των μικροκομματικών επιδιώξεων έχει πολλά χρώματα. Είναι αφύσικο ο πρωθυπουργός της Ελλάδας να έχει χρόνο για να συναντήσει το ηγετικό σχήμα της Εκκλησίας, τους ανώτατους δικαστικούς και για τους συνταξιούχους να έχει δακρυγόνα. Και να επιμένει στα λάθη, ακόμα και σε αυτά της επικοινωνίας στην οποίαν θεωρείται «καλός».

Είναι, πλέον, φανερό ότι ο πρωθυπουργός, όχι μόνο έχει ανακρούσει πρύμναν σε όλα όσα είχε προεκλογικώς υποσχεθεί και λόγω αυτών κατόρθωσε να υπερνικήσει τις εκλογές, αλλά αναζητεί διακαώς νέο ρόλο, νέα ταυτότητα, γενικώς νέα υπόσταση, σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, ώστε να επιδιώξει την πολιτική του επιβίωση στη μετά ΣΥΡΙΖΑ εποχή.

Ο άκρατος λαϊκισμός, όμως, στον οποίον έχει περιπέσει το πολιτικό σύστημα με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ, εξελίσσεται σε επικίνδυνο φαινόμενο. Μοιάζει με χορό χαζοχαρούμενων ημιθανών γύρω από το πτώμα της πολιτικής και των ιδεών.

Αναζητείται, επειγόντως, επιστροφή σε μια κάποια κανονικότητα. Μια από τις εκφάνσεις της οποίας είναι να μην κυκλοφορούν οι άνθρωποι στους δρόμους με πρώτο τους μέλημα να μην αναζητούν τους εχθρούς της διπλανής πόρτας…

Φωτό: Γιάννης Λιάκος