Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 12:26

Μισέλ Ντεόν: Στην Ελλάδα βρήκα την καρδιά μου

Έναν από τους μεγαλύτερους φίλους της έχασε η Ελλάδα, και ιδιαίτερα το νησί των Σπετσών όπου έζησε εκεί για αρκετά χρόνια, τον συγγραφέα Μισέλ Ντεόν. Ο Γάλλος συγγραφέας και ακαδημαϊκός πέθανε στις αρχές του μήνα, σε ηλικία 97 ετών, στην Ιρλανδία όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια.

Επιμέλεια: Στέλιος Παρασκευόπουλος

Ο σπουδαίος λογοτέχνης είχε γράψει περισσότερα από σαράντα μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων τα πιο γνωστά «Άγρια Πόνι» και «Ένα μωβ ταξί». Το τελευταίο, μάλιστα, που βραβεύτηκε το 1973 με το «Μεγάλο βραβείο μυθιστορήματος» της Γαλλικής Ακαδημίας, γυρίστηκε και κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνιστές τη Σαρλότ Ράμπλινγκ και τον Φρεντ Αστέρ. Το 1978 εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας ως αναγνώριση του έργου του.

Ο Μισέλ Ντεόν, που ανήκε πολιτικά στη Δεξιά και διετέλεσε συνεργάτης της βασιλικής εφημερίδας Action française, ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα με την γυναίκα του το 1959 και μαγεμένοι από τα ελληνικά νησιά αποφάσισαν να εγκατασταθούν στις Σπέτσες. Το σπίτι τους βρισκόταν κοντά στο Παλιό λιμάνι.

Στη χώρα μας θα συγγράψει το βιβλίο «Σελίδες για την Ελλάδα», όπου θα δηλώσει «Δεν ξέρω άλλους από τους Έλληνες που να σε κάνουν να περνάς με τέτοια προθυμία από το μαύρο στο ρόδινο». Ο Ντεόν μετά από δέκα χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, έφυγε για μια νέα πατρίδα, την Ιρλανδία. Ξαναγύριζε όμως συχνά «για να ξαναβρώ την καρδιά μου», όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Σε κάθε δε συνέντευξή του προέτρεπε να μη συγχωνευθεί απόλυτα η χώρα μας με την Ευρώπη γιατί «η ταυτότητα της Ελλάδας είναι η αθανασία της και η αχίλλειος πτέρνα της, συνάμα. Κι αν αυτή χαθεί, μόνον τότε η Ελλάδα θα πεθάνει».

Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Χατζηνικολή τα βιβλία του «Ένα μωβ ταξί» (1885), «Άγρια άλογα» (1989), «Η ανάβαση της νύχτας» (1994), «Ένα ενθύμιο» (1995), «Η αυλή των μεγάλων» (1998), «Σελίδες για την Ελλάδα» (2000), «Μαντάμ Ροζ» (2002) και το θεατρικό «Αριάδνη ή η Λησμονιά» (1999), και από τις εκδόσεις Κοχλίας το βιβλίο «Τα χαμένα ημερολόγια του Γκιούλιβερ» (2002).

Η Boulevard αναδημοσιεύει μία από τις πιο συγκλονιστικές συνεντεύξεις που παραχώρησε ο Μισέλ Ντεόν στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» και στη δημοσιογράφο Αμαλία Νεγρεπόντη (9/9/1998), η οποία πρόκειται περί ενός ύμνου στην Ελλάδα:

«Πότε πρωτοταξίδεψα στην Ελλάδα; Ποτέ μου δεν ταξίδεψα στην Ελλάδα! Εγώ βυθίστηκα μέσα στην καρδιά της Ελλάδας –έγινα ένα μαζί της κι εσείς μου μιλάτε για… ταξίδια! Έπειτα από χιλιάδες μαθήματα για την κλασική Ελλάδα και χιλιάδες βιβλία που διάβασα για αυτήν –από Σατωμπριάν μέχρι Χένρι Μίλλερ και Αντρέ Φρενιώ– μου ήταν απόλυτη και πιεστική αναγκαιότητα να ανακαλύψω την ελληνική πραγματικότητα. Και σκοπίμως πηγαίνοντας από τον μύθο, τον θρύλο και το ένδοξο παρελθόν στη ζωή δεν απογοητεύτηκα· μαγεύτηκα. Έζησα την Ελλάδα της μυθολογίας, που καθιστά την αλήθεια της Ιστορίας –με τις απλουστεύσεις και τις παραμορφώσεις της– ψέμα, καθώς μονάχα στην Ελλάδα ο μύθος γίνεται πραγματικότητα κι αλήθεια· έζησα την Ελλάδα της αναλλοίωτης διαχρονικότητας και, πάνω απ’ όλα, έζησα την καθημερινή Ελλάδα. Αυτή που ζει, τρώει και πίνει, τραγουδάει, χορεύει, υποφέρει και μια μέρα πεθαίνει. Για να ξαναγεννηθεί από τη στάχτη της. Ξανά και ξανά και ξανά…

Εδώ γίνονται πραγματικότητα τα όνειρα της θάλασσας· τα όνειρα της αγάπης, διάβασα στον Σεφέρη, πολλά χρόνια πριν, κι αυτό το έζησα στην Ελλάδα· στιγμή δεν διαψεύσθηκε. Η Ελλάδα είναι τόπος διαφορετικός απ’ όλους του κόσμου, έθνος διαφορετικό. Την Ελλάδα εάν την γνωρίσεις, δεν μπορείς παρά να την αγαπήσεις και να της αφοσιωθείς. Σε τραβάει και συναισθηματικά και εγκεφαλικά και σε καθημερινό επίπεδο· σε αναγκάζει να της δώσεις τη ζωή σου και την καρδιά σου: τα πάντα σου.

Ό,τι εκείνη παθαίνει, εσύ παθαίνεις. Έτσι μονάχα η Ελλάδα μπορεί και σε πληγώνει. Και με πλήγωσε. Αλλά αυτό δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε. Στο Παρίσι μπορεί να γεννήθηκα, αλλά στην Ελλάδα δόθηκα και άφησα την καρδιά μου. Γι’ αυτό και, αν και δεν ζω πια εδώ -ζω στην Ιρλανδία, σε ένα απομονωμένο ράντσο με άλογα, όπου η ζωή είναι πιο ήρεμη και πιο απλή- πάντα ξαναγυρνάω. Πώς αλλιώς να γίνει; Για να ξαναβρίσκω την καρδιά μου. Το σπίτι μου. Είναι περίεργο και μου συμβαίνει κάθε φορά: με το που πατάω το πόδι μου στην Ελλάδα, σε γη ελληνική, σαν να γίνεται μια ένωση· σαν να ακούγεται ένα ανεπαίσθητο «κλικ», όπως ένα αντικείμενο που μπαίνει στη θήκη του ή ένα κλειδί που εφαρμόζει στη σωστή πόρτα. Και γίνομαι πάλι αρτιμελής μέσα μου, καθώς γίνομαι ένα με την Ελλάδα. Και πάντα ταυτίζομαι μαζί της. Με τους εθνικούς της αγώνες· με τα όνειρα και τις επιδιώξεις της. Είναι όλα δικά μου. Θα γελάσετε ίσως. Μοιάζει παιδικό. Στη ζωή μου έχω ταξιδέψει πολύ. Στην Τουρκία, όμως, ποτέ δεν πάτησα το πόδι μου. Αφού είμαι Έλληνας… Δηλαδή, θέλω να πω, πάντα ένιωθα πως πηγαίνοντας στην Τουρκία θα πρόδιδα τη χώρα και τους αγώνες της. Δεν χωρούν αντικειμενικές ερμηνείες σε αυτά.

Πάντα αυτό με κυνηγούσε· αυτή η ερώτηση: «τι έχει αυτή η Ελλάδα που τόσος κόσμος ασχολείται μαζί της», που φθάνοντας στα πέρατα του κόσμου, κάπου θα ακούσεις ελληνικά ή θα βρεις Έλληνα ή, τέλος πάντων, κάποιος θα έχει κάποια ιστορία για την Ελλάδα να σου πει. Εντάξει, είναι το παρελθόν της. Αλλά δεν φτάνει. Τι είναι λοιπόν; Ε, αυτή η απορία μου είχε γίνει πιεστική ανάγκη να τη λύσω. Και φυσικά, την έλυσα όταν ήρθα εδώ και έζησα.

Η Αθήνα είναι μια πανέμορφη, ανυπόφορη, σχιζοφρενική, κουραστική και γοητευτικότατη πόλη. Είναι αδύνατον να ζεις εδώ, όμως. Είναι μια τρέλα. Ένας συνεχής πυρετός που συνεχώς αλλάζει και μεταβάλλεται. Η Αθήνα είναι η πόλη που πρέπει –και θέλεις– να επισκέπτεσαι συχνά, αλλά είναι ολέθριο να ζεις σε αυτήν. Εμένα, βέβαια, ποτέ δεν παύει να με συγκινεί· να με συναρπάζει. Παρ’ ότι η φρεσκάδα των πρώτων συναισθημάτων, που ένιωσα όταν την πρωτοείδα, έχει πια περάσει, κάθε φορά που φθάνω στην Αθήνα, την ξαναανακαλύπτω καθώς ξεπροβάλλει αργά μέσα από το διάφανο σύννεφο χρυσού της η Ακρόπολη. 25 αιώνες δεν έχουν μπορέσει να σβήσουν αυτό το θαύμα. Που, όσα πρόσωπα κι αν έχει αλλάξει η Αθήνα, ποτέ δεν αλλάζει. Όπως και ολόκληρη η Ελλάδα, εξάλλου.

Η Ελλάδα, πάντα, έχει υπάρξει μια χώρα χτυπημένη –τόσο από τους εχθρούς όσο και από φίλους της. Σε κάθε άνθρωπο που –όποια κι αν είναι η θρησκεία του και σε όποια φυλή κι αν ανήκει– αγωνίζεται για την ελευθερία, η Ελλάδα βλέπει έναν αδελφό. Μέσα σε όλα τα φαινομενικά αντιφατικά γεγονότα της ελληνικής ιστορίας, βρίσκεται μια εσωτερική αρμονία, ένα σταθερό στοιχείο, που αποτελεί την ουσία των Ελλήνων· και αυτό είναι ο αγώνας για την ελευθερία. Αυτός ο αγώνας είναι και το ελληνικό θαύμα. Όπως αναφέρει ο Καζαντζάκης «είναι ο homo hellenicus που πέτυχε αυτό το ανθρώπινο θαύμα που ονομάζεται ελευθερία».

Η Ελλάδα είναι κάτι το μαγικό –ως τόπος, ως ιστορία, ως έθνος: τα πάντα. Και είναι αυτή η αίσθηση του αιώνιου, του αέναου και του αήττητου –που πολλοί κατά καιρούς νόμισαν ότι πάταξαν– που την κάνει μοναδική. Γι’ αυτό και ελπίζω, ποτέ να μη συγχωνευθεί απόλυτα με την υπόλοιπη Ευρώπη –μην υπερισχύσει το «Ευρωπαίος» του «Έλληνα» με όλο το εννοιολογικό φορτίο της λέξης. Γιατί η ταυτότητα της Ελλάδας είναι η αθανασία της και η αχίλλειος πτέρνα της, συνάμα. Κι αν αυτή χαθεί, μόνον τότε η Ελλάδα θα πεθάνει. Δεν φοβάμαι όμως. Οι Έλληνες δεν θα αφήσουν να συμβεί αυτό- είμαι βέβαιος πως κάτι θα μηχανευθούν, να ξεγλιστρήσουν από την ακαμψία αυτών που η Ε.Ε. θέλει να τους επιβάλει.

Λατρεύω αυτή τη γλώσσα, την υπέροχη, την ελληνική –και τη νεώτερη και την αρχαία και την καθαρεύουσα. Στο ελληνικό μυθιστόρημα δεν βλέπω σήμερα κάτι να ξεχωρίζει. Είναι όμως και θέμα εποχής. Αυτά αλλάζουν. Από το παλιότερο ελληνικό μυθιστόρημα, μου άρεσαν πολύ ο Μυριβήλης και ο Καζαντζάκης. Τον γνώρισα τον Καζαντζάκη, ήταν συναισθηματικός, εκδηλωτικός, πνεύμα μεγάλης ευρύτητας. Άξιζε ένα Νόμπελ. Ο Σεφέρης είναι παγκόσμιος. Πολύ μεγάλος ποιητής που δεν τον μετακίνησε καθόλου ο χρόνος. Τον έχω πάντα δίπλα μου. Και ο Ελύτης είναι πολύ καλός. Τον Ρίτσο τον ξέρω λιγότερο. Δεν αναγνωρίζω ακριβώς τον εαυτό μου στην ποίησή του.

Σήμερα είναι γενικότερο το φαινόμενο. Ούτε το γαλλικό αλλά ούτε και το αμερικανικό, θα έλεγα ούτε και το βρετανικό μυθιστόρημα είναι σε καλή κατάσταση. Το μυθιστόρημα είναι τέχνη, δεν γράφεις για να βγάλεις λεφτά, ούτε για να γίνεις διάσημος, ούτε για να σε θαυμάζει ο θυρωρός σου. Σταματάς τον χρόνο και τον περιγράφεις. Πρόκειται για δύσκολη τέχνη, που θα την έχουμε πάντα ανάγκη, γιατί πάντα έχουμε την ανάγκη να λέμε ιστορίες. Τα παιδιά λατρεύουν τις ιστορίες, αλλά τις αγαπούν και οι μεγάλοι. Και σ’ αυτές τις ιστορίες, μεγαλύτερη σημασία από τις περιγραφές έχουν οι σιωπές».