Πέμπτη, 29 Ιουνίου, 2017 - 04:35

Τα έθιμα της Μ. Εβδομάδας

Η Ανάστασις του Χριστού είναι και δια τον λαόν σύνθημα αγάπης, το οποίον εκδηλώνεται με τον αμοιβαίον ασπασμόν των εκκλησιαζομένων
 

Του Γεωργίου Μέγα*

Τα έθιμα του Πάσχα αρχίζουν κυρίως από της Μεγάλης Πέμπτης. Από το πρωί οι γυναίκες καταγίνονται με το ζύμωμα• ζυμώνουν τις κουλούρες της Λαμπρής. Τας ζυμώνουν με διάφορα μυρωδικά και τας στολίζουν με ξηρούς καρπούς και με στολίδια από ζυμάρι. Τα ονόματά των ποικίλλουν αναλόγως του σχήματος που τους δίδουν• λέγονται κουτσούνες, κουζουνάκια, κοφίνια, καλαθάκια, δοξάρια, λαζαράκια κτλ.

Άλλη ασχολία της ημέρας αυτής είναι το βάψιμο των αυγών. Χωρίς κόκκινα αυγά Πάσχα δεν νοείται. Δι’ αυτό και η Μεγάλη Πέμπτη λέγεται κοινώς Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη. Το βάψιμο των αυγών γίνεται με ωρισμένην εθιμοτυπίαν. Εις πολλά μέρη δηλαδή είναι ωρισμένος ο αριθμός των αυγών που θα βάψουν, ως και οι τρόποι και τα μέσα βαφής των. Άλλοτε γυναίκες και κορίτσια καταγίνονταν να «γράψουν» ή να «κεντήσουν» τ’ αυγά• δηλαδή εζωγράφιζαν επάνω εις τ’ αυγά με λειωμένο κερί πουλιά ή σχήματα διάφορα και κοινώς τα έλεγαν ξομπλωτά ή κεντημένα αυγά.

Τα αυγό που περικλείει μέσα του εν σπέρματι μίαν ζωήν, έχει και ζωικήν δύναμιν, η οποία κατά παλαιάν αντίληψιν μεταδίδεται εις ανθρώπους, ζώα και φυτά. Όλα τ’ κόκκινα αυγά δε έχουν την ιδίαν χάριν. Θαυμαστάς ιδιότητας έχει κυρίως το πρώτο αυγό, που θα βάψουν και θα το βάλουν εις το εικονοστάσι του σπιτιού, το αυγό της Παναγίας. Και άμα είναι τριών χρόνων αυγό στο εικονοστάσι, γίνεται κρατητήρα, δηλαδή μια πέτρα που, άμα τη βάλης απάνω σε έγκυα γυναίκα, έχουν την ιδέα ότι κρατεί (δεν αποβάλλει) (Λήμνος). Εξαιρετικάς ιδιότητας έχουν και τα «ευαγγελισμένα» αυγά, εκείνα που αποστέλλονται εις την εκκλησίαν δια να λειτουργηθούν.

Διατί τώρα τ’ αυγά βάφονται κατά το πλείστον κόκκινα δεν είναι γνωστόν. Κατά τινα παράδοσιν εκ Καστορίας «όταν αναστήθηκεν ο Χριστός, το ’παν σε μια χωρικιά κι αυτή δεν πίστεψε και είπεν: όταν τ’ αυγά που κρατώ γίνουν κόκκινα, τότε θ’ αναστηθεί και ο Χριστός. Και αυτά κοκκίνησαν. Και από τότε τα βάφουν κόκκινα». Αλλά με τον μύθον αυτόν το πράγμα δεν εξηγείται. Κατά τινας βάφοντααι κόκκινα προς ανάμνησιν του χυθέντος αίματος του Χριστού. Κατ’ άλλους το κόκκινον χρώμα, ως εις πολλάς περιπτώσεις, είναι και εδώ έκφρασις χαράς δια το ευτυχές γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου.

Και με τας ασχολίας αυτάς ο κόσμος δεν παύει να είναι αφοσιωμένος εις την εκπλήρωσιν των θρησκευτικών του καθηκόντων. Ιδία από της ημέρας αυτής, ότε την νύκτα, εις την εκκλησίαν αναγινώσκονται τα 12 Ευαγγέλια και γίνεται η τελετή της Σταυρώσεως του Χριστού, η συγγκίνησις της λαϊκής ψυχής δια το θείον δράμα κορυφούται. Γυναίκες και παρθένοι εις πολλά μέρη διανυκτερεύουν εις τον ναόν, «φυλάγουν και μοιρολογούν το Χριστό», ως συνηθίζουν να κάμνουν δια κάθε προσφιλές των λείψανον.

Η έκτακτος αγιότης των τελουμένων κατά τας λειτουργίας της Μεγάλης Πέμπτης, ως και της Μεγάλης Παρασκευής, προσδίδει εις όλα ανεξαιρέτως τ’ αντικείμενα της λατρείας (έλαιον, άνθη, κηρία) κατά την πίστην του λαού όλως εξαιρετικήν, θείαν δύναμιν. Θαυμασταί ιδιότητες αποδίδονται και εις τα κηρία τ’ αναπτόμενα κατά τα 12 Ευαγγέλια. Πολλαχού, το κερί αυτό, που μένει άκαυτο, το φυλάγουν για φυλαχτό.

H Σταύρωση Ζωγραφική, Α.Παβίας (Εθνική Βιβλιοθήκη)

Είναι κοινή πίστις, ότι αι ψυχαί των νεκρών από της Μεγάλης Πέμπτης, ότε ο Σωτήρ κατέρχεται εις τον Άδην, λυτρούνται. Όθεν οι συγγενείς των επισκέπτονται την ημέραν αυτήν ή και κατά επομένας το νεκροταφείον και αφήνουν επί των τάφων προσφοράς ή διανέμουν εις μνήμην των τροφάς.

Μεγάλη Παρασκευή

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι ημέρα απολύτου αργίας και νηστείας. Σχεδόν ολόκληρος η ημέρα διατίθεται εις την παρακολούθησιν της αποκαθηλώσεως του Εσταυρωμένου και της ακολουθίας του Επιταφίου. Ο λαός ζη εν κατανύξει τον θείον δράμα. Την έφεσιν αυτού προς μέθεξιν εις το πάθος του Κυρίου εμφαίνουν απλαί τινες, αλλά χαρακτηριστικαί πράξεις. Π.χ. εις τα χωρία της Πυλίας κ.ά «τη Μεγάλη Παρασκευή πίνουνε ξίδι και καπινιά γι’ αγάπη του Χριστού που τον ποτίσανε ξίδι. Εις την Κρήτην τη Μεγάλη Παρασκευή τρώνε νερόβραστα φαγητά με ξίδι, τρώνε χοχλιούς βραστούς, που μοιάζει το ζουμί των με χολή. Εις την Κορώνην τη Μεγάλη Παρασκευή ούτε φωτιά ανάβουνε ούτε μαγειρεύουνε ούτε βάνουνε μπουκιά στο στόμα τους.

Όταν περί την μεσημβρίαν γίνη αποκαθήλωσις και εκτεθή εις προσκύνησιν η χρυσοΰφαντος παράστασις του νεκρού Ιησού επί φορητού κουβουκλίου, τότε αρχίζει ο στολισμός του Επιταφίου. Τον στολισμόν ενεργούν τα κορίτσια της ενορίας με άνθη που στέλλονται από τα σπίτια. Όλα τ’ άνθη της ανοίξεως: βιολέτες, μενεξέδες, τριαντάφυλλα, λεμονανθοί, πλέκονται εις στεφάνους και γιρλάντες και ο Επιτάφιος γίνεται όλος μια ανθίνη κορώνα.

Εις πολλάς τόπους τα κορίτσια την ώραν που στολίζουν τον Επιτάφιον ψάλλουν το μοιρολόγι της Παναγίας, μακρόν θρησκευτικόν άσμα που ιστορεί την σταύρωσιν του Ιησού και εκφράζει την οδύνην της αγίας αυτού Μητρός. Και ευθύς αρχίζει η συρροή του κόσμου και η προσκύνησις του Επιταφίου. Παρθένοι με κάνιστρα γεμάτα λεμονόφυλλα ή τριαντάφυλλα παρίστανται εις αυτόν ως εις μνήμα του Σωτήρος και ραίνουν, ως άλλαι μυροφόροι, με μύρα τον νεκρόν Ιησούν. Οι προσκυνούντες, προπάντων γυναίκες και παιδία, αφού ασπασθούν, περνούν κάτω από τον Επιτάφιον «για να τους πιάση η χάρη», ως λέγουν.

Όταν νυκτώση, αρχίζει η ακολουθία και η περιφορά του Επιταφίου. Η πομπή καταρτίζεται με τα εξαπτέρυγα και τον Σταυρόν εμπρός, τον Επιτάφιον και τους ιερείς κατόπιν. Εις τα πόλεις προηγείται η μουσική, τονίζουσα πένθιμα εμβατήρια. Ο κόσμος που ακολουθεί κρατεί εις χείρας λαμπάδας αναμμένας και καθώς η πομπή κινείται φαίνεται ως φωτεινός ποταμός που ελίσσεται εις τους δρόμους. Κατά διαστήματα η πομπή σταματά εις πλατείας και σταυροδρόμια και αναπέμπονται εκεί δεήσεις υπό των ιερέων.

Απλούστερα, αλλά και γραφικώτερα διεξάγεται η περιφορά του Επιταφίου εις τα χωρία. Δίδω μίαν περιγραφήν από την από την Λατσίδα της Αν. Κρήτης. «Αφού ψάλουν όλη την ακολουθία, κατόπιν σηκώνουν τέσσερις άνθρωποι τον Επιτάφιο. Πηγαίνουν μπροστά οι σημαντηράδες και παίζουν τα σημαντήρια. Πίσω ακολουθούν τα εξαπτέρυγα και ο Σταυρός, κατόπιν ο Επιτάφιος και κατόπιν όλος ο κόσμος και γυρίζουν όλο το χωριό. Σταματούν σε κάθε εκκλησία, χαλασμένη και γερή, και ψάλουν παρακλήσεις. Τελευταία πάνε στο νεκροταφείο και περνά ο Επιτάφιος πάνω από τους τάφους. Γυρίζοντας στην εκκλησία αυτοί που κρατούν τον Επιτάφιο τον σηκώνουν ψηλά στην πόρτα της εκκλησίας και περνούν όλοι από κάτω».

Σίφνος, ο Επιτάφιος του Ναού Αϊ Γιάννη του Προδρόμου/Στέλιος Παρασκευόπουλος

Πολλαχού την ώραν της περιφοράς του Επιταφίου ανάπτονται πυραί, εις τα οποίας καίονται θυμιάματα, αλλ’ εις τινας τόπους εις την πυράν καίεται ο Ιούδας. Εις του Μελιγαλά «τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ ανάβουν φουνταρίες. Κάθε νοικοκυρά, όταν σημαίνει η καμπάνα για τον Επιτάφιο, θα ρίξη μπρος στην πόρτα της δύο τρία μάτσα λούρες (κληματόβεργες) και θα τους βάλη φωτιά. Ώστε να βγη ο Επιτάφιος, οι λούρες θα έχουν γίνει θράκα. Την ώρα που περνάει ο Επιτάφιος από τον δρόμο βγαίνει κάθε νοικοκυρά και ρίχνει επάνω στη θράκα μια χούφτα μοσχολίβανο και μοσχοβολάει ο τόπος και στέκεται και ο παπάς και κάνει παραστάσιμο».

Ως εις τα κηρία της Μεγάλης Πέμπτης, ούτω και εις τα κηρία και τα λουλούδια του Επιταφίου (Χριστολούλουδα, σταυρολούλουδα) αποδίδεται μεγάλη θαυματουργός δύναμις. Πολλαχού μάλιστα η διανομή των γίνεται υπ’ αυτού του ιερέως. Εις την Σπάρτην «άμα γυρίσουνε τον Επιτάφιο, τον ξεστολίζει ο καντηλανάφτης, παίρνει και τα κεριά και τα φυλάει. Την άλλη μέρα τα βάζει ο παπάς σ’ ένα δίσκο με σταυρολούλουδα, γυρίζει σ’ όλη την εκκλησία και τα μοιράζει στις γυναίκες. Τα φυλάνε σα φυλαχτό και σαν αρρωστήση κανένα παιδάκι, βάζουνε στα κάρβουνα λίγο νερό και μερικά σταυρολούλουδα και το λιβανίζουνε»

Άλλα τινα έθιμα της Μεγάλης Παρασκευής είναι η περιοδεία ανά τα εξωκκλήσια και η επίσκεψις εις το νεκροταφείο.

Μέγα Σάββατο

Η λαϊκή ψυχή, η τόσον πεισθείσα από το πένθος της Μ. Παρασκευής, αρχίζει να ανακουφίζεται με τον μεγάλον Εσπερινόν ήτοι την πρωίαν του Μεγάλου Σαββάτου. Συνεργούντος δε και αυτού του ιερέως διαδραματίζονται εν τη εκκλησία σκηναί θορυβώδεις, αι οποίαι προφανώς αποβλέπουν εις τον εκφοβισμόν και εκδίωξιν του δαίμονος, ο οποίος ασφαλώς εκεί που καραδοκεί θέλων ν’ αντιδράση εις την ανάστασιν του Κυρίου και την σωτηρίαν της ανθρωπότητος.

Παραθέτω τα τελούμενα εις μερικούς τόπους, ως χαρακτηριστικά του πνεύματος της εορτής. Π.χ. εις την Σινώπην «το Μεγάλο Σάββατον το πρωί, πριν αρχίση ο Μεγάλος Εσπερινός, στολίζουν την εκκλησία με κλαδιά δάφνης γύρω – γύρω και γεμίζουν ένα πανέρι δαφνόφυλλα. Όταν πη ο παπάς: «Ανάστα ο Θεός κρίναι την γην», παίρνει τα δαφνόφυλλα και τα σκορπά σ’ όλη την εκκλησία. Οι γυναίκες προσπαθούν να πιάσουν στον αέρα απ’ αυτά τα φύλλα, για να τα καίγουν στο βάσκαμα ή τα ρίχνουν στα χοντρικά και άλλα ρούχα και δεν τα πιάνει ο κόπιτσας (σκώρος).
Εις την Ζάκυνθον, «ρίπτουν απ’ τα παράθυρα ό,τι αγγείον άχρηστον προς χαράν του Χριστού και πομπή των Οβραίων».

 

Με την πρώτην ανάστασιν συντελεσθείαν ήδη η σκέψις στρέφεται πλέον ελευθέρα εις την παρασκευήν του μεγάλου εορτασμού του Πάσχα. Φροντίς της μεν νοικοκυράς είναι τώρα το ζύμωμα των ψωμιών, του δε ανδρός η σφαγή του αμνού, του λεγόμενου λαμπριώτη ή πασκάτη. Η νοικοκυρά ζυμώνει τις κουλλούρες της Λαμπρής και ετοιμάζη τις πασχαλινές πίττες.

Εις τας Κυδωνίας «έκαναν και μια μεγάλη κουλλούρα με σταυρό στη μέση και με πέντε κόκκινα αυγά και την κρεμούσαν στα κονίσματα, αφού την κάνανε παξιμάδι, την άφηναν ως την Πρωτομαγιά (μαγιοκουλλούρα) και τότε την βουτούσαν σε γλυκό κρασί και την τρώγανε».

Σίφνος, ο Εσταυρωμένος στην Παναγιά της Κόγχης/Στέλιος Παρασκευόπουλος

Εις ημέραν τόσον επίσημον, οία η του Πάσχα, συνήθη είναι τα δώρα προς τους οικείους, και δη την μνηστήν, την πενθεράν ή την μητέρα, ως και προς τους αναδεκτούς, τα οποία στέλλονται από το βράδυ του Σαββάτου. Δεν λησμονούνται όμως και εκείνοι που αφήκαν την πρόσκαιρον ζωήν. Εις την Κορώνην «το Μεγάλο Σάββατο, όποιος έχει πεθαμένον, βράζει σιτάρι και μεράζει ένα γύρο μια χούφτα στάρι με μια φέτα ψωμί. Είναι καλό και να μεράζη κανείς ό,τι μπορεί σε φτωχούς».

Τέλος το να πεθάνη κανείς το Μεγάλο Σάββατο θεωρείται καλόν «γιατί πεθαίνει μαζί με το Χριστό». Εξ’ άλλου την ώρα που ανασταίνεται ο Χριστός δεν πρέπει κανείς να εργάζεται. «Το βράδυ, λίγο πριν αναστήσουνε, τρέχανε οι νοικοκυράδες και σηκώνανε τις κλώσσες απ’ τ’ αυγά τους, για να μη δουλεύουν κι αυτές κατά την στιγμήν της Αναστάσεως• έπειτα, άμα τελείωνε η λειτουργία, τις ξαναβάζανε πάλι να κλωσσήσουνε».

Κυριακή του Πάσχα

Η τελετή της Αναστάσεως γίνεται το μεσονύκτιον του Σαββάτου προς την Κυριακήν. Η εκκλησία δεν έχει πλέον την πένθιμον όψιν των προηγούμενων ημερών. Κλώνοι δενδρολιβάνου εσκορπισμένοι επί του εδάφους προσημαίνουν την επιτέλλουσαν χαρμόσυνον εορτήν.

Κανείς δεν λείπει από την τελετήν της Αναστάσεως. Όλοι είναι λαμπροφορεμένοι. Μόνον αι χήραι και οι πενθούντες απουσιάζουν. Οι προσερχόμενοι κρατούν εις χείρας λαμπάδας. Αρχομένης της ακολουθίας ο φωτισμός της Εκκλησίας είναι αμυδρός• και εις δεδομένην στιγμήν σβήνονται και τα υπάρχοντα ολίγα φώτα.

Αίφνης εις την Ωραίαν πύλην εμφανίζεται ο ιερεύς προβάλλων ανημμένην λαμπάδα και ψάλλων το Δεύτε λάβετε φως! Οι παριστάμενοι ανάπτουν τας λαμπάδας των από την λαμπάδα του ιερέως και μεταδίδουν το φως και εις τους άλλους, ώστε ολόκληρος η εκκλησία καταυγάζεται από το νέον ή άγιον φως.

Όταν ψάλλεται το Χριστός Ανέστη, η ατμόσφαιρα δονείται από τας κωδωνοκρουσίας, τους πυροβολισμούς, τους κρότους των κροτίδων και πυροτεχνημάτων. Ενίοτε στόχος των εκσφενδονιζομένων κροτίδων είναι αυτός ο ιερεύς!

Η τελετή της Αναστάσεως γίνεται συνήθως εις το ύπαιθρον, εις την αυλήν της εκκλησίας. Περί το τέλος δ’ αυτής πολλαχού η εικών της Αναστάσεως περιφέρεται εν πομπή περί τον ναόν, η δε είσοδος εις αυτόν γίνεται κατά όλως γραφικόν τρόπον: αι θύραι του ναού είναι κεκλεισμέναι, όπισθεν δ’ αυτών ίσταται ο νεωκόρος, παρισταίνων τον διάβολον. Ο ιερεύς ιστάμενος προ της θύρας διατάσσει: «Άρατε πύλας»! Ο νεωκόρος ερωτά: «ποίος είσαι;» Και ο ιερεύς απαντών «Άρχων ισχυρός!» λακτίζει με τον πόδα την θύραν και εισορμά εις τον ναόν με την λαμπάδα προτεταμένη. Ούτω γίνεται η αποδιοπόμπησις του διαβόλου εκ του ναού.

Με την τελετήν της Αναστάσεως συνάπτονται και λαϊκά τινα έθιμα, ως ο αγιασμός των κόκκινων αυγών. «Τ’ ανεστημένα αυγά» ή «τ’ αυγά του Καλού Λόγου» έχουν, όπως και «τα ευαγγελισμένα αυγά» της Μ. Πέμπτης, εξαιρετικάς ιδιότητας. Ο καθαγιασμός των γίνεται κατά τον εξής τρόπον: Εις την Σινώπην την ημέραν του Πάσχα, το πρωί, έβαζαν σ’ ένα καλαθάκι τόσα αυγά, όσα άτομα είχεν η οικογένεια, και τα πήγαιναν στην Ανάσταση, για ν’ ακούσουν τον Καλό Λόγο, το Χριστός Ανέστη! Εις την Δυτ. Μακεδονίαν τα παραθέτουν παραπλεύρως της Ωραίας Πύλης, κάτω από την εικόνα του Χριστού, εις την Σέριφον κάτω από το προσκυνητάρι «για ν’ ακούσουν το Χριστός Ανέστη».

Σύνθημα αγάπης

Η Ανάστασις του Χριστού είναι και δια τον λαόν σύνθημα αγάπης, το οποίον εκδηλώνεται με τον αμοιβαίον ασπασμόν των εκκλησιαζομένων. Εις μερικούς μάλιστα τόπους το «φίλημα της αγάπης» είτε κατά την νύκτα της Αναστάσεως είτε κατόπιν εις την Δευτέραν Ανάστασιν (την λεγομένην κοινώς Αγάπην) γίνεται με αρκετήν ιεροπρέπειαν εν τη Εκκλησία.

Ούτως εις τα χωρία της Πυλίας «παλαιότερα τη νύχτα στην Ανάσταση και στην Αποκερασιά (β΄ Ανάσταση) ένας ένας βγαίνανε από την εκκλησιά και ανασπαζότανε τους άλλους και στεκότανε στην αράδα, για να τον ανασπαστούνε κι αυτόν όσοι θα βγαίνανε στερνότερα. Έτσι κάναν μια αράδα ως την άκρη. Δίναν τα χέρια, λέγαν «Χριστός Ανέστη», φιλιόντανε και όσοι ήτανε μαλωμένοι και θέλανε να συχωρεθούνε, συχωριόντασε κιόλα».

Είναι φυσικόν εις τοιαύτην ημέραν η σκέψις όλων να στρέφεται στοργική και προς εκείνους εκ των συγγενών, οι οποίοι λείπουν εκ του οικογενειακού κύκλου. Η πίστις μάλιστα ότι αι ψυχαί των νεκρών από του Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής εξέρχονται από τον Άδην επιβάλλει εις τους ζώντας ωρισμένα καθήκοντα, τα οποία ούτοι εκτελούν με τον επιβαλλόμενον σεβασμόν. Ούτως εις Καστανιάν Λακεδαίμονος «πλείσται οικογένειαι μετά την νυκτερινήν ακολουθίαν της Αναστάσεως, παραλαμβάνουσαι μεθ’ εαυτών ωά πασχαλινά, τυρόν και άρτον μεταβαίνουσιν εις το κοιμητήριον και αποθέτουσι ταύτα εκάστη επί των τάφων των ιδίων αυτής οικείων. Πτωχοί και παιδία συλλέγουσιν ύστερον τα τρόφιμα ταύτα».

Εις την επιστροφήν από την Ανάστασιν ακολουθούν ωρισμέναι συνήθειαι. Πολλαί από αυτάς αφετηρίαν έχουν την πίστιν περί της θαυματουργού δυνάμεως του αγίου ή καινούργιου φωτός. Με την φλόγα της λαμπάδος, που φέρουν όλοι αναμμένην από την Ανάστασιν, «σταυρώνουν» πρώτα το ανώφλιον της εξωθύρας του σπιτιού, και ακολούθως ανανεώνουν το φως της κανδήλας του εικονοστασίου των και την φωτιά εις την εστίαν, προσέτι μεταδίδουν το καινούργιο φως εις τα στείρα ζώα και τα άκαρπα δένδρα. Εις το φως δηλαδή της Αναστάσεως αποδίδεται δύναμις όχι μόνον αποτρεπτική των κακών, αλλά και γονιμοποιός, η οποία μεταδίδεται εις ζώα και φυτά.

Φωτό: Στέλιος Παρασκευόπουλος

Παραθέτω περιγραφάς τινών εκ των κατά τόπους εθιζομένων κατά την επιστροφήν από την τελετήν της Αναστάσεως. Εις την Κορώνην «άμα γυρίσουνε σπίτι από την Ανάσταση, θα κουβαλήσουν και τ’ Άγιο Φως μαζί τους. Θα κάνουν πρώτα – πρώτα ένα σταυρό στα κουφώματα του σπιτιού, πόρτες και παρεθύρια κ’ έτσι σώζεται τ’ Άγιο Φως όλο το χρόνο στο σπίτι. Ύστερα το πάνε στα εικονίσματα, θα κάνουνε το σταυρό τους, θα σβήσουνε το καντήλι και θα τ’ ανάψουνε με το καινούργιο φως. Ύστερα θα κατεβούνε κάτω να βουλλώσουνε τα ζωντανά: γίδια, πρόβατα, τα βόδια, τα γαϊδούρια, ό,τι έχει κανείς• τα τσουρουφλάνε• πάνε και στις κότες». Εις τας Πάτρας κ. ά, σβήνοντας τη λαμπάδα τους αποκάτω απ’ το εικονοστάσι λέγουν: «Όξω ψύλλοι και κορέοι / να μπούμε μεις οι νυκοκυραίοι!».

Εις ομοίους αποτρεπτικούς σκοπούς, ως και εις επίτευξιν της ευφορίας των αγρών, χρησιμεύουν και τα λαμπροκούλλουρα, τα οποία επίσης φυλάσσονται καθ’ όλον το έτος εις το εικονοστάσι του σπιτιού και τα «τσέφλια» των πασχαλινών αυγών, τα οποία παραχώνονται εις τους αγρούς. Ενδιαφέρουσαι είναι και αι συνήθειαι, αι σχετικαί με τα δένδρα του κήπου. Ούτω εις την Λεμεσόν «επιστρέφοντες εις την οικίαν των θεωρούσιν ιεράν υποχρέωσιν ν’ απευθύνωσι τον χαιρετισμόν του Χριστός Ανέστη πρώτον εις τα δένδρα της οικίας ή του κήπου των και έπειτα μεταξύ των, λέγοντες τρις «Χριστός Ανέστη, δεντρά μου!». Εις το Λασήθι Κρήτης «ότινα μη κάνη το δένδρο καρπό, πάνε τη Λαμπρή και του κάνουνε Χριστός Ανέστη. Του λένε τρεις φορές το Χριστός Ανέστη και κατόπιν το πετρώνουνε• του βάνουνε δηλαδή μια πέτρα στη ρίζα και κάνει καρπό».

Το πασχαλινό τραπέζι

Κατά συνήθειαν παλαιάν, άμα ως επιστρέψουν από την εκκλησίαν, οι χριστιανοί παρακάθηνται εις πρόγευμα νυκτερινόν και γεύονται κάποια πατροπαράδοτα φαγητά: μαγειρίτσα και σαλάτα με σαρδέλλες ή ψητό της κατσαρόλας πολλαχού, τυρόπιττα και γαλατόπιττα εις την Ήπειρον. Ως πρώτον όμως φαγητόν τρώγουν παντού κόκκινο αυγό. Και είναι κοινοτάτη συνήθεια να τσουγκρίζουν τ’ αυγά, δηλαδή να κτυπά ο ένας το αυγό του άλλου, μύτη με μύτη.

Εις μερικούς τόπους το τραπέζι δεν το σηκώνουν επί τρεις ημέρας, τα δε ψίχουλα τα ρίπτουν εις τ’ αμπέλια, δια να μεταδοθεί εις αυτά η αφθονία. Αλλά το κύριον φαγητόν της τραπέζης του Πάσχα είναι ο αμνός, τον οποίον ψήνουν εις την σούβλα ή γεμιστόν με ρύζι, κουκουνάρια και σταφίδες εις τον φούρνον.

Πολλαχού τον πασχαλινόν αμνόν αγιάζει ο ιερεύς περιερχόμενος από σπίτι σε σπίτι. Π. χ. «Κάθε Ροδίτης, φτωχός ή πλούσιος, το θεωρεί καλό στο σπιτικό του να σφάξη τη Λαμπρή ένα ρίφι ή αρνί, που το λέγουν πασκάτη ή λαμπριώτη. Το παραγεμίζουν με χόντρο (σιτάρι αλεσμένο στο χερόμυλο) και βάλλοντάς το σε μια λεκάνη το ψήνουν στο φούρνο. Μετά την απόλυση, στην πρώτη Ανάσταση ο παπάς του χωριού γυρίζει όλους τους φούρνους ευλογώντας όλες τις λεκάνες με την σχετική ευχή του ευχολογίου, παίρνει τον κόπο του, ένα κομμάτι ψημένο κρέας και λίγη γέμωση».

Ο νοικοκύρης, αν είναι ειδήμων, θα εξετάση τα σημάδια της ωμοπλάτης και θα συναγάγη εξ αυτών μαντεύματα δια τα συμβησόμενα όχι μόνον εις τον οίκον ή την στάνη του, αλλά και εις την πατρίδα, αν πόλεμος ή σιτοδεία απειλή τον κόσμον κ.τ.λ.

*Γεώργιος Μέγας (1893 – 1976). Ακαδημαϊκός, καθηγητής πανεπιστημίου, λαογράφος. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του «Ελληνικαί Εορταί και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας». Εκδόθηκε στην Αθήνα το 1963.