Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου, 2018 - 18:49

Το κράτος σκοτώνει…

Μια στιγμούλα ήταν το θέρος. Ακόμη λιγότερος σαν μια γουλιά νερό, ήταν και ο Αύγουστος με τις σεληνοφώτιστες νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί. Μια τραγική στιγμή ήταν και η πυρκαγιά στο Μάτι, βαριά σαν χυμένο σίδερο στο στομάχι μας. Το Μάτι, όμως, δεν ήταν μόνο μια ασύλληπτη τραγωδία με εκατόμβη θυμάτων, αλλά ήταν κάτι ακόμη βαρύτερο και βαθύτερο. Ήταν  ο μαύρος καθρέπτης της Ελλάδος.
 
Όχι μόνο της σημερινής, αλλά και της προηγούμενης, αυτής που οικοδομείται  εδώ και τουλάχιστον μισό αιώνα μ’ έναν σαθρό καιροσκοπισμό, μ’ ότι ετοιμόρροπο  διατίθεται σε ευκαιριακή τιμή στη μάντρα των κομματικών υλικών.
 
Το κράτος αυτής της ηλιογέννητης και εξαίσιας χώρας σκοτώνει. Σκοτώνει τον πολίτη στην πρώτη μεγάλη βροχή, στην πρώτη μεγάλη πυρκαγιά. Τον σκοτώνει στην καθημερινότητά του, στην άσφαλτο, στο σχολείο, στο νοσοκομείο, στην εφορία, στα δημόσια ταμεία. Ένα κράτος, εν είδει «νονού», να ορίζει τις ζωές και τις τύχες μας. Κι εμείς, λίγοι ή πολλοί, να είμαστε πάντοτε πανέτοιμοι και πρόθυμοι για την μεγάλη βλακεία. Σαν να μην θέλουμε να ξεφύγουμε από το πελατειακό κράτος οθωμανικού τύπου, με το οποίο διαρθρωθήκαμε και ανδρωθήκαμε. Σαν να μην επιθυμούμε να δραπετεύσουμε από τους παιδοκτόνους. Την Ελλάδα την σκότωσαν πολλοί. Δεν άξιζε, μα τω Θεώ, τέτοιας κατάντιας. Τέτοιας τύχης. Δεν άξιζε να μολυνθεί με την γονόρροια των αναξίων και των μετρίων. Δεν έπρεπε να σκεπαστεί με δαμασκηνό σάβανο…
 
Στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, σ’ αυτή την σκηνοθετημένη παράσταση, άκουσα και εφέτος τις ομιλίες των κομματικών μοναρχών. Αντί να ενώσουν την φωνή τους στην ανάκαμψη της πατρίδας, τους άκουσα να σπέρνουν τον φανατισμό και την διχόνοια. Τους άκουσα, στους προκατασκευασμένους ρόλους τους, να ερίζουν στα ξέφτια της σορού. Ποια είναι η σορός; Μα φυσικά, η Ελλάδα μας.
 
Κατεστραμμένη χώρα είμαστε. Με τους νέους και τους σπουδασμένους –όχι άδικα- να την εγκαταλείπουν. Με όλους εμάς να κουβαλάμε στις πλάτες μας σαν τις καμήλες ένα διπλό χρέος. Το ένα εξωτερικό, στους δανειστές μας, κάπου στα 350 δισ. ευρώ, και το άλλο εσωτερικό, στις τράπεζες και την Εφορία, κάπου στα 150 δισ. ευρώ. Με μια απλή διαίρεση των οφειλόμενων με τον αριθμό των κατοίκων διαπιστώνεται πως μια τετραμελής οικογένεια (ακόμη και τα ανήλικα τέκνα της) είτε εργάζεται είτε όχι οφείλει προς «τρίτους» 200.000 ευρώ. Με ποια εργασία, με ποιους μισθούς και πότε θα εξοφλήσουμε έκαστος εξ’ ημών αυτό το χρέος; 
 
Ας μην γελιόμαστε. Μια «χωματερή», δυστυχώς, έγινε η Ελλάδα. Και το πολιτικό μας σύστημα πάνω στον πόνο μας στήνει μαγαζί ψήφων. Ωστόσο, υπομονή. Θα έρθει άσπρη μέρα και για εμάς. Και για τον Ελληνισμό.  Ίσως να χρειάζεται πρώτα να αλλάξει η τελευταία γενιά. «Όσο υπάρχουν πουλιά, και παιδιά, και λουλούδια, μην φοβάστε θα τα καταφέρουμε!». (Νίκος Καζαντζάκης).