Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου, 2018 - 18:49

Ο φάκελος της τραγωδίας

Η κυπριακή τραγωδία δεν μπορεί να αποδοθεί σε αδυναμίες της κυπριακής άμυνας, ούτε και στον εμφιλοχωρούντα διχασμό των Ελλήνων της Κύπρου, ο οποίος και φυσικά διαδραμάτισε ρόλο, αλλά κυρίως η ευθύνη εστιάζεται στο καθεστώς των Αθηνών, που ανεξαρτήτως της αυταρχικής, δικτατορικής δομής του, όφειλε να είχε στοιχειωδώς αντιληφθεί το προφανώς επικείμενο μιας μετά βεβαιότητος επερχόμενης τουρκικής ενέργειας, δηλαδή στρατιωτικής εισβολής.

 

Από τον  Χριστόδουλο Κ. Γιαλλουρίδη*

Υπάρχει εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια μια συζήτηση που σύρεται στην κυπριακή και την ελλαδική δημοσιότητα ως μια φωνή που θέλει να ακουστεί και που όμως διστάζει, δεν τολμάει να θελήσει να μιλήσει, να ομολογήσει τις πτυχές της τραγωδίας του ελληνικού έθνους στην Κύπρο. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ενοχής του ελληνικού πολιτικού συστήματος στο σύνολό του που μέχρι τώρα απέφευγε να βάλει το δάκτυλο «επί των τύπων των ήλων» του κυπριακού δράματος.

Το άνοιγμα των φακέλων της κυπριακής τραγωδίας άπτεται μιας πράξεως του ελληνικού κράτους οφειλόμενη στην νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδος, που επιχειρεί να διαλευκάνει τις ευθύνες, τα λάθη και τις παραλείψεις, κυρίως όμως τα εγκλήματα που η ελληνική δικτατορία στην ύστερη φάση της διαδρομής της διέπραξε εις βάρος της Κύπρου και του Ελληνισμού, επιφέροντας καταστροφικές συνέπειες σε διάφορα επίπεδα της εθνικής ζωής.

Η δικτατορία στην τελευταία φάση του βίου της, τον Ιούλιο του 1974, και ενώ τα ηνία της χώρας ευρίσκοντο ουσία στα χέρια του ταξίαρχου Δημήτριου Ιωαννίδη, ο οποίος είχε ανατρέψει επί τούτο, δηλαδή για να λάβει την εξουσία από τον έτερο δικτάτορα, Γεώργιο Παπαδόπουλο τον Νοέμβριο του 1973, αποφάσισε κατά τρόπο προδοτικά ανόητο να ανατρέψει τον πρόεδρο Μακάριο διά πραξικοπήματος, έδωσε άνευ εταίρου το καλοδεχούμενο πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει περίπου ανενόχλητα στο νησί.

Υπάρχουν πολλά σκοτεινά σημεία αναφορικά προς τις πρώτες κρίσιμες ώρες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και το εκτιμώμενο εκ των γεγονότων σε αποχρώσες ενδείξεις ενδεχόμενο τουρκικής επεμβάσεως να εσυνέβησαν καταστάσεις αποδιδόμενες σε συνθήκες που βρίσκονται στα όρια της εθνικής προδοσίας. Θα έπρεπε σύμφωνα με κανόνες απλής πολιτικής σκέψης, θα λέγαμε κοινής λογικής, να ήταν σε θέση κάποιος να εκτιμήσει άνευ εταίρου τις επιπτώσεις για την Κύπρο και τον ελληνισμό μιας τέτοιας πολιτικά εγκληματικής ενέργειας, όπως αυτής του πραξικοπήματος.

Η Τουρκία είχε ήδη από την δεκαετία του 1950 εκπονήσει προς τούτο, δηλαδή για να εισβάλει στην Κύπρο, το Σχέδιο Αττίλας, αναμένοντας την εκδήλωση του καταλλήλου προσχήματος, που θα της επέτρεπε να υλοποιήσει τα προς τούτο επεκτατικά σχεδία της. Το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1974 ήταν η πολυαναμενόμενη αφορμή, πιο σωστά το πρόσχημα «νομιμοποίησης» της από πολλού σχεδιασμένης τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Τα ερωτήματα που τίθενται και που αφορούν τόσο στην διενέργεια του πραξικοπήματος, όσο και στην απολύτως και κατά ταύτα υπόπτως ανεπαρκή αμυντική θωράκιση που υφίστατο στην Κύπρο τις ημέρες του Ιουλίου του 1974, είναι αμείλικτα και χρήζουν απαντήσεων ως προς τους υπευθύνους και την απουσία στρατηγικής, καθώς και σχεδίου αντιμετώπισης μιας περίπου μετά βεβαιότητος εκδηλούμενης απειλής ως επερχόμενης και εν τέλει επελθούσης επιθετικής ενέργειας.

Κατόπιν τούτων, κοινή είναι η εκτίμηση πως η κυπριακή τραγωδία δεν μπορεί να αποδοθεί σε αδυναμίες της κυπριακής άμυνας, ούτε και στον εμφιλοχωρούντα διχασμό των Ελλήνων της Κύπρου, ο οποίος και φυσικά διαδραμάτισε ρόλο, αλλά κυρίως η ευθύνη εστιάζεται στο καθεστώς των Αθηνών, που ανεξαρτήτως της αυταρχικής, δικτατορικής δομής του, όφειλε να είχε στοιχειωδώς αντιληφθεί το προφανώς επικείμενο μιας μετά βεβαιότητος επερχόμενης τουρκικής ενέργειας, δηλαδή στρατιωτικής εισβολής.

Επομένως, ανατρέχοντας στα γεγονότα και με αφορμή το άνοιγμα των φακέλων, στο οποίο αναφερόμαστε, οφείλει κανείς επιδιώκοντας την κάθαρση, δηλαδή την αποκατάσταση της αλήθειας σε ότι αφορά στις εθνικές ευθύνες, να ανατρέξει, όχι μόνο στην περίοδο της εισβολής και τα προηγηθέντα του χουντικού πραξικοπήματος, αλλά να επιστρέψει τον χρόνο της ιστορίας πίσω και να επισημάνει το ούτω καλούμενο προπατορικό αμάρτημα στην κυπριακή υπόθεση. Τούτο έγκειται στις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου του 1959, οι οποίες οδήγησαν σε ένα άδοξο και άδικο για τον κυπριακό ελληνισμό τέλος, σε ένα λαμπρό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα για την αυτοδιάθεση – ένωση. Πρέπει κανείς να υπενθυμίσει τις ιστορικές αφετηρίες των λαθών, που διεπράχθησαν εξαρχής και που οδήγησαν μοιραία σε εξελίξεις καταστροφικές για το έθνος.

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, με τις οποίες διεφώνησε ο ηγέτης της ΕΔΑ, αείμνηστος Ηλίας Ηλιού, καθώς και ο επικεφαλής της Προοδευτικής Παράταξης, Σπύρος Μαρκεζίνης, αποτελούν την λυδία λίθο, δηλαδή την αφετηριακή στιγμή οικοδόμησης της κυπριακής τραγωδίας. Ο αείμνηστος Ηλίας Ηλιού είχε προειπεί σε δηλώσεις του στην ελληνική βουλή κατά την συζήτηση των Συμφωνιών πως εύχεται να μην επαληθευθεί ο φόβος του πως η Κύπρος θα βρεθεί ενώπιον μιας ενεργού τουρκικής απειλής, που θα συνιστά πρόβλημα επιβίωσης για τον Κυπριακό Ελληνισμό, υποδεικνύοντας από τότε το εφιαλτικώς επερχόμενο μέλλον και διαδηλώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο και την υπεύθυνη στάση της ελληνικής πραγματικής αριστεράς.

*Ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης είναι Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο