Δευτέρα, 22 Ιουλίου, 2019 - 00:37

Εις αιώνα τον άπαντα

... Και όσο πλησιάζουμε προς τις κάλπες και ο  κομματικός αέρας θα φυσάει δυνατότερα τόσο τα ακραία σκουπίδια θα ανεβαίνουν πιο ψηλά…

Οδεύουμε σε εκλογές με τους διαρρήχτες του ήλιου μας να ερίζουν μεταξύ τους για το ποιος είναι λιγότερος άτιμος. Κι αυτή η εκλογική αναμέτρηση θα διεξαχθεί, δυστυχώς, με σκουριασμένες πολιτικές νοοτροπίες και με πολυκαιρισμένα πολιτικά πρόσωπα. Και οι πολίτες για μία ακόμη φορά, καθώς κάθε φορά βλέπουν να τους ξεγελούν τα πουλιά, θα κληθούν (όσοι ανταποκριθούν) να επιλέξουν τον καλύτερο μέσα από ένα πλήθος μετριοτήτων, υπομετριοτήτων και ανθυπομετριοτήτων που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο –που έγραφε ο Παναγιώτης Κονδύλης. Και όσο πλησιάζουμε προς τις κάλπες και ο  κομματικός αέρας θα φυσάει δυνατότερα τόσο τα ακραία σκουπίδια θα ανεβαίνουν πιο ψηλά…

Ας είμαι δίκαιος (όσο μπορώ). Δεν μας ξεγέλασαν μόνο τα πουλιά. Εξαπατήσαμε κι εμείς τον εαυτό μας. Τον ξεγελάσαμε με τα χάδια του αυτοθαυμασμού, τον εξυψώσαμε με τις θωπείες του εγωισμού και με μεγαλομανείς και ανάγωγους τρόπους τον εγκαταστήσαμε σε θρόνους που δεν του ταίριαζαν. Και, νομίζω, συνεχίζουμε να τον περιγελούμε -και να ραίνουμε τη ζωή μας με τριαντάφυλλα διχασμού, ζητώντας τα…ρέστα μόνο από τους πολιτικούς. Και η μεγάλη τραγωδία της μελαγχολικής δημοκρατίας μας είναι, ό,τι κανείς –ούτε οι πολιτικοί ούτε οι πολίτες, είναι πρόθυμοι να μετανιώσουν…

Κάποτε ο Θεοτοκάς είχε αναρωτηθεί: που είναι λοιπόν οι Έλληνες; Απαντώντας είπε «τους γυρέψαμε παντού και δεν τους βρήκαμε πουθενά»! Εάν  το ερώτημα τεθεί σήμερα, ισχύει η ίδια απόκριση; Δυσκολεύομαι να πω μετά βεβαιότητας την γνώμη μου. Στον επόμενο χρόνο των μεθεπόμενων γενιών, με βιωμένη την σημερινή κρίση,  ίσως φανεί εάν ο Έλληνας παραμένει Έλληνας ή όχι. Διακινδυνεύοντας να κάνω τεράστιο λάθος, ωστόσο, θα τολμήσω μια προσέγγιση λέγοντας ότι ο Έλληνας σε κάποια πράγματα παρέμεινε άφθορος και σε κάποια άλλα υπέστη όχι μόνο αλλοίωση, αλλά μετάλλαξη. Από την δεκαετία του ’80 υπέστη έναν απίστευτης εκτάσεως κοινωνικό και αξιακό μετασχηματισμό που του άλλαξαν πολλά στοιχεία απ’ αυτά που τον συγκροτούσαν. Κάποτε, οι Έλληνες μετέβαλλαν τα χρήματα που κέρδιζαν σε γράμματα και πατριωτισμό. Γράφει ο Τόμας Γκόρντον στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», έκδοση του “Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης”, σε μετάφραση Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Εν μέσω της εισροής του πλούτου και της εξαπλώσεως της παιδείας, η από μακρού σιγώσα φωνή της φιλοπατρίας ήρχισε ν’ ακούεται και τα παρελθόντα κλέα της Ελλάδος έγειναν θέμα, το οποίον ήχει είς τα ώτα του Κλέφτου επί της κλιτύος του όρους, του ναύτου εις το πλοίον και του εμπόρου όπισθεν του λογιστηρίου του». Στους σύγχρονους καιρούς μας έπαψε να ισχύει αυτό. Η αθρόα πανεπιστημιακή άνθηση και η κατακόρυφος αύξηση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων, στις τρεις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολιτεύσεως, μετατράπηκαν σε απληστία, λαμογιά, καταναλωτισμό, …στομάχι και κοιλιά!

Όμως, ας γίνω λιγότερο ισοπεδωτικός και περισσότερο αισιόδοξος. Όπως η Επανάσταση του 1821, αν και στηρίχθηκε επί «ενός καθαρού μετάλλου που όμως εν πολλοίς εξητμίσθη  και έμεινεν ολίγον πλην της υποστάθμης», αποτέλεσε το κορυφαίο μεγαλούργημα του Ελληνισμού, έτσι και σήμερα στην υποστάθμη της παρακμής πιστεύω ότι έχει μείνει άσπιλο μια χούφτα χώμα ελληνικό. Επαρκεί για μια εθνική αφύπνιση εφόσον η σπορά που θα πέσει σε αυτό θα είναι γερή και καθαρή. Κάποια πρόσωπα από την σημερινή πολιτική σκηνή ξεχωρίζουν. Δημοκράτες και πατριώτες Έλληνες υπάρχουν. Ας βγουν μπροστά, μαζί με τους ομογενείς της διασποράς (όπως τότε το ’21), αφού προηγουμένως ψάξουν μέσα τους να βρουν το νήμα της επιστροφής στις αξίες του Ελληνισμού. Τότε, ναι, θα μιλήσουμε για Ελλάδα και Έλληνες. «Παρά τον θάνατον, εις αιώνα τον άπαντα ακμάζομεν».