Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου, 2018 - 09:37

Προκλήσεις διακυβέρνησης

Στο ελληνικό κράτος η θεσμοθετημένη κουλτούρα πόρρω απέχει από τη διάχυτη και εμπεδωμένη κοινωνική αντίληψη. Η θέση αυτή έλκει το νόημά της από την περιδίνηση στην ελληνική πολιτική ιστορία και στον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε το ελληνικό κράτος, ιδιαίτερα μετά τον εμφύλιο και την κατίσχυση στο πεδίο της εξουσίας του ενός πόλου, στον παραδοσιακό άξονα «δεξιάς-αριστεράς». Ως εκ τούτου, οι θεσμοί ως θεμελιώσεις εκπορευόμενες από τα φιλελεύθερα κράτη της Δύσης απέκλιναν από το κοινωνικό αισθητήριο, το οποίο τροφοδοτούνταν από τις μετεμφυλιακές διώξεις και αγκυλώσεις και την ηγεμονία στο ιδεολογικό πεδίο της ηττημένης πλευράς.

Από τον Νικόλα Παπαναστασόπουλο*

Σ’ όλες αυτές τις χρονικές φάσεις η σημαντικότητα των θεσμών ως κανόνων συμπεριφοράς λογιζόταν στο επίπεδο της πραξεολογίας ως περιδεής, επιφανειακή, όχι ως έμπιστη προσήλωση και σίγουρα στο πίσω μέρος του μυαλού καραδοκούσαν οι (ορμέμφυτες) τάσεις της ανυπακοής.

Η ιστορική αντίφαση που γεννήθηκε έγκειται στο ότι τα θεμέλια του κράτους δικαίου και ο δυτικός προσανατολισμός, ως μια νέα θεμελίωση του κράτους και της λειτουργίας του, μετά τη δικτατορία, δεν αφομοιώθηκαν και δεν μετουσιώθηκαν ως εναργές πολιτικό κεφάλαιο που να οιστρηλατεί τα οράματα και τις προσδοκίες των Ελλήνων πολιτών.

Παρατηρώντας τα κόμματα εξουσίας, για το ΠΑΣΟΚ, η ταύτιση κομματικών λογικών και νομοτεχνικής, ακόμα και στο κορυφαίο συνταγματικό επίπεδο νομοπαραγωγής και η θεώρηση ότι από το αυταρχικό κράτος έπρεπε να φτάσουμε στο άλλο άκρο της θεσμικής κατάλυσης («κανένας θεσμός, μόνο ο λαός») ενέχει των δικών του συνεπειών. Οι όποιες απόπειρες και πολιτικές επιλογές ανάτασης από πλευράς των κυβερνήσεων της περιόδου 1996-2004 υποχώρησαν ακριβώς λόγω αυτής της δυναμικής που είχε κυοφορηθεί και της λαϊκίστικης νοοτροπίας που ως πολλαπλασιαστής των στρεβλώσεων του πολιτικού συστήματος καθιστούσε τους θεσμούς ανενεργούς.

Για τη Νέα Δημοκρατία τα διαστήματα εξουσίας ήταν αρκετά, χωρίς να γίνονται αντιληπτά τα θνησιγενή χαρακτηριστικά, καθώς εξέλιπε από τη μια η εμπιστοσύνη του ενός κομματιού της κοινωνίας και από την άλλη η προάσπιση της ιδεολογίας και των φιλελεύθερων αιτημάτων. Το πρόταγμα του πραγματισμού (μεσαίος χώρος) τής προσέδωσε διέξοδο από την ιδεολογική αμηχανία και το διαζύγιο με τη διακυβέρνηση, ωστόσο η απουσία αρθρωμένου πολιτικού λόγου και ιδεολογικής επένδυσης του προτάγματος περί επανίδρυσης του κράτους ανακύκλωσε νοοτροπίες της προηγούμενης περιόδου, οι οποίες αναπαράχθηκαν και πληρώθηκαν: ως ασθένειες της διακυβέρνησης και ως διαλείμματα πολιτικής εξουσίας και όχι πολιτικής κυριαρχίας. Αλλά και αργότερα οι παλινδρομήσεις της και η εμμονική προσήλωση στο μνημόνιο και όχι η πρόταξη οραμάτων και επιλογών που ισχύουν σε όλο τον κόσμο τής παρείχαν έναν πρόσκαιρο γάμο με την εξουσία που γρήγορα οδήγησε σε διαζύγιο.

Από την άλλη, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και η προσωπολατρική σχέση της ελληνικής κοινωνίας (όσο αυτή διαρκέσει) με τον σημερινό πρωθυπουργό φαίνεται να δίνει πνοή διακυβέρνησης που ωστόσο μένει να διαφανεί τι θα σημάνει για την ελληνική πολιτική κουλτούρα και ζωή των πολιτών.

Τούτων (πραγματιστικών) δοθέντων, το περιεχόμενο μιας ουσιαστικής διακυβέρνησης ή της πορείας προς αυτήν επιτάσσει την αναζήτηση νέων οραμάτων που θα εγείρουν και θα εμπνεύσουν μια κοινωνία που βρίσκεται σε παιδευτική ύπνωση, σε αναστάτωση, αλλά και πολιτική απάθεια (βλέπε ποσοστά αποχής). Αυτό το όραμα ορίζεται, αποφασιστικά, ως ένα διαυγές ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα που διαπνέει όλη τη δημόσια σφαίρα, μέσα από την κατοχύρωση της προστασίας και ασφάλειας του ατόμου, τη διασφάλιση όρων και συνθηκών ατομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, την καταξίωση και απόδειξη των δικαιωμάτων και όχι μόνο των υποχρεώσεων των πολιτών, και εν τέλει ως δείκτης μιας πολιτικής αξιών που προάγει το άτομο σε μια άρρηκτα διαλεκτική σχέση με την κοινωνία.

Η πρόκληση αυτή θα απαντηθεί μέσα από την ευθύκριτη θέαση και επιλογή μεταξύ του παραδοσιακού άξονα «δεξιάς-αριστεράς», σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού που αναντίρρητα κυριαρχεί, παρά τις όποιες απόπειρες συμπλεγματικών ψιμυθίων και μνημονιακών φυλακίσεων.

*Ο Νικόλας Παπαναστασόπουλος διδάσκει στη Σχολή Εθνικής Άμυνας