Πέμπτη, 29 Ιουνίου, 2017 - 04:35

Σίφνος: Στο φως του απέριττου

Η ΣΙΦΝΟΣ δεν θα σου δώσει το δικαίωμα να την κατακτήσεις με την πρώτη περιδιάβαση. Όχι γιατί είναι δύσκολη και δεν θέλει γρήγορους εραστές. Αλλά γιατί θέλει πρώτα να σε …παίξει. Είναι ιδιότροπη και θέλει μαζί σου να παίξει το κυνήγι του χαμένου θησαυρού. Να σε ψάξει και να την ψάξεις. Να σου κρυφτεί και να την ανακαλύψεις.

Η Σίφνος θέλει, πριν σου παραδοθεί, να σε δοκιμάσει. Να δει τις αντοχές σου στον χρόνο. Την αντίδρασή σου στα δολωμένα με σαγήνη άγκιστρα που θα σου πετάξει. Εάν δεν αντέξεις το βίτσιο της, θα την απορρίψεις. Εάν, αρχίσεις να το διασκεδάζεις, ε!, δεν θα αργήσει εκείνη η ώρα που ο ένας θα πέσει στην αγκαλιά του άλλου, δίνοντας όρκους παντοτινής αφοσίωσης και αγάπης. Κάπως έτσι έπεσα και εγώ πριν από δεκαεπτά  χρόνια στην αγκαλιά της και από τότε δεν έχω ξεκολλήσει ούτε για μια στιγμή. Χειμώνα – καλοκαίρι. Όλα αυτά τα χρόνια, δεν μπορώ να πω, με αποζημιώνει με το παραπάνω. Και κάθε φορά, μου αποκαλύπτεται. Κάθε φορά μου μιλάει για τη ζωή της και αγκαλιασμένοι βουτάμε στα δικά της θησαυρίσματα∙ στις γαλάζιες μυσταγωγίες της θάλασσας, στους κυματισμούς του ήλιου, στο φως του απέριττου λευκού, στα σοκάκια του ανθρώπινου δέους.

Αυτό που σε γοητεύει στη Σίφνο δεν είναι μόνο η αρχιτεκτονική και το άρωμα της πέτρας, τα δεκάδες κάτασπρα με τους γαλάζιους τρούλους εκκλησάκια της και το μυρωμένο θαλασσινό ανεμοβόρι της. Είναι η εποχή που σε μεταφέρει, χωρίς η ίδια να έχει αρνηθεί το σήμερα. Σε μεταφέρει σε μια ειλικρινή και ατόφια περίοδο –οι μεγαλύτεροι θα το θυμούνται- όπου τα κεράσματα στα σπίτια ήταν, ακόμη και στα αθηναϊκά, το γλυκό του κουταλιού, το λουκούμι και η βανίλια «υποβρύχιο». Ε, μισό και πλέον αιώνα μετά, στις βεγγέρες στη Σίφνο προσφέρονται καλόψυχα τα ίδια γλυκά. Και παραξενεύεται με θαυμασμό ο επισκέπτης, όταν βλέπει ακόμη στις μέρες μας να καπνίζουν στο νησί οι ξυλόφουρνοι και κάθε Κυριακή, ακόμη και τα παιδιά, να μεταφέρουν στο σπίτι μέσα στ’ αχνιστά τσουκάλια το εθνικό τους φαγητό, τη ρεβιθάδα (ρεβίθια ψημένα στο φούρνο μέσα σε πήλινο σκεύος).

Όμως στη Σίφνο, δεν είναι μόνο το εδεσματολόγιο, με τη ρεβιθάδα, την καππαροσαλάτα, τους ρεβιθοκεφτέδες, το μαστέλο (αρνάκι σε πήλινο τσικάλι) και το τυρί μανούρα. Είναι και πολλά άλλα που σου επαναφέρουν παλιές θύμησες και ευδαιμονίες. Είναι τα υπομονετικά γαϊδουράκια, που στη Σίφνο χρησιμοποιούνται σε άπειρες ασχολίες, είναι οι φλάροι (οι παραδοσιακοί πήλινοι καπνοδόχοι), είναι τα σχεδόν καθημερινά πανηγύρια με το λαούτο και το βιολί να πρωτοστατούν στο γλέντι, είναι τα παραδοσιακά επαγγέλματα και ασχολίες με τους τσικαλάδες (αγγειοπλάστες) και τους αλωνάδες, είναι οι αυλές πνιγμένες στις άσπρες θάλασσες των ανάλαφρων γιασεμιών, είναι τα φιδωτά καλντερίμια που μοσχοβολούν καθαρότητα στον ασβέστη. Είναι πολλά ακόμη. Είναι η μόνη και μοναδική, η Σίφνος μου. Η Σίφνος μας.
  
Η Σίφνος, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, πήρε το όνομά της από τον Σίφνο, γιο του ήρωα της Αττικής, του Σούνιου. Κατά μία άλλη εκδοχή, το όνομα προήλθε από το επίθετο «σιφνός», που σημαίνει κενός, κούφιος, άδειος. Εξαιτίας των μεταλλείων που υπήρχαν κατά τους αρχαϊκούς χρόνους στη Σίφνο, και πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι το νησί είναι κούφιο στο υπέδαφός του από τις γαλαρίες που είχαν ανοιχτεί για την εξόρυξη των μεταλλευμάτων. Πάντως, για την ονομασία της Σίφνου, η εκδοχή του γιου του ήρωα της Αττικής φαίνεται να επικρατεί, και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι οι περισσότερες πόλεις και τα νησιά της Ελλάδας έχουν πάρει το όνομά τους από αρχαίους θεούς, ήρωες ή ηγεμόνες, όπως για παράδειγμα η Αθήνα από τη θεά Αθηνά.

Στα αρχαϊκά χρόνια (6ος  αιώνας π.Χ.), η Σίφνος γνώρισε μεγάλη οικονομική ακμή από τα μεταλλεύματά της, κυρίως χρυσού, αργύρου και μόλυβδου. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, οι Σαμιώτες σκότωσαν το 525 π.Χ. εκατοντάδες Σιφνιούς, όταν αρνήθηκαν να τους συνδράμουν, κατέστρεψαν το «άστυ», την πρωτεύουσά τους (το Κάστρο) και, φεύγοντας, πήραν 100 τάλαντα ασήμι (περίπου δυόμιση τόνους). Ανασκαφές των τελευταίων χρόνων στην περιοχή του Άγιου Σώστη, στα ΒΑ του νησιού, έφεραν στο φως μεταλλεία αργύρου τα οποία σύμφωνα με τους αρχαιολόγους χρονολογούνται στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., στην πρωτοκυκλαδική περίοδο.

Πολλά είναι τα «παιδιά» της Σίφνου που θα θελήσει κανείς να γνωρίσει όταν θα βρεθεί στο νησί. Τόποι γαληνεμένοι που συναγωνίζονται μεταξύ τους στην ομορφιά και την παράδοση. Η Απολλωνία (πρωτεύουσα) –το χωριό όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι-, ο Αρτεμώνας, το Κάστρο, η Καταβατή, τα Εξάμπελα, ο Πλατύς Γιαλός, το Βαθύ, ο Φάρος, το Άνω και Κάτω Πετάλι και οι Καμάρες.

Το αγλάισμα του νησιού είναι το Κάστρο, το «άστυ», η αρχαία πρωτεύουσα της Σίφνου από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι το 1836 (κατοικημένο αδιάλειπτα μέχρι σήμερα), οπότε και μεταφέρθηκε στην Απολλωνία. Η περιδιάβαση στο Κάστρο είναι ένα ταξίδι στον χρόνο και την ιστορία. Εδώ σμίγουν όλοι οι πολιτισμοί. Ο ελληνικός, ο βυζαντινός, ο δυτικός. Σταυροδρόμι ανθρώπων και ιδεών. Τα σπίτια, κολλητά το ένα με το άλλο, σχηματίζουν με τα εξωτερικά κτίσματα ένα κλειστό αμυντικό τείχος, ενώ διατηρούνται τα χαρακτηριστικά του βενετσιάνικου οχυρού που κτίστηκε το 1365 από τη δυναστεία των Ντα Κορόνια.

Στο Κάστρο, θες δε θες, η φαντασία οργιάζει και οι εποχές ξαναζωντανεύουν μέσα από τις μυρωδιές που αναδύονται από τα παλιά κτίσματα. Νομίζεις πως περπατάς στο Βυζάντιο, στην «Επαρχία των Νήσων» όπου υπαγόταν τότε η Σίφνος, ή στο «Δουκάτο του Αιγαίου» επί Φραγκοκρατίας. Ολόγυρά σου νομίζεις πως κυκλοφορούν μάγιστροι, δόγηδες, δούκες, ηγεμόνες, άρχοντες, γουβεναδόροι, βασάλοι, δουλοπάροικοι, και τόσα άλλα αξιώματα και κοινωνικές τάξεις που συνέθεταν το φεουδαρχικό σύστημα της τότε εποχής.

Τα στενά σοκάκια στο Κάστρο είναι πλακόστρωτα, τα πάντα είναι ασβεστωμένα και παντού κυριαρχούν οι πεζούλες, οι καμάρες και οι θολωτές στοές, οι λεγόμενες «λόντζιες» επί Φραγκοκρατίας. Σε πολλά σπίτια διατηρούνται ακόμη στις εισόδους τα οικόσημα των φράγκικων οικογενειών που δυνάστευσαν την άλλοτε πρωτεύουσα της Σίφνου, από το 1207 μέχρι το 1537 οπότε και κατελήφθη από του Τούρκους.

Αν και το Κάστρο θεωρείται το καύχημα της Σίφνου, η Απολλωνία και ο Αρτεμώνας αποτελούν τα στολίδια. Η Απολλωνία οφείλει το όνομά της στο ναό του θεού Απόλλωνα που υπήρχε στους αρχαίους χρόνους στη θέση που σήμερα βρίσκεται η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού.

Η ονομασία του Αρτεμώνα απορρέει από τον ναό της θεάς Αρτέμιδας, ο λατρευτικός ναός της οποίας υπήρχε στον χώρο που σήμερα βρίσκεται η εκλησία της Θεοτόκου. Οι δύο αυτοί τόποι, Απολλωνία και Αρτεμώνας, αναδεικνύουν με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο την κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική. Παντού λιτές γραμμές, σπίτια σε σχήμα παραλληλεπίπεδο, με έναν ή δύο ορόφους, με επίπεδες στέγες, με πήλινες καπνοδόχους, με εσωτερικές λουλουδιασμένες αυλές και πλακόστρωτα σοκάκια.

Όταν περπατάς στον Αρτεμώνα ή στην Απολλωνία έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα απέραντο έργο ζωγραφικής και αναρωτιέσαι που βρήκε ο ζωγράφος τόσο περίσσιο λευκό για να βουτήξει τον χρωστήρα του τόσες αμέτρητες φορές. Ιδιαίτερα στον Αρτεμώνα, η εντύπωση προσλαμβάνει ονειρική διάσταση. Σε αυτό τον τόπο, στην παραδοσιακή κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική προστίθεται ως πινελιά και η αρχοντιά των νεοκλασικών επαύλεων που έχτισαν στα παλιά χρόνια πλούσιοι Σιφνιοί. Επιβλητικά οικήματα με γλυπτική διακόσμηση, με κεραμοσκεπές, μέσα σε μεγάλα οικόπεδα, με κήπους πνιγμένους στα πεύκα, τις ελιές, τις βουκαμβίλιες και τις γιασεμιές, δεσπόζουν στους δρόμους του Αρτεμώνα ζωντανεύοντας τη χρυσή εποχή του νησιού. Την εποχή της ευμάρειας, της ευγένειας και της αρχοντιάς.
 

Λέγεται ότι στη Σίφνο υπάρχουν 365 εκκλησιές, μοναστήρια και ξωκλήσια, όσες και οι μέρες του χρόνου. Ενδεικτικό της πίστης και της λατρείας των κατοίκων. Από αυτές λειτουργούνται οι 224. Είναι ιστορικά καταγεγραμμένη η χριστιανική ορθόδοξη προσήλωση των Σιφνιών, ιδίως την εποχή μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, κατά την Δ΄ Σταυροφορία της Δύσης εναντίον της Ανατολής (1204) και την κατοχή των Κυκλάδων από τους Φράγκους. Οι Σιφνιοί, περισσότερο από κάθε άλλο λαό, όχι μόνο δεν δέχτηκαν τον καθολικισμό, αλλά αντιστάθηκαν σθεναρά στον παπισμό της εποχής.

Οι περισσότερες εκκλησιές στη Σίφνο κτίστηκαν τον 15ο, 16ο και 17ο αιώνα ως αντίσταση στους κάθε λογής κατακτητές, από τους κατοίκους που εκμεταλλεύτηκαν την ανεξιθρησκία κι άλλα προνόμια που είχαν καταφέρει να αποσπάσουν κατά καιρούς. Ήταν το ξέσπασμα της αδούλωτης χριστιανικής ορθόδοξης πίστης εναντίον των Φράγκων και των ξενόφερτων ηγεμόνων που επιχειρούσαν να επιβάλουν την πρωτοκαθεδρία της Αγίας Έδρας της Ρώμης. Ήταν ο υπερήφανος και ηρωικός αυτός νησιώτικος ελληνικός λαός που δεν έλεγε με τίποτε να προδώσει την προαιώνια πίστη του και το βυζαντινό του παρελθόν.

Τις εκκλησιές στη Σίφνο τις συναντάς παντού. Σε κάθε σου βήμα. Στις κορυφές βουνών σαν επουράνια ευχαριστήρια προσευχή. Πάνω σε βράχους να αγναντεύουν το πέλαγος της σιωπής και της γαλάζιας κατάνυξης. Δίπλα στα σπίτια των οικισμών, ένα με τους ανθρώπους στην καθημερινή τους πάλη για την επιβίωση. Όλες μαζί συνθέτουν ένα περιβόλι αιγαιοπελαγίτικης αγιοσύνης, με τις μυρωδιές της αλμύρας και της ζωοδόχου φύσης. Οι τρούλοι των εκκλησιών στη Σίφνο δεν γίνονται με κεραμίδια, αλλά είναι μόνο επιχρισμένοι με ασβέστη, ενώ αρκετές φέρουν στον τρούλο τους το βαθύ γαλάζιο χρώμα. Είναι μονόκλιτες, δίκλιτες ή τρίκλιτες, βασιλικού ρυθμού σε διάφορες παραλλαγές, και τα κωδωνοστάσια είναι μονότοξα, δίτοξα και τρίτοξα. Οι αγιογραφίες των εικόνων είναι βυζαντινής, μεταβυζαντινής και κρητικής τέχνης, ενώ τα τέμπλα είναι ξυλόγλυπτα, επιχρυσωμένα τις περισσότερες φορές.

Όταν βρεθείτε στη Σίφνο αξίζει να επισκεφθείτε όσες περισσότερες εκκλησιές μπορείτε. Ρωτήστε τους ιερείς για την ιστορία της καθεμιάς, ακόμη και τους γείτονες, γιατί στη Σίφνο πολλοί κάτοικοι έχουν την ευθύνη και την επιμέλεια των ναών. Μάλιστα, πολλοί από αυτούς κρατούν τα κλειδιά, ακόμη και τις άγιες εικόνες τους, εάν έχουν οριστεί πανηγυράδες. Για κάθε εκκλησιά ορίζεται κάθε χρόνο ένας Σιφνιός, ο οποίος αναλαμβάνει την οργάνωση και τα έξοδα του πανηγυριού την ημέρα που εορτάζει ο Άγιος της εκκλησιάς. Καθ’ όλη την διάρκεια του έτους ο πανηγυράς έχει την εικόνα στο σπίτι του, εκτός από τις Κυριακές όπου την επιστρέφει στην εκκλησία προς προσκύνηση των πιστών, και αυτό θεωρείται ύψιστη ευλογία για την οικογένειά και το νοικοκυριό του. Στο πανηγύρι του Αγίου όλοι οι προσερχόμενοι, ντόπιοι και επισκέπτες, δειπνούν σε μεγάλα στενόμακρα τραπέζια στη τραπεζαρία - μαγειρείο της εκκλησίας όπου σερβίρεται απαραιτήτως ρεβιθάδα, και ανάλογα τον πανηγυρά κρέας κοκκινιστό με πατάτες ή μακαρονάδα με κιμά. Φυσικά το κρασί ρέει άφθονο και στα περισσότερα πανηγύρια στήνεται γλέντι με βιολιά και λαούτα. Η ηθική ανταμοιβή του πανηγυρά από τους δειπνούντες είναι όταν όλοι μαζί χτυπούν τα μαχαιροπήρουνα στα πιάτα και φωνάζουν «εβίβα του πανηγυρά». Το αμέσως επόμενο…σύνθημα που δονεί την τραπεζαρία – μαγειρείο, με τον ίδιο τρόπο, είναι «εβίβα του μάγειρα» ο οποίος έχει κοπιάσει από τα ξημερώματα για να ετοιμάσει το φαγητό.

Από τους ντόπιους και τους πανηγυράδες, λοιπόν, θα πληροφορηθείτε την ιστορία της κάθε εκκλησιάς. Θα μάθετε από πρώτο χέρι πως προήλθε η ονομασία τους. όπως της Παναγιάς της Γουρνιάς ή Πλύστρας στο Άνω Πετάλι, από το γεγονός ότι παλαιότερα δίπλα στην εκκλησία υπήρχε γούρνα με τρεχούμενο νερό πηγής και πήγαιναν εκεί οι γυναίκες του χωριού να πλύνουν τα ρούχα τους. Οπωσδήποτε να επισκεφθείτε την Παναγιά της Χρυσοπηγής (η πολιούχος του νησιού και με μεγαλοπρεπές πανηγύρι στις αρχές του καλοκαιριού) με την θαυματουργή εικόνα, το εκκλησάκι των Επτά Μαρτύρων στην άκρη του βράχου στο Κάστρο (με θέα το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου), την Παναγιά της Κόγχης και της Άμμου στον Αρτεμώνα και τον Αι – Γιάννη τον Πρόδρομο, στο Άνω Πετάλι, (με την εκπληκτική θέα ολόκληρης της Απολλωνίας). Εάν αντέχουν τα πόδια και η καρδιά σας ανηφορίστε στον Προφήτη Ηλία σε υψόμετρο κάπου 680 μέτρα.

Η αγγειοπλαστική στη Σίφνο έχει ιστορία και παράδοση που χάνεται πολύ πίσω στον χρόνο. Όπως έχει αναφέρει ο λαογράφος του νησιού, Αντώνης Τρούλος, μέχρι το 1830 ο τοπικός πληθυσμός κάλυπτε τις καθημερνές του ανάγκες από τα παλιά κανατάδικα του νησιού.

Μετά το 1870, ο Σιφνιός τεχνίτης άρχισε να κατασκευάζει στον τροχό το πρωτόγνωρο είδος του «τσουκαλιού», που τοποθετείται στη φωτιά και χρησιμεύει στο μαγείρεμα. Έκτοτε, χρόνο με τον χρόνο η Σίφνος μετατρέπεται στο μεγαλύτερο κέντρο αγγειοπλαστικής. Πριν από τον πόλεμο λειτουργούσαν περισσότερα από 60 αγγειοπλαστεία και η τοπική κοινωνία - οικονομία γνώρισε μέρες δόξας. Το αργιλώδες έδαφος παρείχε άφθονη πρώτη ύλη. Τα πήλινα σκεύη ταξίδευαν παντού, γίνονταν περιζήτητα και Σιφνιοί αγγειοπλάστες εγκαθίστανται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας. Σιφνιοί «τσικαλάδες» και «κανατάδες» έρχονται στο προάστιο της Αθήνας, το Μαρούσι, και δημιουργούν τη δική τους πολιτεία. Την κεραμούπολη. Οι Μαρουσιώτες νερουλάδες της εποχής μετέφεραν το νερό στην Αθήνα με τις στάμνες που κατασκεύαζαν μάστορες Σιφνιοί. Ένας από αυτούς τους νερουλάδες ήταν και ο Θανάσης Λούης, ο πατέρας του Ολυμπιονίκη Σπύρου Λούη (1896).

Όμως τίποτε δεν μένει άφθαρτο στον χρόνο. Στη ζωή όλα αλλάζουν. Οι κοινωνίες εκσυγχρονίζονται. Το ίδιο και οι συνήθειες. Το δίκτυο διανομής του νερού και του ηλεκτρικού, τουλάχιστον στις μεγάλες πόλεις, άλλαξε τρόπους, συμπεριφορές και πρακτικές στην καθημερινότητα του πολίτη. Οι στάμνες έγιναν αχρείαστες για την μεταφορά του νερού. Οι φούρνοι σταμάτησαν να καπνίζουν για το ψήσιμο στα τσουκάλια. Τα πιθάρια, για την αποθήκευση του λαδιού και άλλων τροφίμων, ξεπεράστηκαν. Η αγγειοπλαστική άρχισε σιγά – σιγά να φθίνει, συμπαρασύροντας μια ολόκληρη κοινωνία ανθρώπων. Όμως, μια χούφτα από δαύτους αρνήθηκε να παραδοθεί στη νομοτέλεια. Να καταθέσει τα όπλα. Αντιστάθηκαν με όλη την δύναμη της ψυχής τους και διατήρησαν αυτό που βρήκαν από τους παππούδες και τους πατεράδες τους, αυτό που κληρονόμησαν από τη μάνα γη της Σίφνου. Μπορεί, λοιπόν, σήμερα τα αγγειοπλαστεία στο κυκλαδίτικο νησί να μην είναι τα 60 της χρυσής εποχής, αλλά υπάρχουν τουλάχιστον 15 που διατηρούν το άρωμα μιας αλλοτινής εποχής, σίγουρα ξεπερασμένης αλλά πάντα ρομαντικής και νοσταλγικής. Και ευτυχώς, όχι μόνο υπάρχουν και δουλεύουν, αλλά έχουν και μέλλον.

Αυτά τα 15 αγγειοπλαστεία πρέπει να τα επισκεφθείτε όλα! Θα τα βρείτε στις Καμάρες, στον Πλατύ Γιαλό, στο Βαθύ, στη Χερρόνησο και σε άλλα χωριά του νησιού. Κι αυτά, ωστόσο, έχουν εκσυγχρονιστεί.

Μπορεί ο τροχός να μην είναι ποδοκίνητος όπως παλιά, μπορεί τα πήλινα να μην στεγνώνουν στα καμίνια αλλά σε μεγάλους ηλεκτρικούς φούρνους, όμως το μεράκι και η τέχνη παραμένουν ίδια και αναλλοίωτα. Θα βρείτε ένα σωρό αντικείμενα και σκεύη που ακόμη στις μέρες μας είναι χρηστικά στο κάθε σπίτι, σε σχέδια και χρώματα που θα σας καταπλήξουν. Και προτιμήστε τις ταβέρνες εκείνες – και είναι πολλές- που διαθέτουν ξυλόφουρνους και μαγειρεύουν σε τσικάλια, όπως την ρεβιθάθα και το μαστέλο. Η γεύση του φαγητού είναι διαφορετική. Είναι το κάτι άλλο.