Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 06:24

Το λουλούδι της Ιωνίας

Για τον Βενιζέλο το χρυσό κλειδί της Ανατολής ήταν η Σμύρνη. Η «δυτικότροπη» Σμύρνη. Η «ερασμία» και ο «στέφανος της Ιωνίας». Η κατάλευκη, που φάνταζε σαν φτερό περιστεριού άλλοτε όπως αναδυόταν μέσα από το θάμβος του πρωινού και το γαλάζιο της θάλασσας, κι άλλοτε καθώς χανόταν στην αχλή του δειλινού. Η άπιστη Σμύρνη. Η «Γκιαούρ Ισμίρ», όπως την αποκαλούσαν οι Τούρκοι. Το «λουλούδι της Ιωνίας», που το έβλεπαν οι Έλληνες ν’ ανθίζει μέσα από τα χέρια τους, να τους ομορφαίνει τη ζωή και να μεθάει την ψυχή τους όπως μόνο τα όνειρα μπορούν να το κάνουν.

Του Βασίλη Τζανακάρη*

Ο Χρήστος Σολομωνίδης γράφει πως, αν η Σμύρνη υπήρξε ο «οφθαλμός της Ασίας», η προκυμαία της ήταν η «κόρη αυτού του οφθαλμού». Στα μέσα του 19ου αιώνα λένε και γράφουν οι ιστορικοί πως είχαν αρχίσει να ανατρέπονται τα πάντα σε σχέση με την παλιά Σμύρνη. Οι προσχώσεις στην περιοχή του λιμανιού θα δημιουργήσουν νέα μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα, στα οποία σπεύδει να εγκατασταθεί η αστική τάξη της εποχής, οι Ευρωπαίοι, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Εβραίοι, που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους στον μέχρι τότε Φραγκομαχαλά. Άλλοι από αυτούς μετακομίζουν στα προάστια του Βουτζά και του Μπουρνόβα. Αλλά η πλέον αριστοκρατική συνοικία της Σμύρνης δεν θα πάψει να είναι η Μπέλα Βίστα (Καλή Θέα), με τα όμορφα σφυρήλατα φανάρια του γκαζιού στις γωνιές των πλακόστρωτων δρόμων και τα περίτεχνα σαχνισιά στις προσόψεις των σπιτιών της.

Στα 1867 αρχίζει να κατασκευάζεται η γνωστή και τόση αγαπημένη προκυμαία, το θρυλικό Και. Με 3.325 μέτρα μήκος όταν αυτή ολοκληρώνεται το 1874 από τον Γάλλο μηχανικό Ντουσό. Για να αγαπηθεί όσο τίποτε άλλο από τους Σμυρνιούς και να γίνει ο πλέον προσφιλής τόπος για περίπατο και διασκέδαση. Με άλλα λόγια, να γίνει η ψυχή, η βιτρίνα μιας πόλης που μ’ αυτήν ξεκλείδωνε όλη τη μαγεία της Ανατολής και την πρόσφερε στον επισκέπτη της μέσα από έναν κατακτητικό εξωτισμό. Και με το συνάλλαγμα να ρέει σε ποτάμια από λίρες και χάρτινες μπαγκανότες.

Ευρωπαϊκός καπιταλισμός

Αποδώ και πέρα ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα αποτυπώνεται στη Σμύρνη μέσα από χίλιες δυο εκφάνσεις της καθημερινής ζωής, με κυρίαρχη την τάξη των εμπόρων και των βιομηχάνων, και εμφανή τον εκδυτικισμό των ανθρώπων που την αντιπροσωπεύουν ως προς το ντύσιμο, τη διασκέδαση, τα μέσα μεταφορών κ.τ.λ.

Αμέτρητα είναι τα προϊόντα που εξάγονται από το λιμάνι της, με πρώτα τα ξεραμένα σύκα (μόνο για την κατασκευή κιβωτίων για σύκα υπήρχαν στην πόλη δεκαπέντε εργοστάσια), για να πάρουν σειρά ο καπνός, το βαμβάκι, η σταφίδα, τα πανέμορφα ξακουστά χαλιά της ενδοχώρας, που μήνες, ακόμα και χρόνια, τα ύφαιναν στους αργαλειούς τους οι γυναίκες του Ουσάκ. Μόνο στη Σμύρνη η βρετανική βιομηχανία Οριεντάλ Κάρπετ απασχολούσε 300 εργάτριες και περίπου 10.000 στα άλλα εργοστάσιά της που ήταν κατεσπαρμένα στο εσωτερικό, με επίσης σημαντική την αλευροβιομηχανία.

Φωνές διαλαλητών αντηχούσαν στην ατμόσφαιρα από το ξημέρωμα. Κουδούνιζε χαρούμενα το καμπανέλι από το ιππήλατο τραμ που μετέφερε τους βιαστικούς και τους κουρασμένους, έσκιζε κάπου κάπου τον αέρα ο συριγμός των τρένων από τους δυο σιδηροδρομικούς σταθμούς της, καθώς αυτά άλλοτε έφταναν θριαμβευτικά στο τέρμα τους κι άλλοτε ξεκινούσαν για το μεγάλο ταξίδι της ενδοχώρας.

Καφενεία, μαγέρικα, θέατρα, ξενοδοχεία πολυτελείας, κινηματογράφοι, εμπορικά, καφέ αμάν, μπιραρίες, ναυτιλιακά γραφεία, εμπορικοί αντιπρόσωποι, ζαχαροπλαστεία απλώνονταν από τη μία μέχρι την άλλη άκρη της προκυμαίας, με μια ατέλειωτη σειρά από πολύχρωμες τέντες από καραβόπανο ανοιγμένες σε όλη τη διάρκεια των θερινών μηνών για να τα προφυλάσσουν από τον δυνατό ήλιο… και με τη χαρακτηριστική εκλεκτικιστική αρχιτεκτονική τους τα ξενοδοχεία «Κραίμερ» και «Χουκ», το Θέατρο της Σμύρνης, η Τράπεζα της Ανατολής, ο κινηματογράφος των αδελφών Πατέ, η Λέσχη των Κυνηγών (στην αρχή της οδού Γαλάζιου) και το περίφημο «Σπόρτιγκ Κλαμπ», σχεδιασμένα σοφά από σπουδαίους αρχιτέκτονες. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έκθεση του αμερικανικού προξενείου ανέφερε ότι στη Σμύρνη υπήρχαν 15 κινηματογράφοι, 513 καφενεία, 226 οινοπωλεία και ταβέρνες, 65 εστιατόρια, 43 μπιραρίες και 8 αίθουσες χορού.

'Ελληνες και Άγγλοι αξιωματικοί σε δρόμο της Σμύρνης

Γευστικότατα, ξακουστά και προσεγμένα, όσο φυσικά το επέτρεπαν οι συνθήκες υγιεινής εκείνης της εποχής, ήταν τα διάφορα εδέσματα της Σμύρνης. Με σιγουριά ως προς την ποιότητα, την καθαρότητα αλλά και την υποδειγματική τους περιποίηση στα μεγάλα ρεστοράν των ξενοδοχείων της, όπως εκείνα του «Κραίμερ» -ιδιοκτησία κάποτε της οικογένειας Φωτιάδη- και του «Χουκ». Και με κάποιους ενδοιασμούς για όλους όσοι, προτιμώντας άλλου είδους συγκινήσεις, χάνονταν στα στενοσόκακά της, στα τσαρσιά, στα μπεζεστένια, στα παζάρια, στα χαμάμ, στα μαγέρικα, στα τζαμιά, στους οίκους ανοχής. Με πρωταγωνιστές τους κάθε είδους «πειρασμούς» – από την άφθονη αγορά της γυναικείας σάρκας μέχρι την απόκτηση κάποιου σπάνιου χειρογράφου, κάποιας αντίκας, ενός καλού περσικού χαλιού.

Άφθονα και τα «προϊόντα του δρόμου», με πρώτο το ζεστό σαλέπι και τα κάστανα τον χειμώνα, τα παγωτά (γλασάδες και ντοντουρμάδες) και τις παγωμένες λεμονάδες (μπουζ γκιμπί) για τα ιδιαίτερα ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού. Άλλα προϊόντα του… ποδαριού που ξεχώριζαν ήταν το σάμαλι, ο χαλβάς, τα παστέλια, τα σκληρά και τα αφράτα στραγάλια (τσεμπελεμπούδες), τα ψημένα καλαμπόκια κ.ά.

Ο Φραγκομαχαλάς

Μόνο το ηλεκτρικό ρεύμα άργησε να έρθει στη Σμύρνη επειδή η τουρκική κυβέρνηση δεν επέτρεπε την κατασκευή εργοστασίου. Έτσι ο φωτισμός των δρόμων στο κέντρο της πόλης και στην προκυμαία γινόταν με φωταέριο και στις απομακρυσμένες γειτονιές και συνοικίες με φανάρια του γκαζιού. Πετρέλαιο χρησιμοποιούσαν για τον φωτισμό των σπιτιών, όπου κυριαρχούσαν οι γκαζόλαμπες. Μόλις το 1920, μετά την εγκατάσταση της ελληνικής διοίκησης, άρχισαν να ξεφυτρώνουν μικρές ιδιωτικές επιχειρήσεις περιορισμένης παραγωγής και παροχής ηλεκτρικού ρεύματος…

Αμέσως μετά την προκυμαία ο επισκέπτης έμπαινε στον λεγόμενο Φραγκομαχαλά, που κάλυπτε ένα ολόκληρο τετράγωνο με μικρές προβλήτες που εισχωρούσαν μέσα στη θάλασσα. Ο Φραγκομαχαλάς, η Ευρωπαϊκή Οδός ή Παραλέλι, ήταν για τους Σμυρνιούς ο πιο φαρδύς και ο πιο αγαπημένος απ’ όλους τους δρόμους, με τα πλέον αντιπροσωπευτικά στοιχεία του δυτικού τρόπου ζωής, όπως τα μεγάλα καταστήματα «Λούβρο», «Ορόσιντ – Μπακ», «Μπον Μαρσέ», «Μικρό Λούβρο», «Ξενόπουλος» κ.ά.

Προς τα βόρεια ο Φραγκομαχαλάς κατέληγε στον βερχανέ του Τενεκίδη. Οι βερχανέδες ήταν διώροφα αρχοντικά, υπερυψωμένα, με κεραμοσκεπή και ξύλινο κλειστό μπαλκόνι, ο τελευταίος τύπος της σμυρναίικης αστικής κατοικίας. Προς τα νότια και τα δυτικά κατέληγε στις παλιές ελληνικές συνοικίες, εκεί ακριβώς που συναντούσε τα Γιαλάδικα. Και από εκεί αρχίζει η οδός των «Μεγάλων Ταβερνών», σχηματίζοντας το τρίστρατο της Αγίας Φωτεινής, με τον δρόμο να περνάει κάτω από το κωδωνοστάσιό της (κατασκευασμένο το 1856 από τον αρχιτέκτονα Ξ. Λάτρη), για να βγει στη συνέχεια στην καρδιά της ελληνικής συνοικίας.

Τρεις μεγάλες πόλεις υπήρξαν πραγματικά πολυπολιτισμικές μέσα στο πέρασμα των αιώνων – η αρχαία Βαβυλώνα, η Κωνσταντινούπολη, η «Πόλη των Πόλεων», και η πεφιλημένη Σμύρνη.

Έτσι η Σμύρνη, από θαυμαστή, απόμακρη και ονειρεμένη έμπαινε στον 20ό αιώνα ως μια πόλη σύγχρονη και ταυτόχρονα βάρβαρη, νέα και συνάμα γερασμένη, ελληνική στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της και γαλλική, τουρκική, ιταλική, αρμένικη και εβραϊκή στο υπόλοιπο. Με ένα ανακάτωμα ηθών και εθίμων, αλλά πάντα όμορφη και φιλόξενη. Μια κοσμοπολίτισσα κυρά, ανασκουμπωμένη και περιποιητική, έτοιμη να υποδεχτεί φίλους και επισκέπτες, όποια γλώσσα κι αν μιλούσαν αυτοί, σε όποιον Θεό κι αν πίστευαν.

Κατάλευκα χριστιανικά καμπαναριά σμιλεμένα από σπουδαίους τεχνίτες και μαστόρους ανυψώνονταν προκλητικά και υπερήφανα στους αιθέρες, συντροφευμένα από τους θόλους και τα ημιθόλια των εκκλησιών τους, και υψικόρυφοι μιναρέδες προσπαθούσαν να σκίσουν το καταγάλανο στερέωμα με το κοφτερό τους μισοφέγγαρο.

Ανατολή και Δύση

Η Σμύρνη δεν ήταν όλη γεμάτη από τεράστια καταστήματα, κέντρα διασκέδασης και εμπορικά. Περισσότερα ήταν τα μικρομάγαζα, τα μαγαζιά όπου μπορούσες να βρεις και ν’ αγοράσεις αυτό που σ’ ενδιέφερε, κι ακόμα πιο πολλοί οι μικροί καφενέδες και τεκέδες της. Ιδίως εκείνοι που μέσα τους κυριαρχούσε η μυρουδιά από το φρεσκοψημένο λιβάνι. Γιατί είπαμε πως η Σμύρνη ήταν μια τεράστια πόλη που από τη μια άνοιγε στο εξωτικό χάος της Ανατολής, κι από την άλλη έκλεινε περιπαιχτικά το μάτι στις μαγείες της Δύσης.

Παρέλαση του Ελληνικού Στρατού στην προκυμαία του Και

Στο λιμάνι της Σμύρνης κάθε τόσο ξεχύνονταν ένα μεγάλο πλήθος ξένων εμπόρων και περιηγητών. Οι πρώτοι αποκαλούνταν από τους ντόπιους Φράγκοι, κι ήταν αυτοί που δημιούργησαν στο κέντρο της Σμύρνης την Ευρωπαϊκή Οδό, περισσότερο γνωστή ως Φραγκομαχαλά.

Η Ευρωπαϊκή Οδός ήταν η μοναδική στην οποία μπορούσες να συναντήσεις τη μεγαλύτερη… ποικιλία του γυναικείου πληθυσμού της Σμύρνης, αλλά και τη θελκτικότερη, που περιδιάβαζε αμέριμνη κι αργόσχολη, κουβέντιαζε, χάζευε τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, ξεφύλλιζε ή αγόραζε τις τελευταίες ευρωπαϊκές και ελληνικές εκδόσεις, έψαχνε ανάμεσα σε γαλλικούς κονδυλοφόρους, γερμανικά μπουκαλάκια κόκκινης και γαλάζιας μελάνης, διάλεγε από ατελείωτες σειρές βιεννέζικα μολύβια με μαλακό ή σκληρό γραφίτη, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην όποια «πορνογραφία των παρισινών βουλεβάρτων» έφτανε με την τελευταία ταχυδρομική αποστολή.

Όσο για τα ρούχα η Σμύρνη είχε γεμίσει από τα «αιώνια βαμβακερά» του Μάντσεστερ, παρντεσού, ζακέτες, γιλέκα και κοστούμια από κάθε λογής υφάσματα που κατέφθαναν στο λιμάνι της καλά αμπαλαρισμένα από έναν συνεταιρισμό ραφτών της Αυστρίας, ώστε οι Σμυρνιοί με όλα αυτά τα προϊόντα της προηγμένης ευρωπαϊκής βιομηχανίας να παρουσιάζονται καθημερινά ντυμένοι στην πένα.

Την εποχή στην οποία αναφερόμαστε οι κάτοικοι της Σμύρνης ήταν 275.000, και από αυτούς οι 135.000 ήταν Έλληνες, οι 92.000 Τούρκοι, οι 25.000 Εβραίοι, οι 14.000 Ευρωπαίοι και οι 9.000 Αρμένιοι. Ποικιλία και πανσπερμία ανθρώπων. Με κυρίαρχο στοιχείο το ελληνικό. Και χαρακτηριστικά του τη δυναμικότητα, τον πλούτο, τα ευαγή του ιδρύματα, τις εκκλησίες, τις εθνικές και θρησκευτικές του γιορτές και, τέλος, τον επιστημονικό και πνευματικό του κόσμο.

Καλοφτιαγμένα αρχοντικά, με φανταχτερούς κήπους, δροσερές πρασιές, περίτεχνες μετόπες, ψηλά σαχνισιά και εξώστες δέσποζαν στους στενούς και στους φαρδιούς δρόμους, στις πλατείες, δίπλα στα τσαρσιά, στα παρτέρια τα φορτωμένα χίλια δυο λουλουδικά και στα βαθύσκιωτα ανοίγματα της Σμύρνης. Ράθυμες βικτόριες, μόνιππα, κουδουνάτα και μπιχλιμπιδάτα λαντό πηγαινοέρχονταν φουριόζικα και αλέγκρα κουβαλώντας τους καλοζωισμένους άρχοντές της στην αποβάθρα, να κάνουν χάζι το αέναο παζαρλίκι που γινόταν εκεί από τα βαθιά χαράματα, πλάι στα μεγάλα εμπορικά, τις μαζεμένες φελούκες και τα ψαροκάικα που λικνίζονταν πάνω στο ήρεμο, καθαρό νερό, δεμένα καλά στους κάβους, με τους αχθοφόρους να κατεβάζουν συνέχεια από τα αμπάρια τους μπαγάζια και πραμάτειες.

*το κείμενο είναι απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο 965 σελίδων του Βασίλη Τζανακάρη «Δακρυσμένη Μικρασία» (κρατικό βραβείο 2008), το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».