Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 06:24

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Αυτός ο τελευταίος Έλληνας

"Το δε την πόλιν σοι δούναι ουτ' εμόν εστίν ουτ' άλλου των κατοικούντων εν αυτή, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών"

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κράτησε όρθιο –όχι εν αγνοία του– αυτό που ο Οδυσσέας Ελύτης κατονόμασε ως «χρυσή γραμμή ατελεύτητη», στο πεζό ποίημά του αφιερωμένο στον ίδιο τον τελευταίο Αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Δηλαδή, κράτησε και εξασφάλισε με τον ηρωικό θάνατό του την ύπαρξη και την παρουσία του Ελληνισμού – Ρωμιοσύνης στο διηνεκές· τον πολιτισμικό εκείνο ειρμό μεταξύ της αρχαίας Ελλάδος και της ελληνιστικής περιόδου με τη βυζαντινή εποχή και με το μετέπειτα νεοελληνικό κράτος· με κυρίαρχα εθνολογικά στοιχεία την ελληνική γλώσσα και τον χριστιανισμό ως ορθοδοξία.

Δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε, νομίζω, ότι η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και ο θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου -ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» στον μύθο, στη φαντασία και στα χείλη του Έλληνα- είναι αυτά που θεμελίωσαν τη «Μεγάλη Ιδέα» η οποία οδήγησε τελικά στον ξεσηκωμό του Γένους, στο 1821, και στην ελευθερία της πατρίδας μας. Και ο πρώτος, αν και αγράμματος, που «έπιασε» με το βάθος της ελληνικής ψυχής του την «ατελεύτητη γραμμή» της Ρωμιοσύνης, ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Θα πει ο Γέρος του Μοριά όλο νόημα: «Το Γένος ποτέ δεν υποτάχθηκε στον Σουλτάνο! Είχε πάντα τον Βασιλιά του, το στρατό, το κάστρο του. Βασιλιάς του ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, στρατός του οι Αρματολοί και Κλέφτες, κάστρα του η Μάνη και το Σούλι». Και με τον ίδιο περίπου τρόπο σκέψης, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, περιγράφοντας την ολότητα της Ρωμιοσύνης, ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς θα γράψει στη ‘‘Φλογέρα του Βασιλιά’’: «βυζαντινά θρονιά / και με πορφύρα βασιλιά / και με φλοκάτη κλέφτη».

Και μετά από πενήντα χρόνια θα έρθει η σειρά του νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη να μας συνδέσει με το Βυζάντιο με το: «κάθε φορά που μπαίνω σε μια από τις μισογκρεμισμένες και μισοζωγραφισμένες εκείνες μικρές εκκλησίες μέσα στην ελληνική ύπαιθρο μου φαίνεται ότι έρχομαι σε άμεση, σε δερματική σχεδόν επαφή με το σόι μου, λες κι έχω απόδειξη ότι αυτό κρατάει ολόισια από το Βυζάντιο».

Ας μην μικραίνουμε, λοιπόν, την εθνική μας καταβολή και ας μην μειώνουμε την εθνική μας συνείδηση. Το Βυζάντιο, ή καλύτερα η Αυτοκρατορία της Ρωμανίας, αποτέλεσε και αποτελεί για τον Ελληνισμό - Ρωμιοσύνη (για όσους αισθάνονται ακόμη Έλληνες) όχι μόνον έναν από τους μεγαλύτερους «σταθμούς» της Ιστορίας μας, αλλά το «λίκνο» εκείνο που μας έδωσε γλώσσα, θρησκεία, συνήθειες. Όλα όσα στοιχεία συγκροτούν την εθνική ταυτότητά μας – Έθνος, παραμένοντας αδιάλειπτα μέχρι την εποχή μας (το λεγόμενο ομόγλωσσο, ομόθρησκο, ομόηθες του λαού μας, όπως διατυπώθηκε στον ορισμό του Έθνους από τον Ηρόδοτο). Συγχρόνως, αν και το «σήμα» του Βυζαντίου φθάνει στις μέρες μας πολύ εξασθενημένο, εξακολουθεί να παραμένει με την τραγικότητα και τον ηρωισμό του τελευταίου του Αυτοκράτορα –έστω υποσυνείδητα– το ισχυρό ιδεολόγημα που τουλάχιστον μία φορά στο παρελθόν, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, δημιούργησε όλες εκείνες τις συνθήκες ώστε ο Ελληνισμός να κάνει την ιστορική του επανεμφάνιση μετά από τέσσερις αιώνες οθωμανοκρατίας. Αναφέρομαι στην Παλιγγενεσία του ’21.

 Γνωρίζω πολύ καλά ότι όλα ετούτα απορρίπτονται ή αμφισβητούνται ή αγνοούνται (από λίγους ή πολλούς), κυρίως απ’ τους προερχομένους της διεθνιστικής Αριστεράς και της παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης Δεξιάς. Ότι όλα αυτά, βυζαντινισμοί, έθνη, πατρίδες, γλώσσα, ορθοδοξία, είναι (για λιγοστούς ή αρκετούς) τελείως παρωχημένα στην εποχή της πολυ–πολιτισμικότητας και του νέου είδους ασύνορου καπιταλισμού. Εν καιρώ μάλιστα μεγάλων αβεβαιοτήτων, ανισοτήτων και φτωχοποίησης πληθυσμιακών ομάδων. Ιδίως σε μια απρόβλεπτη και δυσθεράπευτη περίσταση όπου τα παγκόσμια γεωστρατιωτικά συμφέροντα επαναχαράσσονται, η Ευρώπη «ψάχνεται» για το νέο αφήγημα μέσα στην όχι και τόσο άρρηκτη ενοποίησή της, με την Ελλάδα –χρεοκοπημένη ούσα– να προσπαθεί να βρει τον βηματισμό της στη νέα μετα–νεοελληνική ή στη νέα μεταπολιτευτική της περίοδο. Πριν όμως σας πω την ταπεινή μου σκέψη πάνω στις αμφισβητήσεις, θέλω να σταθώ ακόμη στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, καθώς πιστεύω πως ήταν μια από τις μεγαλύτερες και τραγικότερες προσωπικότητες της Ρωμιοσύνης.

Έλληνας

Από τις πρώτες γραμμές του κειμένου ανέφερα ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κράτησε τη «χρυσή γραμμή ατελεύτητη» όχι εν αγνοία του. Όλα τα γεγονότα και όλες οι αξιόπιστες μαρτυρίες αυτό καταδεικνύουν. Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την Αυτοκρατορία (1449) ήξερε πολύ καλά τι παρελάμβανε. Παρελάμβανε μια τύποις Αυτοκρατορία, περιορισμένη στην Κωνσταντινούπολη, στον Πόντο και τον Μοριά. Μια Αυτοκρατορία χωρίς τα έσοδα άλλων εποχών, πλήρως αποδεκατισμένη σε στρατό και εξοπλισμό, ουσιαστικά σε σήψη και μαρασμό. Διαισθανόταν πολύ καλά το επερχόμενο τέλος της χιλιόχρονης Ιστορίας της Βασιλεύουσας και του δικού του θανάτου. Διέβλεπε ότι ολοκλήρωνε τον κύκλο της μια ολόκληρη πολιτιστική κοσμοθεωρία και ερχόταν στη θέση της ένα άλλο πολιτισμικό «μοντέλο», αυτό του Ισλάμ, που αιώνες πιο πριν είχε αναπτυχθεί στις ερήμους της Αραβίας. Δεν ορρώδησε όμως και πορεύτηκε σύμφωνα με το χρέος που έχει ένας Έλληνας προερχόμενος από Έλληνες, θέλοντας να υπερασπιστεί μέχρις εσχάτων αξίες και ιδανικά. Προτίμησε να στεφθεί Αυτοκράτορας σε μια ταπεινή τελετή στην εκκλησιά του Άι - Δημήτρη στον Μυστρά, αντί μιας πολυτελούς και πανηγυρικής ενθρόνισης στην Αγία Σοφία. Στο βυζαντινό εκκλησάκι του Μυστρά οι χαιρετισμοί και οι ασπασμοί των δικών του ανθρώπων δεν ήταν αυτών των συγχαρητηρίων αλλά αυτών του αποχωρισμού. Όπως έγραψε ο Κόντογλου η κορόνα στο κεφάλι του ήταν το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού. Και ο Παπαρρηγόπουλος «περιεβλήθη το ακάνθινον του Βυζαντίου Στέμμα».

Ήξερε πολύ καλά ο Παλαιολόγος ότι θα εγκαταλειπόταν στο τέλος και θα έμενε ολομόναχος· ότι θα τον έλεγαν ακόμη και προδότη και άπιστο όταν θα επιχειρούσε «άνοιγμα» στη Δύση μήπως και εξασφάλιζε βοήθεια και διέσωζε τη Βασιλίδα των Πόλεων. Και πράγματι πορεύτηκε ως ιερομόναχος του Χριστού κατά τη διάρκεια της δίμηνης πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως. Απέρριψε την πρόταση του πασά της Σινώπης να εγκαταλείψει την Πόλη, έναντι πλούσιων ανταλλαγμάτων. Αρνήθηκε την ασφαλή φυγάδευση που του πρότειναν οι Δυτικοί «σύμμαχοί» του. Στο τέλος απέρριψε και την ίδια την πρόταση – προσφορά του Μωάμεθ Β του Πορθητή, λέγοντάς του «το να σου παραδώσω την Πόλη δεν είναι δικαίωμά μου. Όλοι μας με μια ψυχή είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε και δεν λυπόμαστε τη ζωή μας».

«Θε μου και τώρα τι;» θα γράψει ο Ελύτης «που ’χε με χίλιους να παλέψει, χώρια με τη μοναξιά του». Πράγματι, και τώρα τι, για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο λίγο πριν το τέλος; Νήστευε και κάθε βράδυ προσευχόταν. Πέντε ημέρες πριν την Άλωση έδωσε εντολή να γίνει λιτανεία στους δρόμους και πάνω στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως της εικόνας της Παναγίας των Βλαχερνών. Δύο ημέρες αργότερα, στο παλάτι των Βλαχερνών, κάλεσε τους αξιωματικούς και τους εναπομείναντες συμπολεμιστές του και τους άνοιξε την καρδιά του, «είμαι έτοιμος να πεθάνω για την πίστη μου, την Πόλη μου και τον λαό μου», τους είπε. Κάλεσε και τους ίδιους να πράξουν το ίδιο, λέγοντάς τους «είστε απόγονοι των Ρωμαίων και των Ελλήνων», και τους εξήγησε τους τέσσερις λόγους που πρέπει κανείς να πολεμά: για την πίστη, την πατρίδα, τον βασιλέα, τους συγγενείς και φίλους (οικογένεια). Ύστερα ζήτησε από τον καθέναν ξεχωριστά να τον συγχωρέσουν. Το ίδιο ζήτησε και από το βοηθητικό προσωπικό του παλατιού.

Kωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ζωγραφική / Θεόφιλος

Το βράδυ της 28ης Μαΐου παρευρέθη στη μεγάλη λειτουργία που τελέστηκε (έμελλε να ήταν η τελευταία) στην Αγία Σοφία. Προς το τέλος, συνειδητοποιημένος πια για τον δρόμο της θυσίας και του ανθρώπινου χρέους που ακολουθούσε, ζήτησε να μείνει μόνος του, «μήτ’ ένας πλάι του. Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές που ’σμίγαν όλα τους τα χρώματα, ν’ αφήσουν μες στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως» (Ελύτης). Γονάτισε, προσκύνησε, γύρεψε συγγνώμη και ζήτησε να κοινωνήσει. Μετά έφυγε να πάει να πολεμήσει στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Την ίδια ώρα οι «ανθενωτικοί», που αρνούνταν τη συνεργασία με την χριστιανική Δύση, τοιχοκολλούσαν αναθέματα σε βάρος του. Αυτός, γενναίος μαχητής «ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες στη λύπη του». Όταν βρέθηκε μια ανάσα πριν από τον θάνατο, τον προτίμησε να έλθει από χέρι χριστιανικό. Όχι από μαχαίρι μουσουλμανικό. Μα δεν βρέθηκε ούτε ένας δίπλα του, και αναφώνησε «μα δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;». Και με το σπαθί του ρίχθηκε στο αμέτρητο πλήθος των Τούρκων, «κι όρμησε μες στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη». Ήταν απομεσήμερο, της αποφράδος ημέρας Τρίτη, της 29ης Μαΐου 1453.

Πιστός της Ρωμιοσύνης

Ο Παλαιολόγος έγινε μύθος, θρύλος, φαντασία στη συνείδηση του απλού Ρωμιού. Πέρασε, όπως και η Αγία Σοφία, στο αίμα του λαού, όπως θα γράψει ο Ίωνας Δραγούμης. Ακόμη και σήμερα τόσο η Κωνσταντινούπολη και ο Παλαιολόγος όσο και η Αγία Σοφία –το παγκόσμιο σύμβολο της ορθοδοξίας– προκαλούν συναισθηματική φόρτιση απείρως μεγαλύτερη απ’ ό,τι η Αθήνα, ο Περικλής ή ο Παρθενώνας. Τυχαία;

Και όμως αυτός ο θρύλος, που έπεσε μαχόμενος για τον λαό, την πίστη και την πόλη του δεν τιμήθηκε ποτέ από το επίσημο κράτος και τους θεσμούς του. Η Εκκλησία δεν τον αγιοποίησε. Για τον ανώτατο κλήρο της Κωνσταντινουπόλεως, επί αυτοκρατορίας του, αλλά και μετέπειτα, ο Παλαιολόγος ήταν ο «αιρετικός», ο «ουνίτης», ο «δούρειος ίππος» του καθολικισμού, ο άνθρωπος που θα… φράγκευε τον Ελληνισμό (!) και άλλα παρόμοια προερχόμενα από μύωπες ταγούς («βέρους» Ελληνορθόδοξους). Με τους θρησκευτικούς αρχηγούς να αγιοποιούν ως Μέγα τον πρώτο Αυτοκράτορα της νέας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Ρωμανίας) και ιδρυτή της Κωνσταντινουπόλεως, τον Κωνσταντίνο. Όχι βέβαια αδίκως, αν και ο Μέγας Κωνσταντίνος βαρυνόταν με δολοφονίες συγγενικών του προσώπων και μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε ειδωλολάτρης. Η προσφορά του ωστόσο στον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία γενικότερα υπήρξε μοναδική και καθοριστική. Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (Μιλάνου), το 312, εισήγαγε τη χριστιανική λατρεία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που μέχρι τότε ήταν υπό διωγμόν και οι Χριστιανοί έβρισκαν μαρτυρικούς θανάτους. Ακόμη, ο Μέγας Κωνσταντίνος καθόρισε την Ορθοδοξία με την επεξεργασία του Συμβόλου της Πίστεως (το «Πιστεύω») στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, το 325.

Ο Παλαιολόγος δεν έτυχε της ίδιας τιμής με τον πρώτο Αυτοκράτορα του Βυζαντίου διότι ήταν «ενωτικός» με τη Δύση, ασχέτως αν πολέμησε ως Δεσπότης του Μοριά τους Φράγκους και κατέλαβε την Πάτρα. Ασχέτως εάν έπεσε νεκρός με το σπαθί στο χέρι υπερασπιζόμενος τη χριστιανική ορθόδοξη πίστη. Και δεν του συγχωρέθηκαν ποτέ οι δυο του γάμοι με τις κόρες Λατίνων αρχόντων (και οι δυο σύζυγοί του πέθαναν, η πρώτη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της η δε δεύτερη λίγο μετά την αποβολή του παιδιού τους).

Χρυσόβουλο Ανδρονίκου Β' Παλαιολόγου

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είχε τη μεγάλη ατυχία να πέσει σ’ ένα «πνεύμα εποχής» που όλοι τους (θρησκευτικοί, πολιτικοί, στρατιωτικοί ηγέτες της Αυτοκρατορίας), λόγω της επερχόμενης κατάρρευσης, επανακαθόριζαν τη στάση τους με κριτήριο την προσωπική επιβίωση και τη διατήρηση των δικαιωμάτων και των προνομίων τους. Μόνο ο Παλαιολόγος δεν σκέφτηκε έτσι, διαφορετικά θα είχε προτιμήσει είτε να φυγαδευτεί είτε να συνθηκολογήσει με τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή. Έτσι η έλευση των αλλόθρησκων Τούρκων και η Άλωση ήταν πολύ ελκυστική υπόθεση για πολλούς στη Βασιλεύουσα που ήθελαν να μη θιγούν τα συμφέροντά τους. Το πνεύμα ήταν, δίνοντάς του ιδεολογική και θρησκευτική υπόσταση, «καλύτερα τούρκικο φακιόλι παρά τιάρα παπική» και «καλύτερα να παραδώσουμε το σώμα μας στον Τούρκο παρά την ψυχή μας στον καθολικισμό». Κάπως έτσι έπεσε η Πόλη και ο Παλαιολόγος. Και κάπως έτσι προτιμήθηκε η σκλαβιά και οι χιλιάδες μετέπειτα εξισλαμισμοί του ελληνικού στοιχείου. Και κάπως έτσι η οθωμανική νοοτροπία έγινε βίωμα, που φτάνει ως συμπεριφορά και συνήθεια μέχρι τις ημέρες μας…

Και μια «λεπτομέρεια». Οι λίγοι συμπολεμιστές του Παλαιολόγου, κάπου 5.000, ανάμεσά τους και οι 700 άνδρες του Γενοβέζου Τζουστινιάνι, απέκρουαν όλες τις επιθέσεις των υπέρτερων Τούρκων, πλέον των 100.000 στρατιωτών. Επιπλέον στις αντεπιθέσεις που πραγματοποιούσαν από τις καστρόπορτες κατάφεραν θανατηφόρα χτυπήματα στις τάξεις των πολιορκητών. Ο Μωάμεθ ο Β’ είχε πάρει την απόφαση να λύσει την πολιορκία, και να αποχωρήσει ηττηθείς και ταπεινωμένος. Στο τελευταίο πολεμικό συμβούλιο, στις 26 Μαΐου, είχε πεισθεί από τον βεζίρη Χαλίλ ότι «την δύναμή σου που είναι πολύ μεγάλη μπορείς να την αυξήσεις περισσότερο με την ειρήνη παρά με τον πόλεμο». Την τελευταία στιγμή, στο ίδιο πολεμικό συμβούλιο, πήρε τον λόγο ο Ζαγάν Πασά (Zagan Pasha), ο οποίος κατάφερε να τον μεταπείσει λέγοντάς του: «Στα αρχαία χρόνια ο βασιλιάς Αλέξανδρος με στρατό μικρότερο του δικού μας υπέταξε την μισή οικουμένη. Εμείς θα φοβηθούμε τώρα;». Ο Μωάμεθ ο Β’ μετά από αυτή την κουβέντα πήρε θάρρος και έδωσε διαταγή για γενική επίθεση στις 29 Μαΐου. Ποιος ήταν ο Ζαγάν Πασάς; Ο στρατηγός Ζαγανός, Έλληνας χριστιανός, εξισλαμισμένος. Από τους πολλούς εξισλαμισμένους χριστιανούς που είχαν στον στρατό τους οι Τούρκοι, τους λεγόμενους «νεήλυδες», δηλαδή «προσφάτως ελθόντες» νεοπροσήλυτους στο Ισλάμ, οι οποίοι είχαν πάρει ως αντάλλαγμα το δικαίωμα της λαφυραγώγησης στην Πόλη με την κατάληψή της.

Και μια δεύτερη «λεπτομέρεια», η οποία περιγράφεται στο βιβλίο του στενού συνεργάτη του Παλαιολόγου, Γεωργίου Φραντζή. Όταν οι Γενοβέζοι ζήτησαν από τους Έλληνες να τους βοηθήσουν για να μεταφέρουν στα τείχη τις πολεμικές μηχανές, οι τελευταίοι τους ζήτησαν αγώγι (μεταφορικά)…

Χάρτης του Βοσπόρου και της Θράκης (1787) από τον Νέο Ανάχαρση (Ζαν - Ζακ Μπαρτέλεμυ) 

Ως προς τη στάση της επίσημης Εκκλησίας, δηλαδή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του ανώτατου κλήρου, να αποδεχτούν τον Οθωμανό κατακτητή, πολλοί ιστορικοί την απέδωσαν σε λόγους «στρατηγικής τακτικής» προκειμένου να επιβιώσει το Γένος των Ελλήνων, με ανέγγιχτη την εθνική ταυτότητα της ορθόδοξης πίστης και της ελληνοφωνίας του. Αφού υπενθυμίσω ότι ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής ήταν αυτός που εγκατέστησε Πατριάρχη τον «ανθενωτικό» Γεώργιο Σχολάριο σε μεγαλοπρεπή τελετή, απονέμοντάς του την ποιμαντορική ράβδο και παραχωρώντας στη δικαιοδοσία του πολλά προνόμια, να σημειώσω ότι η ιστορική αλήθεια βρίσκεται πάντα στη μέση και πως το νόμισμα –ως γνωστόν– έχει πάντα δύο όψεις. Και να πω ότι στην ιστορική επανεμφάνιση του Ελληνισμού, μετά από τέσσερις αιώνες σκλαβιάς, εκτός από τη «Μεγάλη Ιδέα» του Βυζαντίου, συνέβαλε τα μέγιστα και η ορθόδοξος ιεροσύνη διατηρώντας ζωντανή κι αυτή με τη σειρά της την ετερότητα των Ελλήνων. Το έθος (συνήθεια) – Έθνος των Ελλήνων. Πώς; Την περιγράφει άρτια ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο Yale (ΗΠΑ) Στάθης Καλύβας, στο βιβλίο του «Καταστροφές και Θρίαμβοι», των Εκδόσεων ‘‘Παπαδόπουλος’’. Αφού πρώτα ο συγγραφέας παραδέχεται κι ο ίδιος την κεντρική θέση που είχε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η Ορθόδοξη Εκκλησία, απολαμβάνοντας κύρος και προβολής, επεξηγεί στη συνέχεια πως τα ελληνικά, που ήταν η λειτουργική και διοικητική της γλώσσα, καθώς και η βάση της εκπαίδευσης που παρείχε στα μελλοντικά της στελέχη, ήταν ίσως ο μοναδικός ιμάντας κοινωνικής κινητικότητας για όλους τους ορθόδοξους πληθυσμούς που βρίσκονταν υπό οθωμανικό ζυγό. Αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και η διάδοσή της σε όλους τους μορφωμένους χριστιανούς (με προεξάρχοντες τους Φαναριώτες). Έτσι, μέσα απ’ αυτή τη «ζύμωση» της ελληνογλωσσίας ανακαλύφθηκε, σύμφωνα με τον Στάθη Καλύβα, ο Ελληνισμός ο οποίος με τη σειρά του δημιούργησε το λεγόμενο εθνικό κίνημα με τη γνωστή εξέλιξη. Παρενθετικά να σημειώσω εδώ, καθώς δεν είναι αυτό το θέμα μας, την τεράστια δύναμη που δίνει σ’ έναν λαό η γλώσσα του, και την οποία εμείς οι μετα – νεοέλληνες είτε δεν τη σπουδάζουμε είτε την κακοποιούμε βάναυσα.

Ιουστινιάνειος Κώδικας

Πάνω στο θέμα των αγαστών σχέσεων μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, μία συγκροτημένη άποψη έχει καταθέσει στον δημόσιο λόγο του ο καθηγητής της πολιτικής επιστήμης Γεώργιος Κοντογιώργης, η οποία νομίζω πρέπει να τύχει σοβαρής προσοχής: «Στο πλαίσιο του ιστορικού συμβιβασμού στον οποίο υποχρεώθηκε με την κατάκτηση ο Ελληνισμός, θα επιχειρήσει να εκφρασθεί συνολικά μέσω της Μεγάλης Εκκλησίας η οποία, περισσότερο από θρησκευτικός θεσμός, θα συμπεριφερθεί ως πολιτειακό υποκατάστατο της οικουμενικής κοσμόπολης».

Η Ελληνοσύνη του Βυζαντίου

Η ορθή σειρά των σκέψεων του καθηγητή Στάθη Καλύβα ταυτίζει την ελληνογλωσία, τον Ελληνισμό και το εθνικό κίνημα προφανώς με τον λεγόμενο «νεοελληνικό διαφωτισμό» που αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, αρχές 19ου αιώνα (επί Οθωμανοκρατίας), ο οποίος συνέδεσε απευθείας τους υπόδουλους Ρωμιούς με την αρχαιότητα. Γιατί τόσο η γλώσσα όσο και ο Ελληνισμός «ανακαλύφθηκαν» επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (θα το δούμε παρακάτω). Και αποτελεί, θα έλεγα, τεράστιο ιστορικό ευτύχημα που ο ελληνικός κόσμος μπήκε στην τουρκοκρατία με «όπλα» τη χριστιανική ορθοδοξία, τη γλώσσα (αποτυπωμένη σ’ αυτήν η ελληνική παιδεία) και τον κοινό τρόπο του βίου του. Διαφορετικά, έχω την εντύπωση πως ουδέποτε ο υπόδουλος Ελληνισμός θα έφτανε ποτέ στον μεγάλο ξεσηκωμό. «Το έθνος του 1821 υπήρξεν αυτό το έθνος του 1453. Ηθικώς, διανοητικώς και αριθμητικώς υπέστη αλλοιώσεις. Εθνολογικώς ουδεμίαν» (Κ. Παπαρρηγόπουλος).

 Αναμεταξύ ποιων όμως προσώπων έγινε πράγματι αυτή η ανάπτυξη - σύζευξη με τον πολιτισμό της αρχαιότητας, η οποία όντως δημιούργησε εθνικό ιδεολογικό κίνημα; Το λέει ευθέως ο Στάθης Καλύβας: αναμεταξύ των Φαναριωτών, των εμπόρων που ζούσαν διάσπαρτοι στις ευρωπαϊκές κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (με πολλά προνόμια) και ολιγάριθμων κύκλων διανοουμένων που κατοικούσαν σε πόλεις όπως η Βιέννη, η Τεργέστη, η Βενετία, η Πάδοβα και το Λιβόρνο. Τίθενται εδώ, ωστόσο, ερωτήματα: τι είδους πνευματική σχέση μπορούσε να είχε ο μεγάλος ξεσηκωμός της Ρωμιοσύνης με όλες εκείνες τις νοερές πνευματικές αναφορές (όχι βέβαια κατ’ ανάγκην λάθος) μιας ολιγάριθμης ομάδας (ελίτ) –έστω διευρυμένης (ανεξάρτητα της τελικής επικράτησής της); Τι αναλογία μπορούσε να είχε με την αρχαιότητα η ζώσα πραγματικότητα των υπόδουλων Ρωμιών, που συντηρούσε την υπόστασή του με την αγνότητα της χριστιανικής ορθόδοξης πίστης του, με την εκκλησιαστική τελετουργία του, με τις πατροπαράδοτες εορτές του (π.χ. το «ελληνικό Πάσχα»), με τις παραδοσιακές ασχολίες του στην ύπαιθρο, με τα διάφορα ήθη και έθιμά του, με το δημοτικό ή το «κλέφτικο» τραγούδι του στα κεφαλοχώρια και τα άπαρτα βουνά της Ρούμελης; Απολύτως καμία, νομίζω. Δεν πραγματοποίησε την ιστορική του επανεμφάνιση ο Ελληνισμός [έστω έτσι (λειψή) όπως τελικά πραγματοποιήθηκε] ούτε για να προβαίνει σε τίποτε θυσίες σε βωμούς, ούτε για να προσκυνά ολύμπιους θεούς και είδωλα, ούτε για να καταφεύγει σε μαντείες και χρησμούς και ούτε βέβαια να κυκλοφορεί ενδυματολογικά με τίποτε χλαμύδες! Η Ρωμιοσύνη σήκωσε το ανάστημά της για να επαναφέρει τον τελευταίο και ελεύθερο τρόπο ζωής της. Τον ελληνορθόδοξο. Και αυτός την τελευταία φορά δεν ήταν αλλού, παρά στην Κωνσταντινούπολη.

Βυζαντινό Ευαγγέλιο

Όλοι οι δρόμοι της σκέψης μου πάνω στη Εθνεγερσία του 1821, κατά την ταπεινή μου γνώση, οδηγούν αναπόδραστα στο Βυζάντιο· σε αυτή την αστείρευτη, όπως συνηθίζω να λέω, «βρυσομάνα» της Ρωμιοσύνης· στη Βασιλίδα ολόκληρου του Ελληνισμού. Και δικαιώνεται πλήρως, νομίζω, η μεγάλη Ελληνίδα Ελένη Γλύκατζη Αρβελέλ όταν λέει ότι οι Έλληνες είναι ο μόνος λαός που δεν απελευθέρωσε την κοιτίδα του, την Πόλη.

Εξυπακούεται ότι δεν παραγράφεται το προφανές· ότι και η κλασσική Ελλάδα υπήρξε η πρώτη μεγάλη πολιτιστική μας κιβωτός. Αλίμονο! «Η παγκόσμια Ιστορία αρχίζει με την αφύπνιση του ελληνικού πνεύματος» (Μ. Γιουρσενάρ). Και σε κάθε περίπτωση ο «νεοελληνικός διαφωτισμός» (παραπομπή στην αρχαιότητα) που αναπτύχθηκε στην προεπαναστατική περίοδο του ’21, έδωσε μεγάλη ώθηση στην υπόθεση της ελευθερίας της πατρίδας μας· και κυρίως συνέδραμε στο να αναπτυχθεί το φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη, το τόσο χρήσιμο στον Αγώνα, που εκείνη την περίοδο σπούδαζε με φανατισμό την κλασσική γραμματεία. Άλλωστε οι δύο μεγάλοι μας ιστορικοί, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και Σπυρίδων Ζαμπέλιος ουδέποτε απέκοψαν τις μεγάλες ιστορικές περιόδους του Ελληνικού Έθνους αναμεταξύ των, εντάσσοντας την Αυτοκρατορία του Βυζαντίου σε μια διαρκή ελληνική ροή που ξεκινούσε από την αρχαιότητα και κατέληγε στην Παλιγγενεσία του ’21.

 Απλώς, αυτό που επισημαίνεται είναι η διαγραφή του ιστορικού εφαλτηρίου της Ελληνικής Επανάστασης, που ήταν ο βυζαντινισμός. Αυτό που κατά κόρον λέει η Αρβελέρ, την ανιστόρητη υπερβασία της χιλιόχρονης Ιστορίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που σημειώθηκε. «Ο νους μου πηγαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας, στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό» (Κ. Καβάφης).

Υπάρχουν αρκετά γεγονότα και στοιχεία που μαρτυρούν τη συνάφεια μεταξύ Βυζαντίου και Ελληνικής Επανάστασης. Ας αναφερθούν δύο - τρία σημαντικά. Στην τελευταία του ομιλία προς τους αξιωματικούς του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τους καλεί να πολεμήσουν αναφέροντας ως πρωταρχικό λόγο «για την πίστη και την θρησκεία». Ως δεύτερο λόγο ο Αυτοκράτορας αναφέρει «για την πατρίδα». Είναι ακριβώς οι ίδιοι λόγοι, με την ίδια ακριβώς σειρά, που επικαλείται και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στη διακήρυξή του προς τον υπόδουλο Ελληνισμό «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Ως επιστέγασμα αυτής της συνάρτησης – συνέχειας, με κοινά στοιχεία αυτά της πίστης, της θρησκείας και της πατρίδας (σημειώστε, με διαφορά τεσσάρων αιώνων), έρχεται το 1818 το γεγονός της μυστικής μεταφοράς της έδρας της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη. Που απέβλεπε σε τι άλλο, από το ξέσπασμα της Επανάστασης και στην Κωνσταντινούπολη και στην επανασύσταση της Ελληνικής πλέον Αυτοκρατορίας. Αυτό, δηλαδή, που προαναφέρθηκε ότι η Επανάσταση του 1821 επεδίωξε την επαναφορά του τελευταίου πριν την Οθωμανοκρατία ελεύθερου τρόπου ζωής (δυστυχώς δεν πέτυχε).

Κρατήστε στη σκέψη σας κι ένα άλλο στοιχείο, που μόνο τυχαίο δεν μπορεί να είναι· στη χαρτογράφηση των ορίων του Ελληνικού Έθνους και της Ελληνικής πατρίδας που έκανε ο Ρήγας Φεραίος, ανάμεσα στις άλλες γεωγραφικές περιοχές ενέταξε και τη Μικρά Ασία (Κωνσταντινούπολη).

Η αλληλουχία όλων αυτών των γεγονότων και στοιχείων (υπάρχουν εκατοντάδες) αποδεικνύει και ένα άλλο ιστορικό προφανές. Την ελληνικότητα του Βυζαντίου και πως ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν ο τελευταίος Έλληνας Αυτοκράτορας. Ήταν, έτσι όπως το είπε ο Οδυσσέας Ελύτης, «Αυτός ο τελευταίος Έλληνας». Και εάν ο σημερινός Έλληνας επαίρεται της ελληνικότητάς του λόγω του ελληνορθόδοξου πολιτισμού του, αυτός σχηματοποιήθηκε επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και με την πτώση της παραδόθηκε ατόφιος στους υπόδουλους Έλληνες, και μετέπειτα περιήλθε στους νεοέλληνες (κατά κάποιον τρόπο!)

Το παλάτι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στο Μυστρά

Πολλοί αμφισβητούν την ελληνικότητα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την προσδιορίζουν ως αποκλειστικό δημιούργημα της Λατινικής Ρώμης. Έχω την εντύπωση πως σφάλλουν, εάν η αμφισβήτησή τους δεν οφείλεται σε λόγους απομηδενισμού του Ελληνισμού.

Ιστορικά στοιχεία

Ιστορικά δεν αμφισβητείται πως η Κωνσταντινούπολη ήταν δημιούργημα του ρωμαϊκού κράτους, το 324 μ.Χ., ως νέα διοικητική του έδρα – επέκταση στην Ανατολή, ως «Nova Roma», για καθαρά γεωπολιτικούς και εμπορικούς λόγους της εποχής. Κάθε νέο κράτος έχει στις «αποσκευές» του την ιδιόκτητη πολιτική – κοινωνικοπολιτισμική ιδιοσυστασία του, και ταυτόχρονα (στην περίπτωση που μετακινείται ή επεκτείνεται ή κατακτά νέο έδαφος) είτε δέχεται είτε αποβάλλει είτε συγχωνεύει είτε εκσυγχρονίζει είτε τροποποιεί τα διάφορα εθνολογικά στοιχεία που θα συναντήσει στην περιοχή. Οι Ρωμαίοι στη μεταφορά τους προς Ανατολή, στην περιοχή που επέλεξαν, «ανηύραν» μια μεγάλη «ρίζα» της αρχαίας Ελλάδας. Το Βυζάντιο. Πότε δημιουργήθηκε και τι ήταν το Βυζάντιο; Δημιουργήθηκε τον 7ο αι. π.Χ. (658 π.Χ.), κατά τον δεύτερο μεγάλο ελληνικό αποικισμό, όπου οι παράκτιες ελληνικές πόλεις συναγωνίζονταν για την επέκτασή τους. Τα Μέγαρα, οι Μεγαρείς, υπό τον Βύζαντα επικεφαλής, επεκτάθηκαν στην περιοχή Προποντίδας – Βοσπόρου – Κερατίου κόλπου. Εκεί ανέπτυξαν τη νέα τους πόλη – κράτος, στο οποίο έδωσαν το όνομα του αποικιστή, Βυζάντιο (επομένως πρώτος ιδρυτής του Βυζαντίου υπήρξε ο Βύζαντας). Στη συνέχεια οι Μεγαρείς επεκτάθηκαν σε ευρύτερες – όμορες περιοχές όπως Χαλκηδόνα, Σηλυμβρία, Κύζικο κ.α.

Στους μετέπειτα χρόνους και μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους το Βυζάντιο ανέπτυξε μεγάλες κοιτίδες πολιτισμού είτε υπό καθεστώς αυτονομίας είτε υπό καθεστώς υποτέλειας (Σπαρτιατών, Αθηναίων, Μακεδόνων κ.ά.). Όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Α’ επέλεξε την περιοχή ως τη νέα έδρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δίνοντας στη νέα πρωτεύουσα το όνομά του (Κωνσταντινούπολη), το πολιτικοκοινωνικό σύστημα της Ρώμης ήρθε αντιμέτωπο με το μεγάλης δραστικής ισχύος (όπως αποδείχθηκε) αρχαιοελληνικό πολιτιστικό υπόβαθρο. Ένα βαθύρριζο θεμέλιο αρχαιοελληνικού πολιτισμού που ξεκινούσε από τους ελληνιστικούς χρόνους κι έφθανε πολύ πίσω, στους Μεγαρείς και τον Βύζαντα. Η «Nova Roma» το πρώτο που εισέπραξε ήταν η ελληνική γλώσσα. Σχεδόν αμέσως, το 325, άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία η νέα θρησκεία, ο χριστιανισμός, στην ορθόδοξη διάστασή του όπως καθορίστηκε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας, με τη διαμόρφωση του Συμβόλου της Πίστεως (το «Πιστεύω»). Από κει και ύστερα οι εθνολογικές – θρησκευτικές – πολιτιστικές – πολιτικές – κοινωνικές αλληλοεπιδράσεις κινήθηκαν αστραπιαία. Απόληξη της ώσμωσης ήταν, το τέλος του 4ου αιώνα, επί Μ. Θεοδοσίου, να έχει η Βασιλεύουσα ως επίσημη θρησκεία τον Χριστιανισμό, εκτοπίζοντας οριστικά την ειδωλολατρία η οποία τέθηκε σε απηνή διωγμό. Το τέλος της επενέργειας σημειώνεται επί εποχής του Αυτοκράτορος Ηρακλείου (610 – 641), όπου τα ελληνικά καθιερώνονται ως η επίσημη γλώσσα της Αυτοκρατορίας, εκτοπίζοντας τη λατινική (είχε προηγηθεί μια «στάση», επί Ιουστινιανού, με τη νομοθεσία –τους νέους νόμους του Ιουστινιανού– με τον όρο «Νεαραί» (Novellae Constitutiones), γραμμένες στα ελληνικά). Από το χρονικό σημείο αυτό και μετά νομίζω ότι πρέπει να μιλάμε για ένα νέο μεγάλο ιστορικοπολιτισμικό σύστημα που άνοιξε στην ανθρωπότητα, αυτό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Ρωμανίας) ή, καλύτερα, της Α’ Ελληνικής Αυτοκρατορίας· θα πρέπει να μιλάμε πλέον για την πρώτη φορά ενιαία οικουμενικότητα ή παγκοσμιότητα του Ελληνισμού. Τι είχε συμβεί; Πολύ απλά: σημειώθηκε μία μετάβαση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στο νέο κράτος - αυτοκρατορία, ο οποίος αφομοιώθηκε πλήρως, ώσπου έφθασε το οριστικό τέλος του (μεταξύ 6ου και 7ου αι. μ.Χ.).

Απεικόνιση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια

 Η νέα εθνική οντότητα που προέκυψε ήταν κάτι το εντελώς νέο, χωρίς την παραμικρή σχέση με την προηγούμενη κατάσταση· η λατινική γλώσσα είχε εκλείψει, τα ελληνικά κυριαρχούσαν και η νέα θρησκεία ήταν πια ο χριστιανισμός της ορθοδοξίας· με τους βυζαντινούς να καταστρέφουν τους αρχαίους ναούς και τα μνημεία, να κλείνουν τις φιλοσοφικές σχολές (επί Ιουστινιανού έκλεισε στην Αθήνα η Ακαδημία του Πλάτωνος) και να διώκουν τους αρχαιολάτρες (η Υπατία, μία από τις μεγαλύτερες νεοπλατωνικές φιλοσόφους, δολοφονήθηκε από φανατικούς χριστιανούς). Στην ουσία, η διαπίδυση που έγινε, η μετάλλαξη δηλαδή της αρχαιότητας και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ήταν ο εξελληνισμός της χριστιανοσύνης (κυριαρχία ελληνικής γλώσσας) και ο εκχριστιανισμός του ελληνισμού (κυριαρχία ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας). Το αποτέλεσμα; Ο σχηματισμός του ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Το ίδιο ακριβώς πολιτιστικό βάθρο στο οποίο επικάθονται σήμερα οι Έλληνες.

Ακόμα και η σημερινή μας γλώσσα, η απλή νεοελληνική, είναι η ίδια ελληνική γλώσσα, η Κοινή, που διαμόρφωσε η βυζαντινή περίοδος παραλαμβάνοντας την ελληνική αλεξανδρινή γλώσσα από την ελληνιστική περίοδο· γλώσσα απλή, που μιλούσε ο λαός, πάνω στην οποία αποτυπώθηκε όλη η ελληνική παιδεία και μεταφέρθηκε στο νεοελληνικό κράτος. Επομένως, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ελληνική (Βυζαντινή Ρωμιοσύνη) η οποία μας κληροδότησε ως βίωμα τα σημερινά και υπάρχοντα εθνολογικά μας στοιχεία, κοινώς την εθνική μας ταυτότητα – εθνική συνείδηση.

Αν αποδίδαμε τη νέα οικουμενική πολιτειακή οντότητα που αναπτύχθηκε στην Ανατολή με μία εξίσωση, αυτή θα ήταν η εξής:

Αυτοκράτωρ + Ρωμαϊκό Δίκαιο + Χριστιανική Ορθοδοξία + Ελληνική Γλώσσα = Ελληνική Αυτοκρατορία της Χριστιανικής Ανατολής.

Το βιβλίο της Αλώσεως του Γεωργ΄λιου Φραντζή σε σπάνια έκδοση

(Αρχείο Πανεπιστημίου Κρήτης)

Στην καθημερινότητα μας υπάρχουν εκατοντάδες βιώματα, συμπεριφορές και στοιχεία που μας παραπέμπουν κατευθείαν στη Βυζαντινή Ρωμιοσύνη μας (χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε ίσως επειδή το αγνοούμε). Μερικά τα αναφέρει η Αρβελέρ στο βιβλίο της «Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο βυζαντινοί είναι οι νεοέλληνες;». Αντιγράφω: «Οι επικλήσεις όπως ‘‘Βοήθα Χριστέ και Παναγιά’’, ακόμα και το πολεμικότατο ‘‘Αέρας’’ του ελληνικού στρατού, είναι βυζαντινές επιβιώσεις, όπως άλλωστε και η λατρεία ‘‘του κάθε προστάτη Αγίου’’ πόλεων και πολιτειών, καθώς και ό,τι σχετίζεται με την ιδιότητα του κάθε Αγίου και την θαυματουργό παρουσία του. Ποιος ναυτικός π.χ. δεν θα ικετεύσει σε ώρα ανάγκης τον Άγιο Νικόλαο, που η εικόνα του δεσπόζει σε ψαρόβαρκες και σε κάθε πλεούμενο; Κάλαντα, φανουρόπιτες, αγιάσματα και τάματα παραπέμπουν σε συνήθειες βυζαντινής κοπής, και όχι μόνο στην Ελλάδα. […] Χαρακτηριστικά θα παρατηρήσω κάτι που μόνο Έλληνες, αθέλητα αναφερόμενοι στο Βυζάντιο, λένε σχεδόν καθημερινά. Το αμετάφραστο σε άλλη γλώσσα ‘‘ο ήλιος βασιλεύει’’. Κι αυτό γιατί ντύνεται, λίγο πριν την δύση του, με τα χρώματα της αυτοκρατορικής βυζαντινής πορφύρας. Θεωρώ την παράδοξη αυτή έκφραση ως αδιάψευστη απόδειξη της συνέχειας, ως κληρονομιά μιας διαχρονικής αψεγάδιαστης εμπειρίας. Μοιάζει η έκφραση αυτή σαν δακτυλικό αποτύπωμα της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, που καταβολή της είναι το Βυζάντιο».

Άρνηση – Εθνομηδενισμός

Υπάρχει μερίδα διανοουμένων οι οποίοι αμφισβητούν την ελληνικότητα του Βυζαντίου. Κάποιοι άλλοι κατηγορούν το «σύστημα βυζαντινισμού» ως ένα καθεστώς αντιδημοκρατικότητας, βιαιότητας, ίντριγκας και συνωμοσιών. Μία περίοδος όπου ο κόσμος της αρχαιότητας από πολίτες που ήταν, όπως έλεγε ο Καστοριάδης, μετατράπηκαν στο Βυζάντιο σε υπηκόους.

Όλες οι απόψεις πρέπει να είναι αποδεκτές, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, οι οποίες στηρίζονται στη βάσανο της μελέτης, της σκέψης και της επιστήμης. Η ιστορική συζήτηση ποτέ δεν βλάπτει. Αντίθετα, βγαίνουμε όλοι ωφελημένοι. Η γνώση της Ιστορίας σε βοηθά να ζεις το σήμερα και να σχεδιάζεις το αύριο. Βλάπτονται μόνο όσοι είναι δογματικοί, οι οποίοι μικραίνουν τα ιστορικά πράγματα ώστε να μπορούν να τα περικλείσουν εύκολα και ευρύχωρα στις μονοδιάστατες περιοχές των στενών οριζόντων του μυαλού τους. Και προφανώς, ο ιστορικός φανατισμός –και κανενός είδους φανατισμός– ποτέ δεν ωφελεί.

Αυτό, όμως, νομίζω, που πρέπει να απορρίπτεται (πάντα στο πλαίσιο του διαλόγου) είναι οι σκέψεις εκείνες που αποβλέπουν σε προσχεδιασμένη στοχοπροσήλωση. Και να αντικρούονται, επειδή οι σκέψεις αυτές, υπό τον μανδύα της ιστορικής επιστημοσύνης, είναι κατευθυνόμενες από οικονομικοπολιτικά «κινήματα»· κοινώς είναι σκέψεις υποταγμένες, επομένως ανελεύθερες και άρα πέρα ως πέρα αυθαίρετες. Αναφέρομαι στη διακίνηση των «ιστορικών ιδεολογημάτων» που στόχο έχουν να αφανίσουν την Ιστορία των Ελλήνων (όχι απλώς να αναθεωρήσουν κάποιες πτυχές της, που ίσως κιόλας επιβάλλεται) και να διαγράψουν όλες τις αξίες εκείνες που συνέθεσαν και συνθέτουν τη δημιουργία της πατρίδας, και της δικής μας θεμελίωσης σ’ αυτά τα ελληνικά πατρογονικά χώματα. Και οι διακινητές δεν είναι άλλοι από τους εθνομηδενιστές.

Βυζαντινό έγγραφο

Οι αμφισβητίες της ελληνικότητας της βυζαντινής χιλιόχρονης εποχής υποστηρίζουν ότι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία αυστηρά «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», αρνούμενοι τον όρο Βυζάντιο και, βέβαια, τον ελληνικό χαρακτήρα του. Την άποψή μου τη διατύπωσα ευθέως σε πιο πάνω γραμμές, όχι βέβαια ως επαΐων του θέματος, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης γραφής και σκέψης επί χάρτου. Αλλά να ξαναθέσω το θέμα και να ρωτήσω για τελευταία φορά: από πού κι ως πού Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, χωρίς τα στοιχεία της εθνικής ιδιοσυστασίας της; την ειδωλολατρία (αρχικά) και τη λατινική γλώσσα; Από πού κι ως πού Αυτοκρατορία Ρωμαϊκή, με επικρατούσα θρησκεία εντός της αυτή του ορθόδοξου χριστιανισμού; Από πού κι ως πού Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με ελληνική σκέψη και ελληνικό τρόπο ζωής;

Το μεγάλο θέμα τώρα του εθνομηδενισμού, ενορχηστρωμένο ασύστολα από την υπερκαπιταλιστική πλέον (ας μη γελιόμαστε) Αριστερά, και ακολουθούμενο από τον νεοφιλελεύθερο πλέον άπατρι (ας μη γελιόμαστε) συντηρητισμό, στο πλαίσιο μιας αξιοθαύμαστης σύμπλευσης μεταξύ πολυπολιτισμικότητας λαών – παγκοσμιοποίησης αγορών, επιβάλλεται να μας απασχολήσει σοβαρά. Και αυτό επειδή, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπεί μια κοινωνία ελεύθερων πολιτών σε μια κοινωνία δέσμιων ανδραπόδων. Τι ζητούν οι ζηλωτές του εθνομηδενισμού, με «επιχειρήματα» όλες τις φορές; Να ενταχθούμε άνευ όρων στο σύστημα, όχι ως άνθρωποι με παρελθόν και με διαμορφωμένη πνευματική οντότητα, αλλά ως ασπόνδυλα διανοητικά όργανα – εργαλεία μιας παραγωγικής και μόνο διαδικασίας. Δηλαδή να πετάξουμε από πάνω μας τις αξίες μας, ατομικές ή εθνικές. Να εξοστρακίσουμε ως αχρείαστα είδη ιδανικά, θεσμούς, έννοιες, παραδόσεις. Στο μοντέλο τους (ήδη προωθημένο) δεν έχει θέση η έννοια της ελληνικότητας, του έθνους, της πατρίδας και των συνόρων ή της θρησκείας και του θεσμού της οικογένειας· δηλαδή να απεμποληθεί η εθνική ταυτότητα, η εθνική συνείδηση, η ιστορική συνείδηση, η ιστορική μνήμη. Με άλλα λόγια να ξεπουληθεί ό,τι αποκτήθηκε τρεις χιλιάδες χρόνια· και κατ’ επέκταση να ομογενοποιηθεί η ανθρωπότητα σ’ έναν ασύνορο κόσμο πολιτών – προλετάριων.

Το «ιδεολογικό» αφήγημά τους είναι ότι τα Έθνη που ισχυρίζονται ότι προϋπήρξαν του «κράτους – έθνους» έχουν μια ψευδή αντίληψη του παρελθόντος· ότι το ελληνικό Έθνος είναι τεχνητό δημιούργημα του νεοελληνικού κράτους. Μια στιγμή, τώρα, γιατί τα πράγματα σοβαρεύουν. Και σοβαρεύουν γιατί το «τροπάριο» αυτό που άρχισε να εκτυλίσσεται από τη Μεταπολίτευση και μετά, σε έξαρση την περίοδο του λεγόμενου «εκσυγχρονισμού» (δεκαετία ’90), και με κολοφώνα τη σημερινή περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από την Αριστερά, μπορεί να οδηγήσει σε άκρως επικίνδυνους δρόμους με απρόβλεπτες συνέπειες. Ήδη βιώνουμε με αυτές τις θεωρίες τον εκφασισμό μιας σημαντικής μερίδας της κοινωνίας, με ακραίες φωνές που οικειοποιούνται τον αδιαίρετο πολιτισμό και την Ιστορία μας (ευτελίζοντάς τον ταυτόχρονα), και ήδη η πολιτική τάξη στην Ελλάδα αποτελείται κατά πλειονότητα από απροκάλυπτους διαχειριστές κεφαλαίων και συμφερόντων.

Ας μπουν σε μια σειρά οι προβληματισμοί υπό μορφήν ερωτημάτων: πριν τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους (1832) δεν υπήρχε ελληνικός κόσμος; Υπήρχε αν δεν κάνω λάθος από τη Μυκηναϊκή εποχή (και όχι μόνο σ’ ένα κράτος). Όλος αυτός, λοιπόν, ο κόσμος στη μακραίωνη πορεία του δεν είχε κοινά εθνολογικά στοιχεία, κοινές αξίες, κοινούς τρόπους ζωής; Όλα αυτά τα κοινά στοιχεία σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής ζωής δεν καθόρισαν την ελληνικότητα του κόσμου; Επομένως η κοινή ελληνικότητα και ταυτόχρονα ετερότητα έναντι άλλων κόσμων δεν συγκρότησε την εθνική ταυτότητα – εθνική συνείδηση; Σε όλη αυτή την άπειρη διάρκεια δεν συνέβησαν γεγονότα; Το σύνολο των γεγονότων δεν ενέγραψαν Ιστορία; Η εξιστόρηση των γεγονότων (Ιστορίας) και η κοινή αποδοχή τους δεν διαμόρφωσαν ιστορική συνείδηση; Η διάχυση της Ιστορίας σε θεσμούς και περιβάλλοντα (οικογένεια, εκκλησία, εορτές κ.λπ.) δεν συνέθεσε την ιστορική μνήμη; Η επίγνωση και η αναφορά στην ιστορική μνήμη (π.χ. η συναίσθηση της καταγωγής) δεν οικοδόμησαν εθνική συλλογική μνήμη;

Άρα, ελληνικότητα, εθνική ταυτότητα, εθνική συνείδηση, ιστορική συνείδηση, ιστορική μνήμη, εθνική συλλογική μνήμη, όπου συναντήθηκαν οικουμενικά –εκτός των στενών ορίων του ελληνικού κράτους– με το απανταχού ευρισκόμενο ελληνικό στοιχείο, δεν συνέστησαν κοινά έθη (συνήθειες); Δεν συνέστησαν δηλαδή το Έθνος; Το οικουμενικό έθος; Το Έθνος των Ελλήνων;

Συμπέρασμα (δικό μου): Ελληνικό Έθνος υπήρχε και θα υπάρχει όσο υπάρχει οικουμενικότητα του ελληνικού στοιχείου. Απ’ αυτή την οικουμενικότητα των κοινών τους στοιχείων οι Έλληνες πάντοτε αντλούσαν δύναμη και κρατήθηκαν όρθιοι. Και όπως σημειώνει στο βιβλίο του «Περί έθνους και ελληνικής συνέχειας» (εκδόσεις «Ιανός») ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης, το έθνος ως συλλογική ταυτότητα, δηλαδή ως συνείδηση κοινωνίας, αποτέλεσε την ιστορική σταθερά του ελληνικού κόσμου.

Η σημερινή Ελλάδα

Αναμφίβολα, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος, η σκληρή πραγματικότητα. Σήμερα η «ιστορική σταθερά» του ελληνικού κόσμου είναι σοβαρά κλονισμένη. Δεν υπάρχει η άλλοτε μεγάλη αλκή της οικουμενικότητας του Ελληνισμού, ο οποίος άρχισε να συρρικνώνεται από τη Μικρασιατική καταστροφή του ’22 και μετά. Οι «βρυσομάνες» σχεδόν έχουν στερέψει, και σήμερα η Ελλάδα είναι μια βαριά ασθενούσα χώρα, σχεδόν χρεοκοπημένη. Οι ίδιοι οι Έλληνες έπαψαν στην πλειονότητά τους να είναι οι Έλληνες του παρελθόντος. Δεν ξέρω καν αν ακολουθούν τον πολιτισμό τους, όπως τουλάχιστον θα έπρεπε. Όχι κατ’ αίμα, αλλά κατά πνεύμα. Ο Αντρέ Μαλρό έλεγε πως τον πολιτισμό δεν τον κληρονομείς, αλλά τον κατακτάς μέσω των έργων σου.

Τι μπορεί να γίνει; Να αλλάξει άρδην το «πνεύμα εποχής», το τόσο υπερχειλισμένο με αδιανόητο διχασμό, με ακραίο λαϊκισμό, με εκπληκτική μετριότητα και με απίστευτη διαπλοκή συμφερόντων. Να αναζητηθούν «ορόσημα» και «δυνάμεις» μέσα από τις πνευματικές διαχρονίες του Ελληνισμού. Να βγουν μπροστά οι εναπομείνασες πολιτικές και πνευματικές ελίτ, και να αναζητηθούν νέες «καθαρές μονάδες», που έλεγε ο Ελύτης. Αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι δεν είναι εύκολα όλα αυτά. Ούτε γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Όμως επιβάλλεται να πέσουν «καινούργια θεμέλια». Να γίνει η αρχή. Πέφτουν κορμιά στα τείχη και θα πέσουν κι άλλα. Μια γενιά ολόκληρη καταστρέφεται. Όσο η Ελλάδα παραμένει αδρανής θεατής, ανακυκλωμένη στη μιζέρια και την ξιπασιά, απεργάζεται το τέλος της. Την οριστική έκλειψή της από την Ιστορία…

Ο νομπελίστας ποιητής της «Έρημης χώρας», Τ. Σ. Έλιοτ (1888 – 1963), ανήσυχος για τα τεκταινόμενα στην εποχή του, στράφηκε στις αξίες του παρελθόντος για να αντλήσει δύναμη και αισιοδοξία. Μνημειώδης παρέμεινε η φράση του «ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο. Και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα».

Μήπως και η χώρα μας μέσα στην ερημιά της, στον μέλλοντα χρόνο της θα πρέπει να συμπεριλάβει κάποιες από τις σπουδαιότητες του παρελθόντος της; Κάποιες αξίες, ως έμπνευση, από την Ελληνική Αυτοκρατορία του Βυζαντίου;

Υ.Γ.: Συνιστώ ανεπιφύλακτα το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ «Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί οι Νεοέλληνες;», από τις εκδόσεις ‘‘Gutenberg’’.