Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 06:24

Εφτά χρόνια σιωπής…

1974. Τα νέα από την Ελλάδα ταράζουν την ψεύτικη γαλήνη που είχαμε κατακτήσει. Μια καινούργια ζωή περιμένει τις κάμποσες χιλιάδες από συντρόφους που η λαχτάρα της επιστροφής στα αεροπλάνα και στα πλοία και η λέξη τέλος σφραγίζει επτά οδυνηρά χρόνια. Η πατρίδα ανοίγει μια αγκαλιά ζεστή και εμείς κουρνιάζουμε ευτυχισμένοι μη ξέροντας τι μας περιμένει σε ένα τόπο παραμορφωμένο από τη βία της στρατιωτικής χούντας.

Tου Νίκου Κούνδουρου*

ΠΑΡΙΣΙ – Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ: Δεν ρώτησα κανέναν και χώθηκα στο αεροπλάνο της Μελίνας. Ήταν αυτονόητο πως η παρέα της δημιουργούσε ένα είδος διαβατηρίου. Με το πρώτο αεροπλάνο φορτωμένο με τη λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα πατάω το πόδι μου στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Στην Αθήνα ο λαός ενθουσιασμένος περίμενε κάθε αεροπλάνο, για να καλωσορίσει τους Έλληνες της ξενιτιάς. Ο Καραμανλής ήτανε ο πρώτος και ακολούθησε η Μελίνα και εμείς από πίσω. Αποθέωση σε κάθε άφιξη. Εμείς γρήγορα πήραμε μέρος στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας που υποσχόταν μια νέα Ελλάδα. Στους δρόμους και στα μεγάλα γήπεδα ηχούσανε τα τραγούδια του Θεοδωράκη και ζητωκραυγάζανε για την καινούργια Δημοκρατία. Ο στερημένος λαός απαιτούσε Δημοκρατία και Ελευθερία. Τα μεγάλα γήπεδα δεν χωράγανε πια τον ενθουσιασμένο κόσμο που ήθελε να δει από κοντά τους

Έλληνες που κρατήσανε στους ώμους τους τη μακρινή εικόνα της Ελλάδας. Χαθήκαμε και εμείς μέσα στο πλήθος.
Σιγά σιγά μάζεψα γύρω μου τους καλύτερους οπερατέρ, γίναμε εφτά και χυθήκαμε μέσα στη μάζα, καταγράφοντας με τις κάμερες την υπέροχη εικόνα του ξεσηκωμένου λαού. Ο Φίνος πρόσφερε τα εργαστήρια και βοήθησε όσο γινόταν στη γρήγορη κατασκευή – καταγραφή εικόνων –θα έπρεπε να πω- ενός λαού και μιας ευλογημένης ώρας. Ονόμασα την ταινία ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ και με αυτόν τον τίτλο σήμερα δύο γενιές αργότερα η τηλεόραση, η τότε ΕΡΤ, τρέφονταν με αυτές τις αλησμόνητες ώρες. Στο μεταξύ η καινούργια τάξη απαιτητική ζήταγε και απαιτούσε να μπούνε σφραγίδες και ημερομηνίες σε αυτή τη μοναδική ίσως αφύπνιση του λαού. Ένα ενθύμιο μνήμης για όσους έζησαν μια επανάσταση που τράφηκε στους δρόμους και στα γήπεδα…

Η χούντα έπεσε. Το Πολυτεχνείο ξέπλυνε την ντροπή ως ένα σημείο, γιατί η μεγάλη μερίδα του λαού δεν έκανε τίποτα για να πέσει η χούντα….Στην  Ελλάδα, τη μικρή και την έντιμη, το Πολυτεχνείο άγιασε τα εφτά χρόνια της σιωπής. Η 17 Νοέμβρη εντάχθηκε στο πλούσιο εθνικό μας μαρτυρολόγιο. Άλλες πληγές κλείσανε και άλλες μείνανε ανοιχτές. Η κοινωνία της ψεύτικης αφθονίας μπαινοβγαίνει στον μικρό και στον μεγάλο «Βασιλόπουλο» του Ψυχικού, στους «Μαρινόπουλους» και στου «Σκλαβενίτη» και παίρνει δυναμικά μέρος στη ζωογόνα ανακύκλωση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Οι δικτατορίες στριμώχτηκαν πάλι στις μήτρες τους, στη Νότια Αμερική και στον Τρίτο Κόσμο. Κι εγώ λέω να τελειώσω τούτο το μνημόσυνο με την κραυγή του Μπρεχτ από την Άνοδο και την πτώση του Αρτούρο Ούι: «Μπορεί να σκοτώθηκε το τέρας, μα η κοιλιά που το γέννησε είναι ακόμη ζωντανή».

Από συνέντευξη του Νίκου Κούνδουρου στον Βασίλη Βασιλικό, στην ΕΤ3, τον Δεκέμβριο του 2009

«Εγώ σ’ αυτόν τον τόπο, όταν ξέσπασε η χούντα, είπα δεν πρόκειται να ζήσω ούτε ένα δευτερόλεπτο. Πήγα στη Μόσχα με αυτοκίνητο. Στη Μόσχα, για να δω τι; Τον πρέσβη στην Αθήνα αγκαλιά με τον Παττακό και με τον Παπαδόπουλο. Η μάνα, η μεγάλη μάνα, η μάνα όλων μας τα είχε κάνει πλακάκια με την χούντα. Που πρόλαβε; Λέω: ούτε εδώ. Φεύγω από κει. Κάτσε να φύγω στην Ευρώπη. Στην ελεύθερη Ευρώπη. Στην δημοκρατική Ευρώπη».

  
*Νίκος Κούνδουρος, σκηνοθέτης, 1926 – 2017. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το ημερολόγιο του, που κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, με τον τίτλο «Μνήμη απειθάρχητη».