Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 06:24

Ο Σταύρος Λυγερός στην Boulevard: Η δικτατορία έγινε ανεκτή

Δεν έχουμε σήμερα Δημοκρατία. Ζούμε σε μια μοντέρνα αποικιοποίηση. Έχουμε χώρα ισοβίτη

Στη συνέντευξη de profundis, που είχε την ευγένεια να παραχωρήσει στην εφημερίδα μας ο γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας, Σταύρος Λυγερός, δεν δίστασε να… παίξει με τη φωτιά και με τον εμβαθή λόγο του να σπάσει κομματικά ταμπού και να γκρεμίσει καθεστηκυίες πολιτικές αντιλήψεις μιας ολόκληρης εποχής. Ο φοιτητής του 1973 και μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση στο Πολυτεχνείου, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, τολμά να πει πως η χούντα των συνταγματαρχών έγινε ανεκτή από τον ελληνικό λαό και πως στη Μεταπολίτευση η αντίσταση προβλήθηκε παραπάνω, γιατί ένας ολόκληρος λαός ήθελε συνειδησιακά να εξαγνιστεί για την ανοχή που είχε επιδείξει στο αυταρχικό καθεστώς: «”είχε κάτσει ήσυχος’’ για αρκετά χρόνια και ένιωσε την ανάγκη να αγκαλιάσει ή να μπει στην πλευρά αυτών που πραγματικά είχαν αντισταθεί».

Ο Σταύρος Λυγερός, στην αποκαλυπτική του συνέντευξη στην Boulevard, αναγνωρίζει με παρρησία ότι ο αντιδικτατορικός αγώνας του φοιτητικού κινήματος έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τα κόμματα, κατά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Στη Μεταπολίτευση ήρθαν τα τρένα των κομμάτων να φορτώσουν»!

Σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με τον Σταύρο Λυγερό, έναν από τους εγκυρότερους αναλυτές του ελληνικού άλλα και του διεθνούς γίγνεσθαι, δεν μπορούσε να μην τεθούν θέματα όπως η κρίση στην Ελλάδα, η ποιότητα της δημοκρατίας μας, η χρεοκοπία, τα Μνημόνια. Και εδώ ο κ.Λυγερός έβαλε την κουβέντα με τις απαντήσεις του «εις τον τύπον των ήλων»: «Δεν έχουμε Δημοκρατία, αλλά μια χώρα ισοβίτη». Πηγαίνοντας ακόμη πιο πέρα τη σκέψη του, θα σημειώσει: «Σήμερα δεν έχουμε Δημοκρατία. Μπορεί να πληρούνται όλοι οι τυπικοί όροι, για να χαρακτηρίσουμε το καθεστώς δημοκρατικό, όμως όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Κι αυτό γιατί ζούμε σε μια μεταμοντέρνα αποικιοποίηση της χώρας».

Κατά τον Σταύρο Λυγερό, η χρεοκοπία και το μνημόνιο έκλεισαν οριστικά τη μεταπολιτευτική ιστορική περίοδο και έβαλαν τη χώρα σε έναν τελείως διαφορετικό δρόμο, επισημαίνοντας ότι «από ένα χρονικό και πέρα όριο η χώρα δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις ανάγκες οι οποίες επιβάλλονταν από την είσοδό της στην ευρωζώνη. Αυτό βεβαίως άρχισε από την τότε ΕΟΚ, αλλά το βασικό είναι ότι η χώρα υπό την ιδεολογική ηγεμονία μιας ευρωλαγνείας χωρίς μέτρηση των αντικειμενικών δυνατοτήτων της μπήκε σε ένα περιβάλλον με φτηνό χρήμα και μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές δομές οδηγήθηκε σε μια φούσκα και δεν κατάφερε να βρει μια παραγωγική διέξοδο».
Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του Έλληνα, υπογραμμίζει ότι είναι επιβιωσάκιας, ατομιστής, του αρέσει να είναι ανεξάρτητος, δεν του αρέσει να είναι εργάτης, αλλά και ούτε και να συμμετέχει σε μεγάλα συλλογικά πράγματα. Έχει, όμως, κατά τον κ. Λυγερό, τρομερή ευελιξία, δεν παρουσιάζει συμπτώματα μεγάλων αδρανειών και αγκυλώσεων, που έχουν τα μεγάλα σύνολα, είναι αναρχικός -με τη φιλοσοφική έννοια του όρου- δεν μπαίνει σε καλούπια και σε κανόνες και δεν έχει σε υπόληψη το γκουβέρνο.
 
Η πλήρης συνέντευξη του δημοσιογράφου και συγγραφέα Σταύρου Λυγερού έχει ως εξής:

- Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια σύγκριση της δημοκρατίας σήμερα με τη δημοκρατία της μεταπολίτευσης;

«Η δημοκρατία της Μεταπολίτευσης είχε σφραγιστεί από το γεγονός ότι το δικτατορικό καθεστώς προϋπήρχε. Όταν, λοιπόν, το εκκρεμές έχει τραβηχτεί στη μια πλευρά και τελικά αφέθηκε ελεύθερο ήταν αναπόφευκτο να πάει προς την άλλη κατεύθυνση. Με αυτή την έννοια στη Μεταπολίτευση είχαμε μια τέτοια τάση που εμφανίστηκε με πολλές μορφές.

Βεβαίως σε πολιτικό επίπεδο, στην πρώτη φάση, είδαμε να κερδίζει η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή με μια πολύ μεγάλη πλειοψηφία, γιατί αυτό που ενδιέφερε το εκλογικό σώμα, εκείνη την εποχή, ήταν να θεωρήσει πως το κεφάλαιο δικτατορία είχε λήξει οριστικά. Και βεβαίως θεωρούσαν οι ψηφοφόροι πως ο Καραμανλής ήταν εκείνος που θα έκανε τη μετάβαση, ενώ στη συνέχεια είδαμε τη σταδιακή εκτόξευση του ΠΑΣΟΚ. Άρα αν συγκρίνουμε τη μία με την άλλη Δημοκρατία θα λέγαμε καταρχήν ότι η Δημοκρατία εκείνης της εποχής είχε όλα τα φαινόμενα που παρατηρούνται σε μια κοινωνία που είχε καταπιεστεί και η οποία απελευθερώνεται. Με φαινόμενα και τάσεις αχαλίνωτες, με έλλειψη αυτοπειθαρχίας, υπερβολών και δυναμικής εισβολής που μέχρι τότε ήταν απαγορευμένες κυρίως από την πλευρά της Αριστεράς. Αποτέλεσμα όλων αυτών να επικρατήσει απόλυτα και σε επίπεδο ιδεολογίας η Αριστερά, ωστόσο, δεν έχουμε φτάσει εδώ που βρισκόμαστε σήμερα πηγαίνοντας κατευθείαν από τη μια περίοδο στην άλλη. Μεσολάβησαν κάποιες δεκαετίες οι οποίες ουσιαστικά ήταν μια περίοδος μακράς μετάβασης.

Η χρεοκοπία και το μνημόνιο έκλεισαν οριστικά τη μεταπολιτευτική ιστορική περίοδο και έβαλαν τη χώρα σε έναν τελείως διαφορετικό δρόμο. Κι αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς σήμερα δεν έχουμε Δημοκρατία. Μπορεί να πληρούνται όλοι οι τυπικοί όροι, για να χαρακτηρίσουμε το καθεστώς δημοκρατικό, όμως όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Δεν έχουμε δικτατορία, δεν έχουμε ξένη κατοχή με τυπικούς όρους, καθώς γίνονται εκλογές, ψηφίζεις ό,τι θέλεις, μπορείς να μιλάς ελεύθερα, αλλά ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι υπάρχει ένα μαχαίρι στον λαιμό της χώρας. Και να σας πω ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα. Δεν μας δίνουν τη δόση γιατί απαιτούν να ολοκληρωθεί η διαδικασία αμνήστευτης και απαλλαγής στην πραγματικότητα τριών ξένων εμπειρογνωμόνων του ΤΑΙΠΕΔ, οι οποίοι, αν και κατηγορούνται, ζητάνε την αθώωσή τους, ενώ και στην περίπτωση του κ. Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ απαιτούν να καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο τα δικαστικά έξοδα. Αυτό δεν θα γινόταν σε μια ανεξάρτητη και κυρίαρχη χώρα. Είναι απολύτως ενδεικτικό τού τι ζούμε και αυτό που ζούμε είναι ουσιαστικά μια μεταμοντέρνα αποικιοποίηση της χώρας. Και, προσέξτε, δεν είναι θέμα αυτής της κυβέρνησης, αλλά και των προηγούμενων, καθώς επί πρωθυπουργίας Σαμαρά είχαν υποχρεώσει την κυβέρνηση να πάρει πίσω τη ρύθμιση των 100 δόσεων που πρότεινε και ψήφισε η Βουλή. Επί της ουσίας, λοιπόν, δεν μιλάμε ούτε για ανεξαρτησία ούτε για δημοκρατία, γιατί δεν είναι δημοκρατία να μπορείς μόνο να μιλάς ελεύθερα».

- Πού θα εντοπίζατε τα θετικά και τα αρνητικά της μεταπολίτευσης;

«Ακούω διάφορους να κατηγορούν τη δεκαετία του 1980 για τη χρεοκοπία της χώρας. Πρόκειται για την απόλυτη γελοιότητα. Αν κάνουμε τέτοιες αναγωγές μπορούμε να φτάσουμε στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου και στη δολοφονία του Καποδίστρια και να καταλήξουμε στο απόλυτο μηδέν. Είναι σαν να λέμε, γιατί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το ’74 δεν φρόντισε επαρκώς το δημοσιονομικό έλλειμμα; Η βασική του προτεραιότητα ήταν πρώτα από όλα να εδραιώσει το δημοκρατικό πολίτευμα και είχε να χειριστεί την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Το 1981 δυστυχώς οι προτεραιότητες ήταν άλλες, όπως η κατάλυση του μετεμφυλιακού κλίματος, το άνοιγμα για κομμάτια του πολιτισμού που, λόγω αυτού του μετεμφυλιακού κλίματος, είχαν απομονωθεί και αποκλειστεί από τα υψηλά κλιμάκια και είχαμε να κάνουμε με θεσμικούς εκσυγχρονισμούς. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να κατηγορούμε επιλογές προ 30 και 40 ετών για τη χρεοκοπία τού σήμερα.

Η πραγματικότητα είναι ότι από ένα χρονικό και πέρα όριο η χώρα δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις ανάγκες οι οποίες επιβάλλονταν από την είσοδό της στην ευρωζώνη. Αυτό βεβαίως άρχισε από την τότε ΕΟΚ, αλλά το βασικό είναι ότι η χώρα υπό την ιδεολογική ηγεμονία μιας ευρωλαγνείας χωρίς μέτρηση των αντικειμενικών δυνατοτήτων της μπήκε σε ένα περιβάλλον με φτηνό χρήμα και μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές δομές οδηγήθηκε σε μια φούσκα και δεν κατάφερε να βρει μια παραγωγική διέξοδο».

- Τελικά η αποκατάσταση της δημοκρατίας οφείλεται στην αντίσταση του λαού, στο γεγονός ότι ωρίμασαν οι συνθήκες και ήταν θέμα χρόνου να πέσει η δικτατορία ή ουσιαστικά στην τραγωδία - προδοσία της Κύπρου; Και εν τέλει, πέρα από τις βεβαιωμένες μορφές αντίστασης, θα λέγατε ότι υπήρξε ανοχή από μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού;

Δεν νομίζω ότι πρέπει να τα βάλουμε διαζευκτικά. Ας τα δούμε όμως από την αρχή. Από το 1967, λόγω της πολιτικής κρίσης και της ανώμαλης πολιτικής περιόδου, από τα Ιουλιανά και τις κυβερνήσεις των αποστατών η δικτατορία έγινε ανεκτή. Έγινε δεκτή με ανοχή από μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού. Δεν λέω ότι αυτή η μεγάλη μερίδα υποστήριζε ενεργά τη δικτατορία, αλλά την ανέχτηκε. Αυτή η ανοχή άρχισε σταδιακά να εξατμίζεται και αυτό το οποίο οδήγησε σε μια αντίστροφη μέτρηση ήταν το φοιτητικό κίνημα. Γιατί οι προηγούμενες αντιστασιακές πράξεις ήταν μεμονωμένες, δεν είχαν μαζικό χαρακτήρα και αντιμετωπίζονταν άλλοτε με συμπάθεια και άλλοτε με αντιπάθεια από κομμάτια του πληθυσμού χωρίς να έχουν επίδραση επάνω του. Το φοιτητικό κίνημα άλλαξε το κλίμα και ήρθε ουσιαστικά να εκφράσει το γεγονός ότι και ένα κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού είχε πάψει να ανέχεται αυτή την κατάσταση και υιοθετούσε μια αρνητική στάση απέναντι στο καθεστώς. Όχι ενεργή, αλλά έντονα αρνητική. Έτσι σήμανε η αντίστροφη μέτρηση. Οδηγηθήκαμε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, η οποία έσπασε κάθε δεσμό του καθεστώτος με την κοινωνία. Άνοιξε, δηλαδή, ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στο καθεστώς και την κοινωνία. Αυτό δεν ήταν αρκετό για να ρίξει το καθεστώς, ήταν όμως αρκετό να το απομονώσει πολιτικά. Το Κυπριακό, το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου και η εισβολή ουσιαστικά ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ήταν εκείνο το γεγονός, δηλαδή, που το απομονωμένο καθεστώς δεν μπορούσε πια να κρατηθεί στην εξουσία, λόγω της μεγάλης εθνικής καταστροφής. Άρα έχουν συντρέξει όλοι οι λόγοι».

Ο Σταύρος Λυγερός με τον αρχισυντάκτη της Boulevard Κώστα Σαρρηκώστα

- Χωρίς να αμφισβητείται ο αγώνας κατά της Χούντας των Συνταγματαρχών, μήπως τελικά επιτηδευμένα γιγαντώθηκε σκοπίμως, ώστε κάποιοι να «χτίσουν» καριέρα και να εξαργυρώσουν τον όποιο αγώνα τους, με τους πραγματικούς αντιστασιακούς να μένουν τελικά στο περιθώριο;

«Ότι υπήρξε ένας υπερτονισμός της αντίστασης εναντίον της Δικτατορίας είναι ως ένα βαθμό σωστό. Δεν θέλω να υποτιμήσω τον αγώνα γιατί χύθηκε αίμα, γιατί αρκετοί άνθρωποι ταλαιπωρήθηκαν και όλος ο αγώνας όχι μόνο αξίζει τον σεβασμό αλλά είναι και μια παρακαταθήκη ιστορική. Είναι αυτά στα οποία αναφέρονται τα έθνη και οι λαοί στην πορεία της ιστορίας τους, όπως συνέβη με το 1940 και το 1821 και συμβαίνει σε όλους τους λαούς του κόσμου. Δεν γιγαντώθηκε, αλλά προβλήθηκε παραπάνω, γιατί ένας ολόκληρος λαός ήθελε ουσιαστικά συνειδησιακά να εξαγνιστεί για την ανοχή που είχε επιδείξει προηγουμένως. Και για το γεγονός ότι είχε «κάτσει ήσυχος» για αρκετά χρόνια και ένιωσε την ανάγκη να αγκαλιάσει ή να μπει στην πλευρά αυτών που είχαν πραγματικά αντισταθεί. Είχε ανάγκη η ελληνική κοινωνία να «ανεβάσει» το Πολυτεχνείο, όσα είχαν συμβεί πριν από αυτό, συνοψίζοντας συνολικά όλο τον αντιδικτατορικό αγώνα. Και το υιοθέτησαν, δεν το αμφισβήτησαν ακόμη και όσοι προέρχονταν από τη σκληρή Δεξιά. Το ότι κάποιοι, ωστόσο, έχτισαν στη συνέχεια καριέρα με βάση τις αντιστασιακές περγαμηνές τους είναι γεγονός και προφανώς κάποιοι που αντιστάθηκαν και πλήρωσαν τίμημα μεγαλύτερο ή μικρότερο έμειναν στην αφάνεια και αυτοί είναι οι περισσότεροι.

Κάποιοι άλλοι εξαργύρωσαν τον αγώνα τους γιατί ήταν σε κόμματα. Μάλιστα έγιναν βουλευτές και υπουργοί, αλλά προσέξτε το εξής: Όταν αντιστέκονταν δεν τους πέρναγε από το μυαλό ότι κάποτε θα γίνουν υπουργοί. Δεν ήταν σε αυτή τη λογική. Αλλά σε πολλές άλλες περιπτώσεις συμβαίνει κάτι ανάλογο, όπως και σε πολλούς άλλους λαούς. Το ότι, δηλαδή, κάποτε θυσιάστηκες και ρίσκαρες για κάποιους είναι μια περγαμηνή η οποία στο πολιτικό σύστημα δίνεται σαν ανταμοιβή. Σε ξέρουν, σε θυμούνται, σε ψηφίζουν και σε έναν κομματικό μηχανισμό προάγεσαι. Άρα αυτά είναι τα κατόπιν εορτής που είναι ανθρώπινα και αναπόφευκτα. Μπορεί να μη μας αρέσει γιατί κάποιοι πράγματι έχτισαν καριέρες ή βολεύτηκαν ή γιατί κάποιοι άλλοι βρέθηκαν στην κατάλληλη στιγμή έχοντας τις κατάλληλες γνωριμίες και άνηκαν σε συγκεκριμένο μηχανισμό. Για παράδειγμα στη Μεταπολίτευση ήρθαν τα «τρένα των κομμάτων» να φορτώσουν. Ήρθε το ΚΚΕ, το ΚΚΕ-Εσωτερικού, ήρθε το τρένο των αριστερίστικων οργανώσεων, ήρθε το τρένο του ΠΑΣΟΚ και κάποια μικρότερα. Κάποια διένυσαν 2 χλμ. και ξέμειναν, κάποια άλλα 20 έως 30 χλμ. και κάποιο άλλο πήγε στην εξουσία και όσοι είχαν επιβιβαστεί σε αυτό είχαν άλλη τύχη. Σας το λέω για να δείτε ότι και οι καριέρες χτίστηκαν και ανάλογα των επιλογών που οι ίδιοι πήραν».

- Πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι ο Έλληνας από την αχαλιναγώγητη ελευθερία περνά στην πλήρη υποταγή και από τον αλύτρωτο χαρακτήρα μετατρέπεται σε δούλος ταπεινωμένος από τις ήττες του;

«Ο Έλληνας, σε αντίθεση με άλλους λαούς, έχει διαμορφωθεί από τον τόπο στον οποίο κατοικεί, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Η Ελλάδα ανήκει σε μια μικρή κλίμακα. Σε μερικά χιλιόμετρα είσαι στο βουνό και σε μερικά στη θάλασσα. Η κοιλάδα, η πεδιάδα και ο ποταμός, συγκριτικά είναι μικρά. Δεν υπάρχει η απέραντη στέπα όπως στη Ρωσία που φτιάχνει τον ανθρωπολογικό τύπο του μουζίκου, ούτε υπάρχει ο τύπος του Κινέζου. Ο Έλληνας, λοιπόν, μέσα σε αυτή τη μικρή κλίμακα είναι βασικά επιβιωσάκιας. Είναι ατομιστής, για αυτό και βλέπουμε την επικράτηση του μικρο- ιδιοκτητικού τρόπου παραγωγής. Του αρέσει να είναι ανεξάρτητος, δεν του αρέσει να είναι εργάτης, άλλωστε δεν άνθισε εδώ η βιομηχανία, δεν του άρεσε να είναι σε μεγάλα συλλογικά πράγματα. Με άλλα λόγια η ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκε με κορμό τη μικρομεσαία θάλασσα. Ενδιαφέρεται για το νοικοκυριό του, τον εαυτό του και την οικογένειά του περισσότερο από το σύνολο και μόνο σε ειδικές στιγμές που νιώθει ότι απειλείται μπαίνει στα παπούτσια του συλλογικού και του εθνικού όπως είναι οι πόλεμοι και οι φυσικές καταστροφές.

Έχει, όμως, τρομερή ευελιξία, δεν παρουσιάζει συμπτώματα μεγάλων αδρανειών και αγκυλώσεων, που έχουν τα μεγάλα σύνολα, είναι αναρχικός -με τη φιλοσοφική έννοια του όρου- δεν μπαίνει σε καλούπια και σε κανόνες και δεν έχει σε υπόληψη το γκουβέρνο, ενώ δεν γίνεται εύκολα μάζα.

Τον βλέπουμε, επίσης, όταν το γήπεδο είναι ελεύθερο, να διεκδικεί και να επιδιώκει την αχαλιναγώγητη ελευθερία και τον βλέπουμε να αντιδρά, αλλά όταν τα πράγματα αποκτούν μια δυναμική που απειλούν τον πυρήνα της ύπαρξής του να προσαρμόζεται, όπως γίνεται τώρα στην περίοδο των μνημονίων.

Ο ελληνικός λαός, λοιπόν, επειδή δεν ήταν έτοιμος να βάλει «φωτιά», αναδιπλώθηκε στο νοικοκυριό, στον μικρό του ιδιωτικό επαγγελματικό χώρο ώστε να επιβιώσει και χρησιμοποίησε το κοινοβουλευτικό εργαλείο εξαφανίζοντας κόμματα και φέρνοντας άλλα στη θέση τους.

Σημειώστε πάντως ότι ο ελληνικός λαός είναι αναδιπλωμένος, πέφτουν κομμάτια του στον γκρεμό και κάποια άλλα είναι πολύ κοντά να πέσουν και αυτά στον γκρεμό. Βιώνουμε μια κοινωνική ησυχία, γιατί έχουν όλοι συνειδητοποιήσει ότι με τους παραδοσιακούς τρόπους αντίδρασης δεν γίνεται τίποτα. Δεν θέλουν να μπουν στη λογική να βάλουν φωτιά στα τόπια, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί σαν ενδεχόμενο στο μέλλον.

Και μην ξεχνάτε ότι πολιτική ηγεσία χωρίς κοινωνική ηγεσία δεν μπορεί να υπάρξει. Η Ελλάδα δεν έχει μόνο οικονομική κρίση, δεν έχει μόνο κοινωνική και πολιτική κρίση, έχει και μια πολύ μεγάλη κρίση εθνικής ιδεολογίας. Σήμερα όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πιο μορφωμένος από ό,τι στο παρελθόν, οι άρχουσες ελίτ ουσιαστικά είναι προσδεμένες ιδεολογικά στο μοντέλο το οποίο οδήγησε στη χρεοκοπία και στα μνημόνια, ενώ τα αποδέχονται ως αναγκαίο κακό. Θεωρούν ότι τα μνημόνια είναι ο δρόμος μέσα από τα οποία η χώρα πρέπει να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες της.

Παράλληλα, η Ελλάδα λόγω των δικών της παθογενειών μετετράπη στον πιο αδύναμο κρίκο της ευρωπαϊκής αλυσίδας και ως εκ τούτου κατέστη πειραματόζωο μιας κοινωνικής μηχανικής η οποία προόριζε να εφαρμοστεί ευρύτερα.

Η ελληνική κρίση ήταν η πιο βαριά και συνεχίζει η Ελλάδα να είναι ισοβίτης. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Η ελίτ όμως δεν το αντιλαμβάνεται και έχει αποξενωθεί όσο ποτέ στην ελληνική ιστορία από το κοινωνικό σώμα διότι έχει προσδεθεί -και υπογραμμίστε το- στο ευρωπαϊκό άρμα και όραμα μέσα από ιδεολογικούς και υλικούς δεσμούς. Και όταν σας λέω ότι η Ελλάδα είναι ισοβίτης, με την έννοια ότι ως χώρα δεν μπορεί να ξεφύγει διότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει υπερβαίνει σχεδόν τις δυνατότητές της, δείχνει τη δραματικότητα του προβλήματος. Και αυτό κάνει τον απλό πολίτη, που δεν έχει τη δυνατότητα ανάλυσης σε βάθος, να καταλαβαίνει από ένστικτο ότι δεν είναι ένας εύκολος δρόμος που αρκεί να τον βαδίσουμε ώστε να τελειώνουμε με το κακό. Γιατί ξέρει ότι κι αν έρθει η ανάπτυξη, θα αφορά μια άλλη Ελλάδα. Και η Ελλάδα δεν άλλαξε με όρους εθνικής και συνειδητής επιλογής αλλά επιβολής από ξένους».