Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου, 2018 - 00:41

Γιατί η Ελλάδα δεν «γεννά» πνευματικούς ανθρώπους;

...Πού είναι όμως εκείνοι που «δικαιωματικά» θα έπρεπε η γνώμη τους κατ’ αρχήν να εκφράζεται δημοσίως και εν συνεχεία να επικοινωνείται; Πού είναι οι «άνθρωποι των γραμμάτων»; Όντως υπάρχουν εν τέλει, ή απλώς τους μνημονεύουμε όταν θέλουμε να πούμε κάτι βαρύγδουπο;

 

Από τον Ηλία Δημητρέλλο*

Πριν από λίγο καιρό μια νεαρά τραγουδίστρια επέλεξε να εκφράσει με στόμφο μεν, ατυχέστατα δε, τις «πολιτικές» απόψεις της, φρονώντας προφανώς ότι αφού έχει πει κανά δυο τραγουδάκια, η χώρα κρατά την ανάσα της αναμένοντας την «καίρια» παρέμβασή της.

Δεν την αδικώ. Έτσι είχε πειστεί ότι συμβαίνει. Διότι στην Ελλάδα εδώ και πολλά – πολλά χρόνια φέρονται ότι οι μόνοι που έχουν άποψη και την εκφράζουν επί παντός επιστητού, επηρεάζοντας εν πολλοίς την κοινή γνώμη, είναι όσοι δηλώνουν τραγουδιστές, ηθοποιοί και εν γένει καλλιτέχνες, εννοείται δε και δημοσιογράφοι. Φυσικά, κοινό χαρακτηριστικό των ανωτέρω είναι ότι τοποθετούνται στα αριστερά (αν και τελευταίως οι περισσότεροι δηλώνουν δημοσίως «κοψοχέρηδες», αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…). Οι δεξιόστροφοι και μόνο στην ιδέα ότι θα τολμήσουν απλώς να καταθέσουν την γνώμη τους, λιποθυμούν…

Πού είναι όμως εκείνοι που «δικαιωματικά» θα έπρεπε η γνώμη τους κατ’ αρχήν να εκφράζεται δημοσίως και εν συνεχεία να επικοινωνείται; Πού είναι οι «άνθρωποι των γραμμάτων»; Όντως υπάρχουν εν τέλει, ή απλώς τους μνημονεύουμε όταν θέλουμε να πούμε κάτι βαρύγδουπο;

Ποια είναι φερ’ ειπείν η παρέμβαση της Ακαδημίας Αθηνών στην ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια τα κρίσης; Οφείλω να ομολογήσω ότι πριν να ξεκινήσω να γράφω αυτό το κείμενο, δεν γνώριζα καν ποιοι αποτελούν μέλη της.

Κάνοντας μια γρήγορη αναζήτηση στο διαδίκτυο, διαπίστωσα ότι την απαρτίζουν πολλοί σημαντικοί Έλληνες. Ευλόγως λοιπόν αναρωτιέται κανείς, για ποιο λόγο όλοι αυτοί πέραν του σημαντικού επιστημονικού τους έργου, δεν θέλησαν να καταθέσουν την γνώμη τους δημοσίως. Διότι σημαντικό μεν το επιστημονικό έργο, αφορά δε όμως μία πολύ κλειστή ομάδα ανθρώπων. Γιατί απεμπόλησε η Ακαδημία Αθηνών, και όχι μόνο, το δικαίωμα να εκφέρει απόψεις, να τοποθετείται και γιατί όχι, να παρεμβαίνει, όταν το κρίνει σκόπιμο;

Η απουσία της δημόσιας παρέμβασης των προσώπων αυτών είτε ατομικώς είτε συλλογικώς, οφείλεται κατ’ αρχήν σε εγγενείς αδυναμίες των ιδίων των συλλογικοτήτων, κυρίως όμως στον φόβο των προσώπων να εκτεθούν και να πάρουν δημοσίως θέση, επειδή οι ιδέες – προτάσεις τους έρχονται σε αντίθεση με τις κυρίαρχες ή μάλλον με τις πιο θορυβούσες αντιλήψεις στην ελληνική κοινωνία. Φοβούνται το ιδεολογικό bullying που θα δεχθούν ευθύς αμέσως εκφέρουν οτιδήποτε ενοχλητικό.  

Εν απουσία τους λοιπόν, τον ρόλο των πνευματικών ανθρώπων έχουν εδώ και πολύ καιρό αναλάβει εργολαβικά κυρίως όσοι δημοσίως φωνασκούν στα τηλεπαράθυρα και στις τηλεοπτικές εκπομπές, πλειοδοτώντας σε λαϊκισμό.

Κάπως έτσι εμφανίστηκε και επιβλήθηκε στην κοινή γνώμη και στο δημόσιο λόγο ο πασίγνωστος τηλεκήνσορας, ο οποίος μεσουρανούσε μέχρι προ ενός έτους, καθορίζοντας εν πολλοίς τον δημόσιο λόγο. Εξοστράκιζε και καθύβριζε πολιτικούς αντιπάλους, εκμεταλλευόμενος το πάλαι ποτέ πλούσιο ταλέντο του και κυρίως τον φόβο των υπολοίπων να εναντιωθούν στη δημοσιότητά του.

Από κοντά παρουσιαστές των πρωινών εκπομπών και ραδιοφωνατζήδες, οι οποίοι έχοντας – μόνο αυτοί – το δικαίωμα να εκπροσωπούν το «λαό», συνετέλεσαν τα μέγιστα στο παραμύθιασμα αυτού του λαού, στην ανάδειξη γραφικών μέχρι το 2010 φιγούρων σε «γκουρού» της οικονομίας και ουχί μόνο, και στην ανάδειξη του λαϊκισμού σε κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα που διαπέρασε οριζόντια όλα τα πολιτικά κόμματα και φυσικά την κοινωνία.    

Τον ρόλο των «πνευματικών καθοδηγητών» είχαν παίξει επίσης πασίγνωστοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι στα χρόνια της ευμάρειας και του «εκσυγχρονισμού» της χώρας, είχαν επιβάλει ως κυρίαρχο τρόπο σκέψης το κουβανέζικο πούρο και την αστακομακαρονάδα, αλλά αδυνατούσαν να δουν τα όργια διαφθοράς και ρεμούλας στα οποία πρωταγωνιστούσαν οι κολλητοί τους, καθώς προφανώς τους εμπόδιζε ο καπνός από τα πούρα τους.   

Με αυτά και με αυτά, στην Ελλάδα άμα κάποιος βγαίνει στο γυαλί, έχοντας πει κάποια χαριτωμένα τραγουδάκια (εννοείται έντεχνα), έχοντας παίξει σε τηλεοπτικές σειρές (οι οποίες έπαιζαν μεν στα διαπλεκόμενα κανάλια, εκείνοι πληρωνόταν δε αφειδώς από αυτά, αλλά κι αυτό επίσης είναι μια άλλη ιστορία…) και έχοντας εν συνεχεία σκηνοθετήσει δύο – τρεις παραστάσεις, έχοντας συγγράψει κάποια mainstream μοντερνιά (εννοείται προοδευτική, αλίμονο…), ή έχοντας αναλάβει εργολαβικά να διαστρεβλώσει την ελληνική ιστορία, τότε θεωρείται a priori «πνευματικός άνθρωπος». Έχοντας πια το εν λόγω παράσημο, επιτρέπεται πια ο εν λόγω να λέει ό,τι του κατέβει, αυτό να θεωρείται σοβαρή άποψη και κατόπιν να επικοινωνείται με κάθε τρόπο.       

Όντας εκών άκων μέρος αυτού του συστήματος, οι όποιοι σοβαροί άνθρωποι (και είναι ευτυχώς ακόμη αρκετοί) ούτε που το σκέφτονται να καταθέσουν καν την γνώμη τους, πόσω μάλλον να ηγηθούν της προσπάθειας πνευματικής αν όχι ανύψωσης, τουλάχιστον ενημέρωσης της κοινωνίας. Το ελληνικό περιβάλλον είναι ιδιαιτέρως τοξικό και εχθρικό ακόμη και για λίγη σοβαρότητα, πολλώ δε μάλλον για «πνεύμα».  
 

ΦΩΤΟ: Οικογένεια ψαράδων '60/Κωνσταντίνος Μάνος