Τετάρτη, 20 Ιουνίου, 2018 - 21:36

Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας: Ιδεοληψία ή εθνική αναγκαιότητα

Σε κάθε εποχή η αποτελεσματικότητα του κράτους επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη ενός θεσμικού πλαισίου που είναι ικανό να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της. Στη βάση αυτή η αναγκαιότητα της δόμησης μηχανισμών στρατηγικής σχεδίασης και χειρισμού θεμάτων που άπτονται της άμυνας και της ασφάλειας συνιστά υπαρξιακή αναγκαιότητα.  Πολύ περισσότερο για την Ελλάδα που στη γεωπολιτική και γεωστρατηγική διάσταση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πολυδιάστατο σκηνικό απειλών που προέρχονται, κατά κύριο λόγο από έναν δύστροπο και αναθεωρητικό γείτονα.  

Από τον Νικόλα Παπαναστασόπουλο*

Στη διάσταση της πολιτικής κουλτούρας, η ελληνική πολιτεία κάθε άλλο παρά αντανακλά την προσήλωση και εμπιστοσύνη σε νόμους και θεσμούς. Και τούτο διότι από τον αυταρχισμό του ενός κομματικού πόλου οδηγηθήκαμε στην ασυδοσία του άλλου, όσον αφορά στον σεβασμό των όρων του «κοινωνικού συμβολαίου» μεταξύ πολιτών και εκάστοτε εξουσίας. Παρά την ύπαρξη του (όποιου) πλαισίου απουσιάζει το περιεχόμενο, όπως προσφυώς μου είχε τονίσει ένας διακεκριμένος καθηγητής μου. Και τι συμβαίνει σε θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και δη της εθνικής ασφάλειας; Το θεσμικό μας οπλοστάσιο επαρκεί; Και από τη στιγμή που στο δίπτυχο θεσμός και χαρισματικό πρόσωπο, το δεύτερο σκέλος υποχωρεί (λόγω του κονφορμισμού της εποχής), τι γίνεται, όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας πολιτικής του ελληνικού κράτους;

Πολλά μπορούν να λεχτούν για τον πρωθυπουργοκεντρισμό, ως παθολογία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η αναθεώρηση του 1986 έδρασε καταλυτικά στη σημερινή εικόνα και λειτουργία τόσο αυτού όσο και του υπουργικού συμβουλίου. Παρατηρούμε υπουργούς-μαριονέτες που εξαρτιόνται από τα κέφια του εκάστοτε πρωθυπουργού, ενώ η συλλογικότητα του κορυφαίου κυβερνητικού θεσμού φυλλοροεί και εξαντλείται στην κάμερα.

Κατά κύριο λόγο, η κυβέρνηση συνταγματικά είναι επιφορτισμένη με το σύνολο της πολιτικής του κράτους και έχει εκχωρήσει στο ΚΥΣΕΑ την αρμοδιότητα για θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Και εδώ ξεκινά η όλη προβληματική: από τη μια να τηρηθεί το συνταγματικό πλαίσιο και από την άλλη να υπάρξει λειτουργική αποτελεσματικότητα. Και η παθογένεια στη λειτουργία του ΚΥΣΕΑ είναι ομολογούμενη, καθώς το ΚΥΣΕΑ, κάθε άλλο παρά όργανο στρατηγικής είναι, εγκλωβισμένο σε καθαρά διαδικαστικό ρόλο.

Τούτων δοθέντων, η αναγκαιότητα θέσμισης μιας οργανωτικής δομής και διασφάλισης της συναντίληψης μεταξύ των αρμοδίων και δη της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας συναρτάται με την ίδρυση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, ως μηχανισμού ανάλυσης και αντιμετώπισης των προκλήσεων και των απειλών που υφίσταται η χώρα. Από το 2000, με απόφασή του, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει αναθέσει τη διαχείριση τέτοιων θεμάτων στο ΚΥΣΕΑ, χωρίς όμως να παραιτείται του ρόλου και των αρμοδιοτήτων του. Να σημειωθεί ότι από το 1986, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, συστήθηκε το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, χωρίς όμως ποτέ να στελεχωθεί και πολύ περισσότερο να λειτουργήσει. Και πέρα από τις συνταγματικές πτυχές που πρέπει να τηρούνται, το ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότητα, καθώς μιλάμε πια για εθνική ασφάλεια, η φύση της οποίας και το πολυποίκιλο αυτής εγείρουν πιο δραστικές ανταπαντήσεις. Ανταπαντήσεις που καλούνται να ισορροπήσουν στο δίπτυχο φορμαλισμού-συμβατότητας και προαγωγής των εθνικών συμφερόντων. Αυτή την απαίτηση μπορεί να καλύψει η σύσταση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (ΣΕΑ). Αυτό ή θα αποτελεί το επιστημονικό βοηθητικό όργανο του ΚΥΣΕΑ με γνωμοδοτικές και μόνο αρμοδιότητες, με διοικητική υπαγωγή σε αυτό ή θα υπάγεται απευθείας στον πρωθυπουργό, ενισχύοντας την ικανότητα λήψης αποφάσεων και διαχείρισης κρίσεων. Όπως και να χει αποφασιστικό όργανο παραμένει το ΚΥΣΕΑ (σύμφωνα και με το συνταγματικό πλαίσιο) και πια ενισχύεται με ειδικούς, ο ρόλος και η λειτουργία του, μέσω του ΣΕΑ, το οποίο θα υπάγεται σε άμεση σχέση σε αυτό ή στο πρωθυπουργικό γραφείο.

Οι προκλήσεις της εποχής άλλωστε συνηγορούν προς κάθε δράση και απόφαση που προσδίδει πρόσημα προαγωγής των εθνικών συμφερόντων και απαλλαγής από τις όποιες ιδεοληψίες. Αυτό είναι το περιεχόμενο του raison detat το οποίο συναρτάται και με την αλλαγή ή την οξυγόνωση της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας. Γι’ αυτή όμως την αναγκαιότητα, θα μιλήσουμε την επόμενη φορά.

*Ο Ν. Παπαναστασόπουλος διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Μεταδιδακτορικός Συνεργάτης. Το συγγραφικό του έργο κυκλοφοεί από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

**Φωτό: Χαρά Γάτσιου