Πέμπτη, 19 Ιουλίου, 2018 - 19:03

Ανόρθωση

Πληρώνουμε ακριβά τη Μεταπολίτευση. Δυσανάλογα των σφαλμάτων μας. Ποια είναι τα λάθη μας; Ζητήσαμε και πήραμε παραπάνω απ’ αυτά που αξίζαμε. Δαπανούσαμε παραπάνω από αυτά που εξοικονομούσαμε. Και να που τώρα αντιστράφηκαν οι όροι: κερδίζουμε λιγότερα από αυτά που χρειάζονται για να επιζήσουμε. Το επίπεδο της ζωής μας είναι κατώτερο από αυτό που θα έπρεπε να είναι. Δεν ξέρω εάν αυτό που βιώνουμε λέγεται «ιστορική διόρθωση» ή εάν πρόκειται περί ενός εγκλήματος και τιμωρίας.
 
Και ποιοι είναι οι υπαίτιοι; Είναι όλοι αυτοί που γύρεψαν το επιπλέον και όλοι εκείνοι που πήραν την εκδίκηση τής «πείνας» και τής αμορφωσιάς τους, χαρίζοντας την ψήφο τους ή όλοι εκείνοι που πήραν την εκδίκηση της πειναλέας πολιτικής λαγνείας τους μοιράζοντας τα τζάμπα –χαραμίζοντας το μέλλον της Ελλάδας;
 
Δεν έχει νόημα να απαντηθούν οι ερωτήσεις. Η φλυαρία δεν δίνει λύσεις. Άλλωστε δέκα χρόνια τώρα ξοδευόμαστε στη ειδημοσύνη της πολυλογίας. Και το δια ταύτα δεν αλλάζει. Βρεθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη μέσα στην φωτιά. Και τι κάναμε; Επιχειρήσαμε να σβήσουμε την φωτιά με την φωτιά (!), αντί με την σοφία. Μείναμε, σε γενικές γραμμές, στο ίδιο το ποτάμι αγνοώντας πως κάποια στιγμή ότι και οι όχθες θα κυλήσουν και θα μας προσπεράσουν κι αυτές. Κανείς, όλα αυτά τα πέτρινα χρόνια, δεν μίλησε και δεν μιλά για μια επανάσταση των ελληνικών συνειδήσεων.
 
Για μια επανεκκίνηση της Ιστορίας μας. Έχεις την εντύπωση ότι οι περισσότεροι – αν όχι οι πάντες- έχουν παραιτηθεί των συνειδήσεων τους. Το σύστημα και οι ελίτ που το συναποτελούν είναι τόσο βαθιά αλλοτριωμένο και τόσο απρόθυμο να μετανιώσει, ώστε αυτό που μας έχει απομείνει  -και θεωρείται επιτυχία- είναι το να αναζητάμε κάθε φορά τον καλύτερο διαχειριστή. Τον πιο ευσεβή νεκροθάφτη. Κάτι είναι κι αυτό, θα μου πείτε. Μπορεί, αλλά –συγγνώμη- αυτό κι αν είναι πολιτική κατάντια. Απύθμενος ξεπεσμός. Το να επιλέγει μια κοινωνία (δια της ψήφου της) από την λίστα των μετρίων, είναι σαν πανηγύρι με χορούς πάνω σε τάφους τεθνεώτων…  
 
Η Ελλάδα (όπως το έλεγε ο Σεφέρης) έγινε δευτερεύουσα υπόθεση. Με ένα χρέος 344 δισ. ευρώ, κάπου στο 180% του ΑΕΠ, αντί να σκέφτεται πως θα αυξήσει την «πίτα» της, δηλαδή την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητά της, συζητά πως θα συνεχίσει να βρίσκει «φθηνό» και δανεικό χρήμα. Την ώρα που η πατρίδα συνεχώς σμικρύνεται, όπου οι οικονομικά ενεργοί πολίτες (εργαζόμενοι) είναι μόλις 3,5 εκατομμύρια (με μισθούς γλίσχρους στην πλειονότητα) σ’ έναν πληθυσμό περίπου 11.000.000 κατοίκων. Νομίζω πως η Ελλάδα επέστρεψε στον φυσικό της χώρο, ως δέσμια της γεωγραφίας της και των νοοτροπιών μας. Στα Βαλκάνια. Αν και δεν το άξιζε, επέστρεψε με ότι γνησιότερο διαθέτει: τη μιζέρια, τον μιμητισμό και τον επαρχιωτισμό της.
 
Δεν χάθηκαν όλα. Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη. Απλώς, εδώ που φτάσαμε δεν χρειάζονται εγωισμοί. Εθνική συνεννόηση στη βάση ενός εθνικού και δημοκρατικού πατριωτισμού χρειάζεται. Μια γιγαντιαία εσωτερική ανόρθωση, την οποία οφείλουμε όχι τόσο στους εαυτούς μας (αυτούς τους καταδικάσαμε μόνοι μας, όπως και την εποχή μας), όσο στους προγόνους μας και στις μελλοντικές γενιές. 
 
Φωτό: Πάρος ’60 φωτό/Ζαχαρίας Στέλλας