Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου, 2018 - 16:03

Το τελευταίο παράθυρο ευκαιρίας

Έτσι, για αλλαγή, ας προσπαθήσουμε να δούμε με όση αισιοδοξία δυνάμεθα, τις προοπτικές της χώρας από οικονομική κατ’ αρχήν σκοπιά. Εξάλλου, για όσα έχουν συμβεί από το 2010 έως σήμερα, για τις ευθύνες και παραλείψεις όσων κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο, αλλά και ημών, ο καθένας έχει σχηματίσει την άποψή του και δεν φαίνεται ότι έχει διάθεση να την αλλάξει. Άλλωστε ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει πλούσιο υλικό για να κατασταλάξει πως η χώρα έφτασε μία μόνο στιγμή από την ολική καταστροφή και πως δεν επήλθε εν τέλει το μοιραίο.
 
Από τον Ηλία Δημητρέλλο
 
Ας δούμε λοιπόν τι έχουμε μπροστά μας, προσπαθώντας να είμαστε αισιόδοξοι ή καλύτερα, προσπαθώντας να βρούμε ένα λόγο αισιοδοξίας. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι για να αντλήσουμε αισιοδοξία, απαιτείται πρώτα απ’ όλα πολλά «αν» να εκπληρωθούν.
 
Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο σημαντικά σημεία της πρόσφατης απόφασης του Eurogroup, έως το 2033 δεν θα πληρώνουμε ούτε τόκους ούτε χρεολύσια για τα δάνεια 100 δισ. που είχαμε πάρει με το Β΄ Μνημόνιο, ενώ επιμηκύνεται η διάρκεια αποπληρωμής τους κατά 10 έτη. Έτσι έως το 2033, μειώνονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας σε μεγέθη απολύτως διαχειρίσιμα σε σχέση με το ΑΕΠ, καθώς και του πιθανολογούμενου ρυθμού ανάπτυξης.
 
Θεωρητικά (πάντα) μιλώντας, με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τα πρωτογενή πλεονάσματα, θα μπορούμε να αποπληρώνουμε τα δάνεια. Επίσης, με τη δανειοδότησή μας με 15 δισ. ευρώ, που προστίθενται στα περίπου 6 δισ. που έχουν συγκεντρωθεί, δημιουργείται ένας κουμπαράς που επαρκεί για όλες τις χρηματοδοτικές ανάγκες έως τα μέσα του 2020, ακόμη κι αν δεν βγούμε στις αγορές. 
 
Διαφαίνεται λοιπόν ότι ανοίγει ένα αναπτυξιακό παράθυρο διαφυγής – ευκαιρίας υπερδεκαετούς διάρκειας, υπό την απαραίτητη φυσικά προϋπόθεση ότι θα είμαστε σε θέση να το εκμεταλλευτούμε και κυρίως αν θα θέλουμε . 
Και εδώ αρχίζουμε τα πολλά – δυστυχώς – τα «αν». 
 
Αν δεν υπάρξει γενναία και κυρίως άμεση μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών των επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών εν γένει, καθώς και σταθερό φορολογικό και ασφαλιστικό καθεστώς τουλάχιστον για μία δεκαετία, την ελληνική οικονομία δεν θα την σώσουν ούτε 10 αποφάσεις του Eurogroup. Η καταβολή πάνω από το 60% των εισοδημάτων στο κράτος, καθιστά το τελευταίο ουχί συνέταιρο, αλλά τον βασικό μεγαλόμετοχο της ελληνικής επιχείρησης.
 
Η πραγματοποίηση ξένων επενδύσεων δεν μπορεί να αποτελεί ούτε πανάκεια, ούτε αυτοσκοπό. Χρειαζόμαστε μεν ξένα κεφάλαια, αλλά ως έχει αποδειχθεί η προσέλκυσή τους είναι δυσχερής και ιδιαιτέρως χρονοβόρα. Από το 2010 άπαντες ομνύουν υπέρ των ξένων επενδυτών, αλλά απεδείχθη στην πράξη ότι ουδείς ενδιαφέρεται να επενδύσει στην Ελλάδα, καίτοι τα πάντα είναι προς πώληση σε εξευτελιστικές τιμές.
 
Απαιτείται λοιπόν να επιτραπεί επιτέλους σε όσους διαβιούν και επιχειρούν στην Ελλάδα, να πετύχουν εκείνοι το αναπτυξιακό σοκ που έχει ανάγκη ο τόπος. Να μην χρειάζεται δηλαδή να δεήσουμε, πότε θα γίνουν ξένες επενδύσεις (συνήθως με αποικιοκρατικούς όρους), αλλά να δοθεί η ευκαιρία να προσπαθήσουμε όλοι, οι επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες, να παράγουμε πλούτο. Χωρίς ιδεοληψίες και αγκυλώσεις. Οικοδομώντας ένα νέο οικονομικό μοντέλο που θα στηρίζεται στην ανταγωνιστικότητα και στην εξωστρέφεια, όχι χάρη στο χαμηλό εργατικό κόστος, αλλά με την αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας με νέες επενδύσεις.
 
Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας θα είναι η ενίσχυση των εισοδημάτων που θα συνδράμει στη μείωση της ανεργίας που μαστίζει ένα εκατομμύριο συμπολίτες μας.
 
Απαιτείται συνεπώς να επιτραπεί στους Έλληνες να ξαναστήσουν εκείνοι όρθια την χώρα τους. Το μοντέλο που επιβλήθηκε από το 2010 κατέρρευσε, παρασέρνοντας στο διάβα του ζωές, ελπίδες και όνειρα. 
 
Απαιτούνται γενναίες πολιτικές αποφάσεις με εθνικό όραμα και προοπτική, ειδεμή το παράθυρο ευκαιρίας που ανοίχθηκε, ουχί μόνο θα κλείσει ερμητικά και δεν θα ξανανοίξει, αλλά θα συντριβεί μαζί με το οικοδόμημα. 
 
Κι η Ελλάδα θα έχει και τυπικά πια απωλέσει την τελευταία ευκαιρία της.