Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου, 2018 - 18:49

Παρεμβάσεις και αφαιρέσεις στον Φάκελο της Κύπρου

Η παράδοση του αντιγράφου του πρωτότυπου αρχείου του Φακέλου της Κύπρου από τη Βουλή των Ελλήνων στη Βουλή των Αντιπροσώπων έχει πρώτιστα τεράστια εθνική σημασία.
 
Από τον Πέτρο Παπαπολυβίου*
 
Τρεις σχεδόν δεκαετίες από το τέλος των εργασιών της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τα αίτια της κυπριακής τραγωδίας του 1974 και αφού μεσολάβησαν επανειλημμένες εκκλήσεις, για σειρά ετών επί ματαίω, από τις κυβερνήσεις, τους Προέδρους και τους κοινοβουλευτικούς παράγοντες της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Αθήνα, το ότι παραδόθηκε αυτό το υλικό αποτελεί την εκπλήρωση μιας παλαιάς και αυτονόητης ελλαδικής υποχρέωσης που, για διάφορους λόγους, καθυστέρησε τόσο πολύ.
 
Μέσα στα κιβώτια και τους φακέλους που παραδόθηκαν και σε αυτά που αναμένεται να παραδοθούν στη Λευκωσία τους επόμενους μήνες, δεν κρύβονται όλες οι απαντήσεις για το πώς οδηγηθήκαμε στην εθνική καταστροφή του 1974: Όμως είναι μια συμβολική και ουσιαστική ενέργεια που δείχνει ότι 43 χρόνια μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, στην Αθήνα επικράτησε επιτέλους η λογική ότι με το να διατηρούνται κλειστά τα αρχεία για το Κυπριακό δεν εξυπηρετείται ούτε η ιστορική αλήθεια, ούτε το εθνικό συμφέρον, ούτε η Δημοκρατία.
 
Από μια άλλη πλευρά, εξίσου σημαντική, τα κλειστά αρχεία για το Κυπριακό αποτελούν ασέβεια και προσβολή σε αυτούς που έχασαν τη ζωή τους πολεμώντας το καλοκαίρι του 1974, Κυπρίους και Ελλαδίτες, προασπίζοντας την ελευθερία και ανεξαρτησία της Κύπρου.
 
Είναι λογικό να αναμένουμε ότι την παράδοση του υλικού αυτού θα ακολουθήσει και η παράδοση ή το άνοιγμα στην ιστορική έρευνα και άλλων «κυπριακών» αρχειακών ενοτήτων που βρίσκονται κλειστές και απρόσιτες σε διάφορες υπηρεσίες στην Αθήνα, παρότι πολλές έχουν ξεπεράσει και το τυπικό εμπόδιο της πεντηκονταετίας (π.χ. το αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών), ενώ άλλα (όπως το αρχείο της ΑΣΔΑΚ) ανήκουν στο κυπριακό κράτος.
 
Για να μη δημιουργούνται λανθασμένες προσδοκίες στην κοινή γνώμη και να γεννηθεί μια νέα παραφιλολογία σχετικά με τον «Φάκελο», που του έχει προσδώσει εδώ και δεκαετίες εξωπραγματικές διαστάσεις, σχεδόν μυθικές, είναι προφανές ότι τα «κυπριακά» αρχεία στην Ελλάδα και στην Κύπρο έχουν υποστεί παρεμβάσεις και αφαιρέσεις, πέραν από τις συνήθεις ανά τον κόσμο «εθνικές προστασίες», ενώ ειδικά οι υποκειμενικές προσωπικές καταθέσεις είναι σε πολλά σημεία εμφανέστατα αναληθείς. Όμως, αυτό δεν μειώνει την ιστορική σημασία τόσο του συνόλου του υλικού, όσο και της παράδοσής του στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
 
Tο υλικό που έχει ήδη παραδοθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων περιλαμβάνει κυρίως τα πλήρη κείμενα των μαρτυρικών καταθέσεων στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων.
 
Μπορεί μέρος του συγκεκριμένου υλικού να είναι ήδη γνωστό από τη δεκαετία του 1980 από τις διαρροές προς τον Τύπο και σε φυσικά πρόσωπα, τότε ή κατόπιν, επιλεκτικών και αποσπασματικών τμημάτων των καταθέσεων, όμως πρόκειται για το πλήρες αρχείο, που συνοδεύεται σε αρκετές περιπτώσεις με έγγραφα που προσκόμισαν οι μάρτυρες.
 
Το βάρος και ο όγκος των πληροφοριών έχω την αίσθηση και μπορώ να πω ότι αφορούν το στρατιωτικό, το «εσωτερικό» κομμάτι του 1974: Τόσο του πραξικοπήματος όσο και της (μη) προετοιμασίας και της άμυνας απέναντι στην τουρκική εισβολή και του τραγικού χάους -με ελάχιστες εξαιρέσεις- που ακολούθησε.
 
Θεωρώ ότι η παράδοση του αρχειακού αυτού υλικού, μέσω των δύο κοινοβουλίων, σηματοδοτεί σε κορυφαίο συμβολικό επίπεδο ότι τα ελληνικά αρχεία για το Κυπριακό επιτέλους θα ανοίξουν στην ιστορική έρευνα και σε συνδυασμό με όσα γνωρίζουμε από τα ξένα αρχεία, κυρίως τα αμερικανικά και τα βρετανικά, έχουμε να μάθουμε πολλά και να πλησιάσουμε, κάποτε, στην περίφημη «ιστορική αλήθεια».
 
Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό αρχείο, από τα πιο σημαντικά από ελληνικής πλευράς για το Κυπριακό, που δίνει την ευκαιρία στον ερευνητή να αποκομίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το πώς έγινε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και το πώς αντιμετώπισαν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, τις δύο φάσεις της τουρκικής εισβολής.
 
Δεν βρίσκονται στο αρχείο αυτό «ανατροπές» σε όσα γνωρίζουμε ως προς τις διεθνείς διαστάσεις, διπλωματικές ή συνωμοτικές, στο προσκήνιο ή στο παρασκήνιο, των όσων προηγήθηκαν ή μεσολάβησαν στην Ουάσινγκτον, στο Λονδίνο, στην Αθήνα και στην Άγκυρα.
 
Εκείνο που φωτίζεται περισσότερο, με χιλιάδες πικρές και οδυνηρές λεπτομέρειες, θα έλεγα πολλές φορές και εφιαλτικές, είναι ο στρατιωτικός τομέας, ένας τομέας στον οποίο εξαιτίας του τραύματος -συλλογικού και προσωπικού- της τραγικής ήττας του 1974 και της άρσης των διώξεων για την κυπριακή τραγωδία που επιβλήθηκε από το 1975 στην Αθήνα, τα κλειστά αρχεία προσέδωσαν, με τον καιρό, μεγαλύτερη δυσκολία και εν τέλει πλήρη αδυναμία στην αντιμετώπιση των «εθνικών μύθων» με τους οποίους μεγάλωσαν οι γενιές της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και των χρόνων της αναδημιουργίας στην ημικατεχόμενη Κύπρο.
 
Για να το πω διαφορετικά, είναι αδύνατο χωρίς αυτό το αρχείο να γραφτεί η ελληνική στρατιωτική ιστορία για το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.
 
Είναι ένα θέμα που αφορά ευρύτερα την πρόσβαση σε όλα τα αρχεία για το 1974, όπως για παράδειγμα τα στρατιωτικά αρχεία στην Κύπρο και στην Ελλάδα, ή τα αρχεία με τις καταθέσεις και τα πάθη των αιχμαλώτων, μαχίμων ή αμάχων γυναικοπαίδων, και θεωρώ ότι είναι μια ευκαιρία να το αντιμετωπίσουμε ως πολιτεία αλλά και ως κοινωνία.
 
Για την κοινότητα των ιστορικών κάποια από τα παραπάνω επώδυνα ζητήματα είναι λυμένα, ως ατύπως ιερά και απαραβίαστα, όμως απαιτείται ως προϋπόθεση η θέσπιση του θεσμικού πλαισίου.
 
*Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου
(Το κείμενο είναι από συνέντευξή του στην εφημερίδα Φιλελεύθερος της Κύπρου, τον Αύγουστο του 2017)