Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου, 2020 - 16:53

Γιώργος Κοντογιώργης: Δεν υπάρχει πατρίδα ούτε ελευθερία χωρίς έθνος

Είναι δεδομένο ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει έναν γενικό πόλεμο με την Ελλάδα. Εκείνο που επιδιώκει είναι να επιτύχει τον εξαναγκασμό της Ελλάδας να μπει σε διαδικασία διαπραγμάτευσης επί των δικών της δικαιωμάτων και εντέλει της εθνικής της κυριαρχίας. 

 

Παλαιότερα του είχε αποδοθεί η μομφή του «μοναχικού» και του «αναρχοαυτόνομου». Ο ίδιος δεν…σήκωσε το γάντι· απεναντίας, την αποδέχτηκε λέγοντας με χιούμορ «με περιγράφει», προσθέτοντας «εάν αυτή αποδίδει την αίσθηση του καθήκοντος που έχω απέναντι στη χώρα μου και τον άνθρωπο».

Είναι αλήθεια ότι ο καθηγητής κ. Γιώργος Κοντογιώργης προσεγγίζει τα γεγονότα και τα πολιτικά ζητήματα από μία διαφορετική γνωστική οπτική, και επόμενο είναι μια σκέψη διαφορετική από τα συνηθισμένα και τα τυποποιημένα –στην Ελλάδα βρισκόμαστε, να προκαλεί αντιδράσεις. Και ο κ. Κοντογιώργης, …αδιόρθωτος μοναχικός, δεν παύει συνεχώς να προκαλεί, αποκαλώντας πότε το πολίτευμα μας «εκλόγιμη μοναρχία» και πότε λέγοντας ότι «η Δεξιά και η Αριστερά οδηγούν την Ελλάδα στην χωματερή».

Κατόπιν όλων αυτών θελήσαμε να πραγματοποιήσουμε εκ του σύνεγγυς μια «αυτοψία» στους διαλογισμούς του. Ανάμεσα σε εκατοντάδες βιβλία, πίνακες ζωγραφικής και ψηφιδωτά, με θέα τον λόφο του Λυκαβηττού, η συζήτησή μας στο σπίτι του κράτησε…κάτι ώρες. Οι σκέψεις του ολισθαίναν σχεδόν από μόνες τους πάνω σε όλα τα μεγάλα γεγονότα του Ελληνισμού, καλύπτοντας μια τεράστια ιστορική διαδρομή, με αφετηρία το σήμερα μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως –και ακόμη πιο πίσω! Στη συνέντευξη, που είχε την ευγένεια να παραχωρήσει στην εφημερίδα μας, δεν έλλειψαν οι «προκλήσεις». Πρώτη και μεγαλύτερη η άποψη του για την Ελληνική Επανάσταση, η οποία, όπως είπε, με την ήττα της επέφερε το τελικό πλήγμα εναντίον του Ελληνισμού. Ένας άλλος «στοχαστικός κεραυνός» ήταν η θέση του για την Μεταπολίτευση, ιδιαίτερα μετά το 1980, όπου «έχουμε μια ολική επαναφορά του καθεστώτος της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα. Το κράτος αποδομείται ολοσχερώς, λεηλατείται και χρησιμοποιείται για την πελατειακή χειραγώγηση της κοινωνίας».

Αναφερόμενος στα τρέχοντα ζητήματα με την γειτονική χώρα, ο κ. Κοντογιώργης εξέφρασε την ανησυχία του, όχι πως πρόκειται να γίνει ένας γενικός πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών Ελλάδος και Τουρκίας, αλλά για το γεγονός ότι «το ιστορικό της ελληνικής άρχουσας τάξης –όλων των πεδίων της, με αιχμή του δόρατος την πολιτική τάξη, δεν επιβεβαιώνει ότι είναι διατεθειμένη να αναλάβει τις ευθύνες και να υπερασπιστεί τη χώρα». Εξ ίσου ανήσυχος ήταν και για το φλέγον θέμα με τους οικονομικούς μετανάστες, με τους οποίους ο Ερντογάν, όπως πιστεύει, υπονομεύει την εσωτερική συνοχή της χώρας, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Στην Ελλάδα δημιουργείται ένας ‘‘δούρειος ίππος’’ μέσα στη χώρα που θα αξιοποιηθεί σύντομα από τους εξ ανατολών γείτονες μας».

Σε πολλά μπορεί κανείς να διαφωνήσει με τον πρώην πρύτανη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο –και βέβαια σε άλλα τόσα να συμφωνήσει. Ωστόσο, και οι μεν και οι δε θα καταλήξουν ότι ο λόγος του είναι γνησίως ελληνικός. Αγαπητοί αναγνώστες, κυρίες και κύριοι, ο κ. Γιώργος Κοντογιώργης στην Boulevard.     

 

***

 

-Να ξεκινήσουμε από την επικαιρότητα και το θέμα που ανησυχεί την κοινή γνώμη, τα ελληνοτουρκικά. Η συμφωνία της Τουρκίας με την Λιβύη για τα θαλάσσια σύνορα στη Μεσόγειο με την οποία αμφισβητούνται οι θαλάσσιες ζώνες της Κρήτης, της Ρόδου, της Καρπάθου και του Καστελόριζου, νομίζετε ότι οδηγούν σε τετελεσμένα γεγονότα –ενδεχομένως δυσάρεστα για την Ελλάδα;

Πρέπει να πω ότι δεν είναι κάτι καινούργιο αυτό που συμβαίνει τώρα με την Τουρκία. Απλώς μορφοποιείται κατά έναν τρόπο πολύ συγκεκριμένο που εντάσσεται στις θεωρούμενες στρατηγικές δυνατότητες της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας. Η θέση επομένως της Τουρκίας είναι γνωστή. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι οι διακρατικές σχέσεις διαμορφώνονται με όρους δύναμης. Το διακρατικό δίκαιο, αυτό που εν πάση περιπτώσει διαμορφώνεται κατά την συνέργεια των κρατών για να υπάρχει μια σχετική τάξη, είναι ένα δίκαιο το οποίο ουσιαστικά επικαλούνται οι ασθενέστεροι· αλλά που το παραμερίζουν οι ισχυροί. Επομένως το ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όπως και κάθε άλλη διακρατική σχέση, έχει να κάνει με σχέσεις δύναμης. Η Τουρκία εν προκειμένω δεν επιδιώκει μόνο τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών στο Αιγαίο και στην Α. Μεσόγειο. Αυτό είναι ένα νέο ζήτημα που έχει επισυναφθεί στο «πακέτο» της στρατηγικής της. Πριν από αυτό αξίωνε τον έλεγχο του μισού Αιγαίου προκειμένου, όπως έλεγε, να διασφαλίσει την ασφάλεια της Τουρκίας από τις απειλές που προέρχονταν από τη Δύση. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία επιδιώκει την ανάδειξή της σε μείζονα περιφερειακή δύναμη, δηλαδή να δημιουργήσει έναν εξωτερικό ζωτικό χώρο.

 Η συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης δημιουργεί εκ των πραγμάτων τετελεσμένα. Είναι μια προσημείωση της Τουρκίας επί της ελληνικής υφαλοκριπιδας και ΑΟΖ, η οποία βεβαίως έξω από τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου αλλά παρόλα αυτά, επενδύει σε σχέσεις δύναμης. Επομένως, το ερώτημα είναι κατά πόσο η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να θεωρήσει ότι η βούληση της Τουρκίας αποτελεί για αυτήν τετελεσμένο ή όχι. Σε ποιον βαθμό έχει τη θέληση και τη δύναμη να επιτύχει την ανάσχεση των επιδιώξεων της Τουρκίας.

-Αυτή η προσημείωση που λέτε είναι στο πλαίσιο ενός υβριδικού πολέμου, ένας ψυχολογικός πόλεμος, προκειμένου να οδηγηθεί η Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ή είναι κάτι χειρότερο;

Είναι δεδομένο ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει έναν γενικό πόλεμο με την Ελλάδα. Εκείνο που επιδιώκει είναι να επιτύχει τον εξαναγκασμό της Ελλάδας να μπει σε διαδικασία διαπραγμάτευσης επί των δικών της δικαιωμάτων και εντέλει της εθνικής της κυριαρχίας. Επομένως, αυτό που η Τουρκία θέλει είναι να επιτύχει τους στόχους της χωρίς να πέσει τουφεκιά. Κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο το πιστεύει, έχει πεισθεί ότι μπορεί να επιτύχει το εκατό τοις εκατό των επιδιώξεών της έναντι της Ελλάδας. Από το 1922 έως τα Ίμια έχει δημιουργήσει βεβαρημένο ιστορικό, στο οποίο έχει επενδύσει η ελληνική άρχουσα τάξη. Σήμερα η Τουρκία προετοιμάζει το έδαφος να εξαναγκάσει την Ελλάδα να οδηγηθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να πετύχει αυτό το οποίο ακριβώς επιδιώκει. Οι επόμενες διαπραγματεύσεις θα έχουν ως «μενού» τη συνολική ρύθμιση των λογαριασμών της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας. Όμως αυτό δεν συνιστά ζήτημα που έχει να κάνει αποκλειστικά με την Τουρκία. Κυρίως ανάγεται σε εσωτερικό πρόβλημα της Ελλάδας και συγκεκριμένα της ελληνικής άρχουσας τάξης –όλων των πεδίων της, με αιχμή του δόρατος την πολιτική τάξη. Στο ερώτημα εάν η άρχουσα τάξη είναι διατεθειμένη να αναλάβει τις ευθύνες της και να υπερασπιστεί την χώρα η απάντηση είναι σαφής: το ιστορικό της δεν το επιβεβαιώνει.

-Αυτή η επιδίωξη της Τουρκίας, η οποία είναι προκλητική καθώς αμφισβητεί εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, πως πιστεύετε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί; Με ποιον τρόπο; Ποια μπορεί να είναι η λύση; Η θέση της Τουρκίας είναι πλέον γνωστή, θέλει μερίδα από τις ενεργειακές πηγές σε Αιγαίο και Α. Μεσόγειο. Και σας το ερωτώ επειδή πριν από λίγο καιρό ο πρώην πρωθυπουργός, ο κ. Σημίτης, ζήτησε δημόσια συνεννόηση με τη γείτονα χώρα προκειμένου να αποφευχθούν δυσάρεστες καταστάσεις, ενώ πρόσφατα ο σύμβουλος ασφαλείας επί εθνικών θεμάτων, ο κ. Ντόκος, τάχθηκε υπέρ μιας συνεκμεταλλεύσεως στο Αιγαίο με την Τουρκία.

Δεν είναι μόνο αυτοί οι δύο. Έχουμε και πολλούς άλλους οι οποίοι δημόσια προετοιμάζουν το έθνος, όπως τον πρώην υπουργό Εξωτερικών, τον κ. Κοτζιά, που χαρακτήρισε τους Έλληνες «μοναχοφάηδες». Θα έλεγα ότι κατ’ ιδίαν το ομολογούν σχεδόν όλοι ότι οφείλουμε να εκχωρήσουμε στην Τουρκία μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας για να ησυχάσουμε. Ακούστε, η πολιτική τάξη της χώρας έχει ενθυλακώσει την αντίληψη της συνθηκολόγησης απέναντι στην Τουρκία. Θυμάμαι στο παρελθόν, ενώπιον του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, για να φοβίσει τους Έλληνες που πίεζαν προς μια άλλη κατεύθυνση τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, είπε «τι θέλετε, να μας φάει κανένα νησί η Τουρκία;» Όταν δημόσια δηλώνει κάποιος την αδυναμία του, τον φόβο του απέναντι στον άλλον και στο βάθος τη βούλησή του να μην σφυρηλατήσει την ανάδειξη της χώρας του, σημαίνει ότι ήδη μέσα του έχει αποφασίσει να παραδώσει ελληνικά συμφέροντα στην άλλη χώρα.

-Αυτή η συνθηκολόγηση θα αποβεί προς όφελος της Τουρκίας. Εμείς δεν διεκδικούμε τίποτε, η Τουρκία διεκδικεί.

Μα, για αυτό μιλώ για συνθηκολόγηση. Εν προκειμένω παρατηρούμε ότι η ελληνική πολιτική ηγεσία, η κατά καιρούς –όχι μια συγκεκριμένη– αναγγέλλει την παράδοση συμφερόντων της χώρας χωρίς καν να διαπραγματευτεί. Το είδαμε αυτό στην περίπτωση των «Σκοπίων» και πιο πριν των Ιμίων, το βλέπουμε και τώρα. Μιλάνε τώρα οι Έλληνες για συνεκμετάλλευση, δηλαδή για μια άκρως επικίνδυνη εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, τη στιγμή που δεν μπήκαν ακόμη σε διαδικασία διαπραγμάτευσης. Εκτός κι αν έχουν μπει, τα έχουν συμφωνήσει και δεν το ομολογούν. Γιατί, ξέρετε ποιος είναι ο φόβος αυτής της πολιτικής τάξης; Μήπως, εάν ομολογήσουν τον σκοπό τους, έρθουν αντιμέτωποι με την ελληνική κοινωνία. Τώρα την έχουν σε ύπνωση. Αυτό είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα.

Ο Σημίτης, που παρενέβη πρόσφατα, μας θυμίζει ότι το «πνεύμα» του κυριαρχεί σε όλο το φάσμα της πολιτικής τάξης. Είναι αυτός ο οποίος έδωσε δείγμα γραφής πώς εννοεί τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η υπόθεση των Ιμίων δεν είναι υπόθεση μιας βραχονησίδας, είναι πολύ γενικότερο ζήτημα με κρίσιμες επιπτώσεις στην ίδια την ανεξαρτησία της χώρας. Όταν λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι θεωρούν ότι έπραξαν και το καθήκον τους απέναντι στο εθνικό συμφέρον, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί τους. Η αναφορά σας στον κ. Ντόκο, στο ΕΛΙΑΜΕΠ, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ξέρετε τι σημαίνει ότι η ελληνική πολιτεία δεν διαθέτει θεσμούς μελέτης των εθνικών ζητημάτων, όπως ενός κέντρου έρευνας, ένα δηλαδή ερευνητικό επιτελείο που θα μελετάει και θα κάνει προβολές των ζητημάτων που έχει να αντιμετωπίσει στο μέλλον; Μια τράπεζα τεκμηρίωσης ώστε να γνωρίζει τι λένε οι διάφοροι άλλοι με τους οποίους προσέρχεται σε διαπραγματεύσεις, αντί να διαμορφώνουν πολιτική εντελώς εμπειρικά σε επίπεδο καφενείου. Και, το χειρότερο, ότι συμβάλλονται με άτυπο ή και με τυπικό τρόπο  μ’ έναν θεσμό ιδιωτικό ο οποίος πίσω του φέρει πολλά βαρίδια και που επεξεργάζεται στο εσωτερικό του λύσεις συνθηκολόγησης με τους γείτονες; Αυτό είναι το ΕΛΙΑΜΕΠ; Αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι η ελληνική πολιτική ηγεσία συναγελάζεται με εκείνους που «ομονοούν» στο ζήτημα των εξωτερικών εξαρτήσεων είναι το πρόβλημα της χώρας.

-Γιατί γίνεται αυτό;

Η ιδεολογία της εξάρτησης ανάγεται σε έναν βαθύτερο εσωτερικό λόγο. Εάν θέλετε, να τον αναλύσουμε…

-Ναι, καταλαβαίνω ότι κάποιες «δεξαμενές σκέψεως» προετοιμάζουν το έδαφος κατά κάποιον τρόπο…

Έχει σημασία να γνωρίζουμε ποια είναι η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής στην Ελλάδα. Όπως επίσης και ποιον ρόλο στο πλαίσιο αυτό επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους οι ηγήτορες. Στην Ελλάδα η σχέση κοινωνίας και πολιτικής, δηλαδή το πολιτικό σύστημα ήταν σταθερά αποκομμένο από την κοινωνική συλλογικότητα. Και ήταν επίσης εχθρικό προς οποιαδήποτε πολιτισμική αναφορά και ιστορικότητα της ελληνικής κοινωνίας. Την κοινωνία η ελληνική άρχουσα τάξη την αντιμετώπιζε διαχρονικά ως άθροισμα ατόμων, ως μια σχέση με έκαστο μέλος της, όχι της συλλογικότητας. Και αυτό είναι ακριβώς το κεντρικό πρόβλημα. Όντας αποκομμένη η τάξη αυτή, η πνευματική ηγεσία,  οι οικονομικοί παράγοντες που λυμαίνονται το κράτος, η πολιτική ηγεσία οικοδομεί μια αντίληψη παρασίτου που απομυζά τον κορμό του δέντρου (το κράτος) και δι’ αυτού τη γη (την κοινωνία) που το τρέφει.  Αυτή η παρασιτική σχέση δεν μπορεί να παραγάγει εθνικές πολιτικές ούτε ηγέτες. Γι αυτό λέω ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα ανέχεται στους κόλπους του ανθρώπους ανθρώπους οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι πραγματικοί ηγέτες που θα έθεταν ως σκοπό τους να μεγαλώσουν τη χώρα τους, , να προστατεύσουν τα συμφέροντά της και να την οδηγήσουν στο μέλλον. Εξ ου και η πολιτική τάξη δεν παράγει πολιτική κοινού συμφέροντος. Συνθέτουν συμφωνία με συγκατανευσιφάγους με μοναδική φιλοδοξία την εφήμερη διατήρησή της στην εξουσία.

-Από τα λεγόμενά σας αντιλαμβάνομαι ότι το μέλλον θα είναι δυσοίωνο…

Ζοφερό!

-Και από το «γκρίζο Αιγαίο» θα περάσουμε σε «ροζ» ή «κόκκινες» καταστάσεις κάποια στιγμή. Αισθάνομαι επίσης από αυτά που λέτε ότι η παρούσα πολιτική τάξη και οι συν αυτώ, οι πέριξ που είπατε, δεν θα μπορέσουν να επιλύσουν τα ελληνοτουρκικά εάν δεν έχουν συμφωνήσει κάποιες άλλες λύσεις που εμείς δεν ξέρουμε. Επομένως παραδεχόμαστε ότι το πρόβλημα της Ελλάδος είναι πολύ μεγάλο, ιδιαίτερα στις σχέσεις μας με τη γειτονική χώρα, οι ρίζες του έχουν βάθος στο πολύ μακρινό παρελθόν, διότι δεν ενέσκηψαν ξαφνικά όλα αυτά τα προβλήματα που συζητάμε, και να ζητήσω την γνώμη σας πάνω σε αυτό που έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης, περίπου τριάντα χρόνια πιο πριν, λαμβάνοντας υπ’ όψη του τα δεδομένα εκείνης της εποχής, τα σημερινά δεδομένα νομίζω είναι τρισχειρότερα, ότι η ειρήνη με την Τουρκία σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος συντριβή.

Κοιτάξτε, δεν έχω πάψει ποτέ να ισχυρίζομαι ότι το πρόβλημα με την Τουρκία και οποιοδήποτε άλλο εξωτερικό πρόβλημα είναι βαθιά εσωτερικό για την χώρα. Είναι πρόβλημα, όπως το περιέγραψα, σχέσης της πολιτικής τάξης της χώρας και συγκεκριμένα του πολιτικού συστήματος που λέγεται κράτος με την κοινωνία και την εθνική συλλογικότητα. Το κράτος αυτό και οι ηγήτορές του αποτελούν ξένο σώμα προς την κοινωνική συλλογικότητα.

Σε σχέση με την άποψη του Παναγιώτη Κονδύλη, του μεγάλου αυτού στοχαστή, σας θυμίζω ότι πολύ πριν, το 1981, είχα γράψει άρθρο το οποίο στη συνέχεια αποτέλεσε κεφάλαιο ενός βιβλίου μου, του «Πολιτικό σύστημα και Πολιτική», στο οποίο διατύπωνα την άποψη ότι οι εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία θα την οδηγούσαν να επιδιώξει την «φινλανδοποίηση» της Ελλάδας. Συνδύαζα δε τις εξελίξεις με όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, όπου διαπίστωνα ότι είχε αρχίσει να οικοδομείται η λογική της λεηλασίας της χώρας και της πελατειακής αποδόμησης του κράτους. Έλεγα, λοιπόν, ότι, εάν τώρα που διαθέτουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα δεν δημιουργήσουμε εμείς τις προϋποθέσεις –ας πούμε συγκεκριμένα ακόμη και μέσω ενός επεισοδίου που θα υποχρεώναμε τις μεγάλες δυνάμεις, άρα την Τουρκία να ανακόψει τη φιλοδοξία της έναντι της Ελλάδας, είναι αναπόφευκτο να οδηγηθούμε στη δίνη αλυσιδωτών υποχωρήσεων στο όνομα του καλοπιάσματος της Τουρκίας, επομένως στη «φινλανδοποίησή» μας. Είχα εισαγάγει αυτόν τον όρο, ο οποίος θεωρήθηκε πολύ παράδοξος για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις τότε. Ωστόσο, αυτό έχει ήδη γίνει καθεστώς.

Όταν δημιουργήθηκε η υπόθεση των Ιμίων αντικατέστησα τον όρο της «φινλανδοποίησης» με τον όρο της «Ιμιοποίησης». Γιατί; Διότι είναι πια προφανές ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει μόνο τον έλεγχο των ελληνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών. Επιδιώκει την «Ιμιοποίηση» -τον πλήρη έλεγχο της Ελλάδας. Τη μεταβολή της Ελλάδας από χώρα σε χώρο, εντέλει σε προσάρτημά της. Αυτό λοιπόν το φαινόμενο υλοποιείται με τον τρόπο που ήδη έχει διατυπώσει ο Οζάλ: «Δεν θα χρειαστεί» έλεγε «να κάνουμε πόλεμο με την Ελλάδα, θα την υποτάξουμε μέσω των δικών της άρχουσων δυνάμεων». Δεν υπάρχει κάτι που είναι άγνωστο σε αυτή την εξέλιξη. Αρκεί να αναλογισθούμε γιατί ανετράπησαν οι συσχετισμοί υπέρ της Τουρκίας. Αφού η ελληνική άρχουσα τάξη συνέβαλε τα μέγιστα στην ανατροπή των συσχετισμών, έχει ενθυλακωθεί στα μυαλά της ότι δεν υπάρχει άλλη λύση από το να εκχωρούμε στην Τουρκία ό,τι ζητάει για να μην θυμώσει. Και αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα, διότι δεν έχει τελειωμό. Κάποτε πρέπει να πούμε ως εδώ και τέλος. Αυτό όμως δεν πρόκειται να το θέσουν ποτέ οι ελληνικές ηγεσίες.

-Ο Κονδύλης, επομένως, το έλεγε «δορυφοροποίηση» και εσείς «Ιμιοποίηση»…

Ο Κονδύλης το ίδιο υποστήριξε…

-Δηλαδή φτάσαμε σε αυτό που έλεγε. Πραγματοποιήθηκε…

Ακριβώς, όχι το έχουμε ξεπεράσει. Η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας προϋποθέτει μια πρωτοβουλία εκ μέρους της Ελλάδας σε αυτό το επίπεδο. Ξέρετε τι δεν θέλει η Τουρκία; Γενικό πόλεμο. Και δεν θέλει γενικό πόλεμο με την Ελλάδα διότι γνωρίζει ότι δεν μπορεί να παίξει τον περιφερειακό ρόλο που ονειρεύεται εάν εμπλακεί σε πόλεμο με την Ελλάδα ούτε χωρίς αυτήν. Η Ελλάδα είναι ο μοχλός που την συνδέει με τον κόμβο που λέγεται Δύση, Ρωσία Μεσόγειος και Μέση Ανατολή.

-Δεν νομίζω να την ενδιαφέρει πλέον η Δύση…

Μην το λέτε. Σκεφτείτε τι μπορεί να σημαίνει για το Ισραήλ η ηγεμονία της Τουρκίας στην Α. Μεσόγειο. Δεν είναι μόνο αυτό που το Ισραήλ έχει τεράστια δύναμη στον δυτικό κόσμο, είναι και άλλοι πολλοί παράγοντες που έχουν να κάνουν με τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών, αλλά και με τον έλεγχο της Μ. Ανατολής και της Α. Μεσογείου. Όποιος ελέγχει την περιοχή αυτή, ελέγχει τον κόσμο. Αυτό σημαίνει, λοιπόν, ότι η Τουρκία ξέρει, ότι δεν μπορεί να διεκδικήσει μια διαφορετική θέση στην περιοχή χωρίς την Ελλάδα ή τον έλεγχό της

-Δεν είναι όμως τα δεδομένα όπως το 1974. Τώρα ερωτοτροπεί με την Ρωσία.

Βεβαίως, και διαπραγματεύεται με τη Δύση τον νέο ρόλο της. Η Τουρκία γνωρίζει ότι η Ελλάδα και το Αιγαίο, η Κρήτη όπως και η Κύπρος, είναι ένα διαρκές αγκάθι στην δική της βούληση για να γίνει περιφερειακή δύναμη. Επομένως μία λύση έχει: να ελέγξει την Ελλάδα και την Κύπρο.     

-Αν μου επιτρέπετε να το γενικεύσουμε το θέμα. Επειδή το Γένος μας βρισκόταν και βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την Τουρκία, μήπως –αρχής γενομένης ίσως από το 1922, το Έθνος μας βρίσκεται σε μια φθίνουσα πορεία με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε στο ιστορικό τέλος του Ελληνισμού- και κατ’ επέκταση να βρισκόμαστε σε μια συλλογική αναζήτηση ιστορικής ευθανασίας;

Να σας πω. Το 1922 είναι η γενεσιουργός αιτία της ανασφάλειας που έχει η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας. Το 1922 όμως δεν είναι η αρχή της κρίσης του Ελληνισμού. Η κρίση του Ελληνισμού έχει μακρινές ρίζες σε αυτό που αποτέλεσε το 1204 και μετά στην Ελληνική Επανάσταση. Δεν είναι γνωστό σήμερα σε κανέναν ότι το 1204  ένα κραταιό ελληνικό κράτος, το Βυζάντιο, παρεδόθη από τους ίδιους αυτούς παράγοντες που ήθελαν να εισαγάγουν τον ξένο παράγοντα για να καταλάβουν την εξουσία. Ξέρετε, αυτό που σήμερα ονομάζουμε νεωτερικότητα γεννήθηκε στο Βυζάντιο, στο μέσο Βυζάντιο από τον 7ο, 8ο αιώνα και μετά. Είχαμε μια μεγάλη απογείωση η οποία μετακένωσε αυτή τη νεωτερικότητα που δημιούργησε στη Δύση. Και στην Ανατολή και στη Δύση. Αυτό που συνέβη στην Ιταλία από τον 10ο αιώνα –που είναι κομβικός αιώνας, γίνεται και με την διεύρυνση του ζωτικού χώρου του Βυζαντίου, του Ελληνισμού, στους Σλάβους και δη στους Ρώσους. Πράγματι κομβικό για την συνέχεια του κόσμου, ακόμη και για σήμερα. Δεύτερον, μετακενώνει αυτό που έχει ο ίδιος την νεωτερικότητα δηλαδή στη Δύση. Και ξεκινάει η επανείσοδος της Δύσης στην Ιστορία, άρα η Αναγέννηση, με κόμβο την Ιταλία και μετά στην πέραν των Άλπεων Ευρώπη. Και συγχρόνως είναι η περίοδος που μετακενώνει στους Άραβες τον ελληνικό πνευματικό πολιτισμό που μέχρι τότε τον αγνοούσαν. Είναι, λοιπόν, μια κομβική περίοδος που δημιουργεί τους όρους της νεωτερικότητας, την μετάβαση δηλαδή στη νεότερη εποχή.

Το 1204, λοιπόν, συνέβη αυτή ανατροπή. Δηλαδή η μήτρα αυτής της εξέλιξης, ο ελληνικός κόσμος και ο δρόμος που συνεπαγόταν ανετράπη, και ανέλαβε την ηγεσία αυτού του κόσμου σταδιακά η Δύση. Η Δύση λειτούργησε ως εμβρυουλκός για αυτό που μέσα στο Βυζάντιο δημιούργησε την αγκύλωση και το σταμάτημα αυτής της εξέλιξης. Όταν στο Βυζάντιο ξεκίνησε η νεωτερικότητα αναφύησαν εσωτερικά οι δυνάμεις της αντίστασης προς αυτή την κατεύθυνση και είναι αυτές οι δυνάμεις που παρέδωσαν το Βυζάντιο στη Δύση χωρίς να πέσει τουφεκιά. Πήγε ο διεκδικητής του θρόνου –οικογενειακή υπόθεση στο Βυζάντιο- στον Πάπα και συνέχεια στους Σταυροφόρους γύρω από την Βενετία –ενώ δεν θα γινόταν η σταυροφορία διότι ήταν σε οικονομικό αδιέξοδο, ήταν να πάνε στην Αίγυπτο, τους έπεισε να έρθουν στην Κωνσταντινούπολη και να την καταλάβουν για να τον ανεβάσουν στον θρόνο. Δεν είχαν σκοπό να πάνε στο Βυζάντιο, τους υποσχέθηκε τόσα, αρκεί να τον ανεβάσουν στην εξουσία και αυτοί λεηλάτησαν και κατέστρεψαν.

-Ανακτήθηκε όμως και πάλι η Κωνσταντινούπολη το 1261 από τους Βυζαντινούς.

Μετά το 1204 ο Ελληνισμός ενώ διατήρησε αυτή την μεγαλειώδη πορεία δεν μπόρεσε να ανασυγκροτηθεί. Έχουμε μια αντίφαση εκεί, ανάμεσα στον ίδιο τον Ελληνισμό που απογειώνεται και δημιουργεί τον Παλαιολόγειο πολιτισμό όπως λέγεται, μια τρομακτική απογείωση, από την άλλη μεριά έχουμε την πολιτική τάξη που δεν κατορθώνει να εκφράσει πολιτικά αυτή την απογείωση. Χάνεται δηλαδή η οικουμενική κοσμόπολη. Η έκφραση αυτής της δύναμης του Ελληνισμού στην Ιστορία, για αυτό και οικειοποιήθηκε την Ρώμη. Ενώ έχουμε μια τρομακτική απογείωση του Ελληνισμού ως κοινωνικού χώρου, οικονομικού χώρου, πολιτισμικού χώρου, έχουμε μια πλήρη αδυναμία να εκφραστεί πολιτικά. Και για αυτό παραδίδεται. Αν παρακολουθήσετε πως αυτές οι δυνάμεις της αντίδρασης σε αυτή την μετάβαση στην νεωτερικότητα υπονομεύουν τον ελληνικό κόσμο μέχρι τις τελευταίες ημέρες της Άλωσης, είναι ασύλληπτο. Αυτό που αποτέλεσε τη δύναμη του Ελληνισμού, η πόλις, που διατηρούνταν έως το τέλος της τουρκοκρατίας, εδώ είναι η πηγή της αδυναμίας

-Είναι γεγονός ότι προς το τέλος το Βυζάντιο βρισκόταν σε μεγάλη παρακμή. Εκτός από την Κωνσταντινούπολη, οι κτήσεις του ήταν μόνο ο Πόντος και η Πελοπόννησος.

Μα ακριβώς αυτό. Διότι η Κωνσταντινούπολη από βασιλεύουσα πόλη μετατράπηκε σε πόλη – κράτος που είχε την επικράτεια ως αποικία. Ότι συμβαίνει σήμερα, ξέρετε. Η Αθήνα, και δη το κράτος των Αθηνών, λειτουργεί ως πόλη – κράτος που νέμεται ως αποικία την επικράτεια. Για αυτό και έχει αδειάσει η επικράτεια. Βάζουν χίλιες δυο αγκυλώσεις για να μην μπορεί να αναπτυχθεί το παραμικρό, και οι ίδιοι εδώ λειτουργούν ως παράσιτα. Ο ελληνικός κόσμος ακόμη και στην τουρκοκρατία ήταν ένας ηγεμονικός κόσμος, στα οικονομικά, πολιτισμικά και πολιτικά ευρέως -και όχι μόνο στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Το τελικό πλήγμα εναντίον του Ελληνισμού συντελείται με την συντριπτική ήττα στην Επανάσταση. Η Επανάσταση στόχευε στη διαδοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και καταλήξαμε στην οικειοποίηση της οθωμανικής. Και καταλήξαμε να δημιουργηθεί ένα κράτος, προσέξτε, το οποίο σε όλα τα επίπεδα ήταν υποχείριο και μοχλός του δυτικού παράγοντα για να υπονομεύσει τον μείζονα Ελληνισμό.

-Εδώ υπάρχει μία ένσταση από κάποιους ιστορικούς…

Μεγάλη, όχι μία…

-Έγινε υποχείριο των δυτικών αφού πρώτα η Ελληνική Επανάσταση απέτυχε στους σχεδιασμούς της.

Ακριβώς…

-Κατ’ αρχάς, μπροστά στην αποτυχία τους, οι ίδιοι οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν προσέφυγαν στη Δύση προς βοήθεια; Η Επανάσταση δεν τέλειωσε κάπου «άδοξα» γύρω στα 1824 -25;

Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Τι επεδίωκαν οι Έλληνες στην Επανάσταση; Επεδίωκαν την ανασύσταση της ελληνικής οικουμένης. Δηλαδή ένα κράτος κοσμοπολιτειακό. Διαφοροποιούνταν εντελώς άρα ως προς το πολιτειακό σύστημα και την σύσταση του την ίδια. Είχαν άλλες αντιλήψεις για τα πράγματα. Δεν είχαν δηλαδή προτεραιότητα την μετάβαση από την φεουδαρχία στη νεότερη εποχή, στις κοινωνίες με ελευθερία. Δεν ήταν αυτή η προτεραιότητα. Δεν υπήρχε φεουδαρχία στον ελληνικό κόσμο. Έχει σημασία να το προσέξουμε αυτό, γιατί αυτοί που υπερασπίζονται αυτό το κράτος –και δεν λέω το κράτος ως επικράτεια, αλλά το κράτος ως πολιτικό σύστημα, δηλώνουν ότι δεν είχαν τίποτε οι Έλληνες να προτείνουν στην διάρκεια της τουρκοκρατίας και ως πρόταγμα επαναστατικό, και επομένως πήραν αυτό που είχαν επεξεργαστεί στη Δύση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη υποκρισία ή άγνοια εάν θέλετε απ’ αυτήν. Διότι ο ελληνικός κόσμος είχε υπόψη του να εγκαθιδρύσει ένα κράτος της οικουμένης, του τέλους δηλαδή μιας ανθρωποκεντρικής διαδρομής και όχι της αρχής

-Είχε όμως όραμα την Κωνσταντινούπολη, την Βασιλεύουσα. Την απελευθέρωσή της.

Άλλο αυτό, είναι η γεωγραφία αυτό. Που απέτυχαν; Ενώ διαφοροποιούνται ριζικά από τους δυτικούς ως προς τι κράτος θέλουν, υιοθετούν τον τρόπο της Επανάστασης, στο τέλος, των δυτικών. Είναι δυνατόν με ένα κάλεσμα όπως έγινε με τους δουλοπάροικους να τρέξουν να καταλάβουν την εξουσία, που είναι μια εσωτερική κοινωνική επανάσταση στο τέλος τέλος;

-Επιτρέψτε μου να επιμείνω: Οι Δυτικοί δεν ανέλαβαν ρόλο όταν απέτυχε η Επανάσταση;

Μην πάμε εκεί. Έχει σημασία ότι η Επανάσταση απέτυχε λόγω του ότι υιοθέτησαν τον δυτικό τρόπο της Επανάστασης. Ενώ δεν ήταν ίδιες οι προϋποθέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Φιλικοί και οι άλλοι σχεδίαζαν ουσιαστικά πραξικόπημα στην Κωνσταντινούπολη. Και βεβαίως εκφυλίστηκε με μια προκήρυξη. Τι σημαίνει προκήρυξη «επαναστατήστε»; Επαναστατήστε εναντίον εθνικού εχθρού και όχι κοινωνικού εχθρού όπως στην Γαλλία. Επαναστατήστε πως, η πόλις; Τα κοινά; Κάθε κοινό επαναστάτησε και στον ελλαδικό χώρο και στην Μ. Ασία. Πήγαιναν μερικοί Τούρκοι στρατιώτες και κατέστελλαν την Επανάσταση. Δεν είχε ενότητα η Επανάσταση, δεν είχε συνοχή, δεν είχε ηγεσία, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει. Και δεν είχε τις προϋποθέσεις για ένα τέτοιο εγχείρημα. Επομένως ήταν αναπόφευκτο στη συνέχεια να διαιτητεύσει η Δύση σύμφωνα με τα συμφέροντά της στην Ελληνική Επανάσταση.

-Αναπόφευκτο…

Ναι, έγινε αναπόφευκτο από την στιγμή που δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας

-Από κει και πέρα, ναι, πήραν τελείως άλλη τροπή τα πράγματα

Ακριβώς. Άρα πρέπει να συνεκτιμάμε ότι οι ήττες του Ελληνισμού διαπράχθηκαν πάντα δια χειρών ελληνικών. Και υπό το νεοελληνικό κράτος όλες οι ήττες, η ίδια η υπονόμευση του ελληνικού κόσμου οργανώθηκε στην Αθήνα. Πρέπει να το συγκρατήσουμε αυτό για να μπορούμε να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει. Αλλά τι σημαίνει η επικράτηση του δυτικού παράγοντα και η επιβολή αυτού του κράτους; Η πρώτη πράξη του Όθωνα ήταν να καταργήσει τα κοινά, πού ήταν οι πόλεις – κράτη της αρχαιότητας όπως προσαρμόστηκαν στη φάση της οικουμένης, και την δημοκρατία μέσα σ’αυτά. Γιατί, λέει, δεν είναι δυνατόν αυτός ο άπληστος, ο εγωπαθής, ο άθλιος, ο αγράμματος λαός, να θέλει να ασκεί την πολιτική διοίκηση της χώρας. Αυτό είναι ένα …ευγενές λειτούργημα που το έχουμε εμείς οι απολυτάρχες. Απαξίωνε εκείνη την στιγμή ολόκληρη την Ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Αυτό είναι λοιπόν το κεντρικό πρόβλημα. Και τι εγκαθίδρυσαν στη θέση του; Ένα κράτος απολυταρχικό «Ελέω Θεού». Το κράτος αυτό πετυχαίνει τα εξής δύο. Το πρώτο καταργεί τη σχέση μεταξύ πολιτικού προσωπικού και συλλογικότητας, και κοινωνίας. Όταν καταργεί κανείς την δημοκρατία, ο πολίτης που πρώτα ήξερε ότι όταν είχε πρόβλημα θα πήγαινε στον Δήμο, στην μάζωξη όπως την έλεγαν, και θα έλεγε το πρόβλημά του, τώρα πηγαίνει στον πολιτικό γιατί αυτός κατέχει την αρμοδιότητα του Δήμου. Η υφαρπαγή από το κράτος είναι καθολική, εξού και το κράτος αποκαλείται Δημόσιο. Λοιπόν, όταν ο πολίτης πηγαίνεις στο κράτος, δηλαδή στον πολιτικό, ο πολιτικός δημιουργεί προσωπική σχέση μαζί του , άρα οι πολιτικές του κράτους δεν ανάγονται στο συλλογικό. Συντελείται έτσι η πλήρης αποδόμηση του συλλογικού ως πολιτικού διακυβεύματος. Και γιατί γίνεται πλήρης αποδόμηση; Γιατί συλλογικά, αθέσμιτα, λειτουργεί μόνο μια μάζα ανθρώπων. Και όχι άνθρωποι που είχαν πολιτική παιδεία δημοκρατίας. Εδώ απαντάει και στο τι πολιτική παιδεία έχει ο Έλληνας σήμερα και ποιος φταίει.

Συγχρόνως θα επικαλεσθούν τις ιδεολογίες τις μετάβασης, τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό που δεν είχαν καμία σχέση με την ιδιοσυστασία της ελληνικ΄ςη κοινωνίας. Όντως η ιδεολογία η αστική ή η φιλελεύθερη ή η σοσιαλιστική, επιδιώκει την απελευθέρωση από την φεουδαρχία. Για να δημιουργηθεί η κοινωνία με ελευθερία. Δεν υπάρχει ούτε η θεσμιμένη συλλογικότητα ο Δήμος, ούτε η ιδεολογία η έννοια της μάζας –του λαού, για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις μιας συνάντησης πολιτικής με δημόσιες πολιτικές, δηλαδή το συμφέρον της κοινωνίας.

Το δεύτερο ποιο ήταν το μεγάλο που διάρκεσε περίπου έναν αιώνα, μέχρι το 1922; Απαγόρευσαν την είσοδο, στο όνομα της εθνικής ολοκλήρωσης, της μεγάλης οικουμενικής αστικής τάξης του Ελληνισμού –που δεν σταμάτησε ποτέ στην Ιστορία να υπάρχει, μέσα στο ελληνικό κράτος. Η αστική τάξη θα μπορούσε να είναι ένας ενδιάμεσος φορέας που να δημιουργεί λόγω της επιρροής της στην εξουσία όρους, ταξικής μεν, αλλά γενικού συμφέροντος πολιτικής που θα ανάγεται στη συλλογική κοινωνία. Θα ήταν η αντίληψη της αστικής τάξης για το τι συμφέρει στη χώρα. Αλλά θα ήταν συλλογική και όχι πελατειακή. Μη επιτρέποντας λοιπόν στην αστική τάξη να μπει ποτέ μέσα στην χώρα, ηγεμόνευσε αυτός που εάν ερχόταν αυτή η μεγάλη αστική τάξη στη χώρα δεν θα μπορούσε να γίνει ο πολιτικός ούτε πρόεδρος ορεινής κοινότητας. Αλλά συνέβαλε με το χέρι του, με την καταστροφή δηλαδή που επέφερε στη συνέχεια, στην αποδόμηση αυτής της αστικής τάξης, στην αποδόμηση αυτού του ίδιου του μείζονος Ελληνισμού. Διότι έγινε βορά στους εθνικισμούς και στη συνέχεια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Με κορύφωση το 1922. Ποιος πολέμησε εναντίον του μικρασιατικού διακυβεύματος; Οι δυνάμεις στην Αθήνα. Αυτές υπονόμευσαν. Αν πάρετε δε το 1897, θα δείτε πως ενέπλεξαν την χώρα χωρίς να έχει προετοιμαστεί. Ξέρετε, στο όνομα της Μεγάλης Ιδέας διακινείτο μια εσωτερική μεγιστοποιημένη αξίωση ολοκλήρωσης για την οποία ποτέ –ήταν για εκλογικούς λόγους, ψηφοθηρικούς λόγους- δεν προετοίμασαν την Ελλάδα για αυτό. για αυτό και η συντριβή του 1897.

Γιατί έχουμε την απογείωση με την έλευση του Βενιζέλου; Στην πρώτη περίοδο, γιατί στη δεύτερη τα έκανε…Γιατί ήρθε απ’ έξω. «Φυτευτός» στην Ελλάδα, όταν το σύστημα στην Ελλάδα είχε καταρρεύσει. Δεν θα μπορούσε ποτέ ο Βενιζέλος, και κανένας άλλος, να παίξει ένα ρόλο εθνικού χαρακτήρα εάν είχε γεννηθεί μέσα από αυτή την χοάνη της κομματοκρατίας.

-Άρα, συνοψίζοντας, εντοπίζετε την ρίζα του κακού στην αποτυχία της Επαναστάσεως και την διαφορετική τροπή που πήραν μετά τα πολιτικά πράγματα.

Στην αποτυχία της Επανάστασης και στη δημιουργία ενός κράτους προτεκτοράτου, στο οποίο επιβλήθηκε ένα πολιτικό σύστημα αναντίστοιχο προς το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας.

-Υπήρχε όμως αναρχία. Καταρχάς υπήρξε σκληρός εμφύλιος κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως. Αναρχία υπήρχε και μετά την δολοφονία του Καποδίστρια. Το κράτος λυμαινόταν από ληστές και πειρατές και πέντε φάρες…

Μα όλα αυτά είναι αποτέλεσμα αποσύνθεσης του Ελληνισμού και κυρίωςτης πολεοκεντρικής του συγκρότησης. Πολεοκεντρισμός είναι ο πατριωτισμός των πόλεων. Όμως τα κοινά της επανάστασης δεν είναι τα κοινά της τουρκοκρατίας. Στην Επανάσταση, ο κόσμος ανέβηκε στα βουνά, την σφραγίδα των κοινών την κατακράτησαν  οι προύχοντες που δεν απώλεσαν κάθε συνάφεια με την κοινωνία…

-Δεν ήταν οι προύχοντες και ιδιαίτερα αγαπητοί…

Δεν ήταν γιατί έγιναν δεσπότες πάνω στην κοινωνία κατά την διάρκεια της Επανάστασης.

-Οι Πελοποννήσιοι υποδέχτηκαν τον Δημήτριο Υψηλάντη κάτι ως μεσσία, για να τους σώσει και από τους Τούρκους και από τους κοτζαμπάσηδες…

Προσέξτε όμως. Πριν από την επανάσταση ο ελληνικός κόσμος δεν καθηγεμονεύεται από τους προύχοντες. Υπόκεινται σε συσχετισμούς, στους οποίους οι κοινωνίες των κοινών συντεταγμένες ως επί το πλείστον σε δήμους, παίζουν έναν σημαντικό πολιτικό ρόλο. Για αυτό και εάν προσέξετε η σφραγίδα του κοινού είναι κομμένη σε τόσα κομμάτια όσοι είναι οι προύχοντες, που εκλέγονται, που ανακαλούνται από τον κοινό λαό ή από τους εκπροσώπους του. Μεταξύ των προυχόντων ισχύει η αρχή της ομοφωνίας. Τι σημαίνει ομοφωνία; Να μην αποκτούν τέτοια εξουσία ώστε να αγνοούν και να αφήνουν στην άκρη τον Δήμο, την μάζωξη. Ο καθένας, λοιπόν, κατέχει ένα κομμάτι της σφραγίδας και για να υπάρξει απόφαση στο κοινό έπρεπε να συμφωνήσουν όλοι, για να φέρουν το κομμάτι της σφραγίδας ώστε να είναι στρογγυλή. Στην Επανάσταση διαλύθηκαν όλα αυτά, εκεί όπου επικράτησε. Γιατί διαλύθηκε η έννοια του κοινού. Με αυτά τα δεδομένα και τη δημιουργία ενός απολυταρχικού πρτεκτοράτου, ήταν φυσικό η μεν κοινωνία να περιέλθει στο περιθώριο η δε πολιτεία να μεταλλαχθεί σε φαυλοκρατική κομματοκρατία. Εφεξής το πολιτικό αυτό σύστημα καλεί τους ομοίους του στην εξουσία. Στελεχώθηκε από αυτούς που δεν ήθελαν την μεγάλη πνευματική και αστική τάξη του Ελληνισμού, ήταν εκείνοι που δεν ήθελαν να δημιουργηθούν εσωτερικά οικονομικές πρωτοβουλίες οι οποίες δεν θα ήταν υπό τον έλεγχό τους και πολλά όμοια. Ας διερωτηθούμε από την άλλη γιατί η καθολική ψήφος, που βέβαια είχε περιεχόμενο αυτοκυβέρνησης πριν, δεν καταργήθηκε στην Ελλάδα –όταν στην Αγγλία μόλις το 7% έχει το δικαίωμα ψήφου την ίδια περίοδο. Μήπως βόλευε την κομματοκρατία; Την αποδόμηση του κοινωνικού ιστού. Για να μην έχει συμπαγή αναφορά απέναντι στην εξουσία. Πως αυτοί οι άνθρωποι που είναι ξένο σώμα προς την κοινωνική συλλογικότητα θα επεξεργασθούν πολιτικές κοινού συμφέροντος

Εγώ θα θέσω ένα ερώτημα για να δείτε την ευθύνη αυτού του κράτους στην εξαέρωση, την καταστροφή του μείζονος Ελληνισμού και γιατί σήμερα καταγίνεται στο να καταστρέψει, να εξαφανίσει και τον εσωτερικό Ελληνισμό: Πως θα ήταν αυτό το κράτος εάν θα είχε έστω το μέγεθος της Πελοποννήσου και της Στερεάς, αλλά είχε δημιουργηθεί γύρω από ένα μεγάλο αστικό κέντρο όπως είναι η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, όπου θα υπήρχαν οι δυνάμεις εκείνες που θα επέβαλαν μια ισόρροπη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής; Τελείως διαφορετικό. Ποια ήταν εντέλει η άρχουσα τάξη που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα με το κράτος του Όθωνα; Οι κλεφταρματολοί, οι κοτζαμπάσηδες, εκείνοι που απελευθέρωσαν την χώρα. Αλλά, εάν συγκρίνουμε αυτούς με την άρχουσα τάξη του μείζονος Ελληνισμού, που είναι έτη φωτός ανώτερη από κάθε άρχουσα τάξη της εποχής, της Δύσης και της Ανατολής, τότε καταλαβαίνουμε γιατί μιλάμε και ποια είναι η πραγματικότητα της ελληνικής χώρας σήμερα.

-Γιατί προκαλούν εντύπωση αυτά; Μετά την αποτυχία της Ελληνικής Επαναστάσεως παίχτηκε ένα γεωπολιτικό παιγνίδι μεταξύ των ισχυρών…

Σύμφωνοι. Οφείλουμε όμως να αποκτήσουμε συνείδηση των αιτίων του ελληνικού προβλήματος…

-Αυτοί που κέρδισαν το γεωπολιτικό παιγνίδι δεν θα προάσπιζαν τα δικά τους συμφέροντα…

Δε λέω κάτι διαφορετικό…

-Θα σε μετέτρεπαν σε προτεκτοράτο, αφού εμείς καταφύγαμε στους νικητές, θα σου έφερναν δικό τους ανώτατο άρχοντα να κυβερνήσει –που λεγόταν Όθων, θα σου έφερναν τούς δικούς τους θεσμούς κυβερνητικότητας –που λεγόταν ισχυρό και αδιαίρετο κράτος καθ’ άπασα την επικράτεια, θα σου έφερναν την αντιπροσώπευση της δημοκρατίας και του πολιτεύματος…

Καταρχάς το πολίτευμα που επέβαλαν στην Ελλάδα δεν ήταν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία –τέτοιο πολίτευμα δεν υπάρχει- αλλά στην πρώτη φάση η απολυταρχία και στη δεύτερη η αιρετή μοναρχία. Άλλωστε αυτό είναι που το κάνει ξένο προς τον ελληνισμό. ΄Όμως θα αντιστρέψω το ερώτημα. Από την στιγμή που δημιουργήθηκε μια εσωτερική άρχουσα τάξη η οποία πήρε στα χέρια της τη διακυβέρνηση της χώρας πώς εξηγείται ότι και η ίδια υπονόμευσε τον Ελληνισμό. Τι συνέβη και οι ήττες του οργανώνονται στην Αθήνα. Εάν παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξη της σχέσης μεταξύ Μείζονος Ελληνισμού και ελληνικού κράτους θα διαπιστώσει ότι στην Αθήνα αναπτύσσεται μια πρωτοφανής εχθρότητα εναντίον του, σε βαθμό που δεν αποτελεί υπερβολή να πούμε ότι όποιο κακό προκάλεσε ο εξωτερικός εχθρός συνέβη χάρη στην υπονόμευση του εσωτερικού μετώπου των Ελλήνων. Έτσι εξηγείται η μεγάλη συζήτηση για το εθνικό κέντρο, την Κωνσταντινούπολη ή την Αθήνα. Η μικρασιατική καταστροφή είναι αρκούντως διδακτική

-Δεν έγινε αυτό

Φυσικά δεν έγινε εφικτό το μικρασιατικό εγχείρημα διότι η Ελλάδα άλλαξε στρατόπεδο και συντάχθηκε με τους αντιπάλους των συμμάχων που υποστήριξαν το μικρασιατικό εγχείρημα. Πέραν αυτού το εγχείρημα ανατέθηκε σε απλώς ανίκανα άτομα και η διαχείρισή του απεδείχθη εγκληματική. Ο ελληνικός στρατός ήταν από κάθε άποψη υπέρτερος του κεμαλικού. Οι διάδοχοι του Βενιζέλου είχαν καταπολεμήσει το μικρασιατικό, δεν πίστευαν σ’αυτό, διακήρυσσαν το δόγμα της μικράς πλην εντίμου Ελλάδας. 

-Τα λάθη του Βενιζέλου νομίζω ήταν πολλά. Ας μην το αναλύσουμε τώρα όλο το ζήτημα.

Τα λάθη του Βενιζέλου είναι πολλά εάν δούμε την πολιτεία του απολογιστικά μετά το 1928. Όμως το κατεξοχήν σημαντικό υπήρξε η επιλογή του υπέρ της αναθεωρητικής, γιατί επέτρεψε στις δυνάμεις του παλαιοκομματισμού, της κομματοκρατίας, να ανασυνταχθούν και να οδηγήσουν στην εθνική καταστροφή. Με τη μικρασιατική καταστροφή δημιουργούνται οι προϋποθέσεις μιας πλήρους ανασφάλειας, μακροχρόνια, της Ελλάδας. Γιατί αφήνοντας στην Τουρκία ολόκληρη τη Μικρά Ασία θέταμε τις βάσεις της συνύπαρξής της με έναν μελλοντικό γίγαντα. Αναλογισθείτε ότι λίγο πριν την Επανάσταση ο ελληνισμός αντιπροσώπευε έναν πληθυσμός μεγαλύτερον από εκείνον της Αγγλίας, και σχεδόν ίσον –ίσως και λίγο μεγαλύτερον-, απ’ ότι ήταν ο τούρκικος πληθυσμός. Η μη εθνική ολοκλήρωση, η συντριπτική συρρίκνωση του ελληνισμού έγινε δια χειρός των Αθηνών. Δεν έγινε με τους ξένους. Οι ξένοι έβρισκαν και έκαναν. Έγιναν δια χειρός των Αθηνών. Αρκεί να θυμηθούμε το κυπριακό, και προφανώς τα Ίμια. Τα Ίμια δεν τα διέπραξαν οι μεγάλοι αλλά η ελληνική ηγεσία.          

-Στην περίοδο της Μεταπολιτεύσεως και μετέπειτα, εντοπίζετε ευθύνες ή ολιγωρίες;

Το κρίσιμο ζήτημα με την Μεταπολίτευση είναι ότι έχουμε από την δεκαετία του 1980 μία ολική επαναφορά του καθεστώτος της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα. Το κράτος αποδομείται ολοσχερώς, λεηλατείται και χρησιμοποιείται για την πελατειακή χειραγώγηση της κοινωνίας. Το κράτος της μεταπολίτευσης ήταν το κράτος του «δώστα όλα», το κράτος των δωρόσημων και των λαδόσημων, της διαπλοκής και της διαφθοράς. Όσο και αν η μετεμφυλιακή περίοδος ήταν βεβαρημένη πολιτικά, το κράτος καλώς ή κακώς, λειτουργούσε με όρους δημοσίου συμφέροντος. Έτσι ανατράπηκε η αναπτυξιακή πορεία που είχε η ελληνική κοινωνία και  οικονομία καθόλη τη μετεμφυλιακή περίοδο. Και υπονομεύθηκε ολόκληρη η βιομηχανική υποδομή της χώρας με πρόσχημα τη δημιουργία «νέων τζακιών», δηλαδή μια κομματική οικονομική νομενκλατούρα. Έχει υπολογισθεί ότι ο πλούτος της χώρας που παρήχθη στην διάρκεια της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και εκείνος που εισήχθη από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλες πηγές την ίδια περίοδο ήταν ικανός – εάν επενδύονταν και δεν λεηλατείτο με πελατειακούς και άλλους όρους-, να φέρει την Ελλάδα στην κορυφή της οικονομικής ιεραρχίας στην Ευρώπη. Θα ήταν η πρώτη σε οικονομική ανάπτυξη και σε επίπεδο εισοδήματος, άρα Εθνικού Προϊόντος και υποδομών. Αντ’αυτού ζούμε έναν πρωτοφανή ξεπεσμό. Αρκεί να θυμίσω ότι η Ελληνική Πολεμική Βιομηχανία την δεκαετία του 1980 ήταν ανώτερη από την τουρκική. Πως γίνεται σήμερα η τουρκική βιομηχανία να παράγει τα πάντα και στην Ελλάδα να μην παράγονται ούτε άρβυλα;  Αποδόθηκαν ευθύνες ποτέ για την ΠΥΡΚΑΛ, για την Ελληνική Πολεμική Βιομηχανία, για τη λεηλασία της Ολυμπιακής Αεροπορίας και τόσων άλλων; Όλα αυτά δεν έγιναν με διακομματική συμφωνία; Όταν η κοινωνία βοούσε για τη συντελούμενη λεηλασία, ο τότε πρωθυπουργός απαντούσε ότι όποιος έχει στοιχεία να τα πάει στον εισαγγελέα.  

-Μια εθνική πολιτική πρόταση ποια θα μπορούσε να είναι κ. Κοντογιώργη;

Εάν εντοπίσουμε την αιτία στο συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα του κράτους σημαίνει  ότι εθνική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν αλλάξει η σχέση κοινωνίας και πολιτικής. Εάν δεν υπάρξει μεταβολή πολιτείας. Άρα, εάν δεν αλλάξει αυτό το κράτος ώστε να είναι αναγκασμένη η πολιτική τάξη της χώρας να διαλέγεται και να διαμορφώνει τις πολιτικές της σύμφωνα με την βούληση της κοινωνικής συλλογικότητας, με το κοινό συμφέρον, και με όρους που θα ανάγονται στην εθνική αναφορά των πολιτικών τους και όχι στο κομματικό ή άλλο συμφέρον των πέριξ αυτών συγκατανευσιφάγων.

-Άρα ποτέ…

Άρα, επειδή όπως έδειξε και η σημερινή αναθεώρηση του Συντάγματος, η ελληνική πολιτική τάξη είναι πολύ μακριά από μια τέτοια προοπτική. Και συνεπώς είναι προδιαγεγραμμένο ο ελληνισμός να ακολουθήσει την φθίνουσα πορεία που βιώνει ήδη δύο αιώνες. Η διαχείριση της οικονομικής επανάστασης στις ημέρες μας είναι εξόχως χαρακτηριστική. Όλοι μαζί δηλώνουν υπερήφανοι που υπηρετούν το συμφέρον της διεθνούς των αγορών και μεταβάλουν τη χώρα σε πολυεθνικό συνοθύλευμα. Όλοι μαζί καταγίνονται στο να εξαφανίσουν μετά τον μείζονα ελληνισμό και τον εσωτερικό Ελληνισμό. Όλοι έχουν μια αντίληψη για την οικονομική μετανάστευση, η οποία δεν συνεκτιμά τις γενικότερες γεωπολιτικές, πολιτισμικές, οικονομικές και άλλες διαστάσεις του προβλήματος. Είναι άραγε τυχαίο ότι ο Ερντογάν υπονομεύει την εσωτερική συνοχή της χώρας με την επιτάχυνση της οικονομικής μετανάστευσης και οι ιθαγενείς πολιτικοί της χώρας πανηγυρίζουν επειδή υπηρετούν μια απροσχημάτιστα ιδιοτελή εκδοχή του ανθρωπισμού εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας και της χώρας;  Ουσιαστικά δηλαδή αισθάνονται υπερήφανοι για αυτό που θα έπρεπε να αισχύνονται. Διότι αυτή την στιγμή η Ελλάδα μετακινείται βιαίως στη Μέση Ανατολή. Γίνεται η ίδια πρόβλημα καθώς την μεταβάλουν σε χωματερή του παγκόσμιου καπιταλισμού και των γεωπολιτικών διαγκωνισμών που αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή, με αποτέλεσμα εάν συνεχισθεί η ασύνταχτη και χωρίς όρια μετακίνηση πληθυσμών, σε πολύ λίγα χρόνια η ελληνική κοινωνία θα αντιμετωπίσει το δίλημμα να της εξόδου της από τη χώρα της. Υπό μια άλλη έννοια αυτό ήδη συμβαίνει. Δεν είναι 500.000 όσοι μετανάστευσαν, ξεπερνούν το εκατομμύριο, μην κρυβόμαστε. Όταν λοιπόν διώκεται ο ελληνικός λαός από τη χώρα του οι ηγήτορές του πανηγυρίζουν, διότι η Ελλάδα, λένε, γίνεται με το πρόσχημα της πολυπολιτισμικότητας, πολυεθνική. Πολιτικές ενσωμάτωσης δεν υπάρχουν από την άλλη ορθώνουν χίλια δυο εμπόδια για να μην επιτραπεί στους δεινοπαθούντες Έλληνες που ξέμειναν στην διασπορά, όπως είναι οι Έλληνες της Ουκρανίας, να έρθουν στην Ελλάδα για να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Έτσι εξηγείται γιατί μπερδεύουν, σκόπιμα, την έννοια της εθνικής πολυπολιτισμικότητας με την πολυεθνικότητα. Αυτό που διαπράττει σήμερα η πολιτική τάξη εναντίον της χώρας θα το πληρώσει η ελληνική κοινωνία τοις μετρητοίς. Δείτε τι συμβαίνει γύρω μας. Παντού οι χώρες που είναι πολυεθνικά συντεταγμένες έχουν διαλυθεί με αιματοχυσία. Επιπλέον για την Ελλάδα δημιουργείται ένας «δούρειος ίππος» μέσα στη χώρα που θα αξιοποιηθεί σύντομα από τους εξ ανατολών γείτονες μας. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να συγκρατήσουμε ότι όλοι σήμερα, Δεξιά και Αριστερά, πρακτορεύουν το διατακτικό της διεθνούς των αγορών: την ελεύθερη διακίνηση του χρήματος, των αγορών και της εργασίας. Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι να αρνηθούμε την εξέλιξη αλλά να αποτρέψουμε τις αρνητικές της συνέπειες για τη χώρα. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργούν οι αγορές στο Πακιστάν, στο Αφγανιστάν και όπου αλλού, οι αγορές μεριμνούν ώστε να επιλυθεί όχι επί τόπου –που σημαίνει με επανάσταση, με εξέγερση-, αλλά δια της μεταφοράς στις χώρες της πρωτοπορίας έτσι ώστε εκεί μεν να εξασφαλίσουν την ειρήνη εδώ δε να μεταβάλουν της εργασία του πολίτη σε εμπόρευμα και να αποδομήσουν την πολιτισμική συνοχή και τις ομόλογες αντιστάσεις της κοινωνίας των πολιτών στο όνομα του ανθρωπισμού. Πέραν του ότι ο  ανθρωπισμός πρέπει να συνεκτιμά το εθνικό συμφέρον οι κύριοι αυτοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι δεν εκλέγονται ως πρωθυπουργοί του κόσμου, είναι διαπεπιστευμένοι να υπηρετήσουν το εθνικό ελληνικό συμφέρον, να συνεκτιμούν την βούληση της εθνικής κοινωνικής συλλογικότητας.  Στην Ιταλία το ιταλικό συμφέρον και ούτω καθ’ εξής. Αυτό όμως δεν το θυμούνται, παρά μόνο στην περίοδο των εκλογών οπότε τις πραγματικές τους προθέσεις τις κρύβουν κάτω από το χαλί. Για αυτό και λέω ότι επειδή το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα, είναι το εσωτερικό πρόβλημα που σχετίζεται με το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα του κράτους το οποίο ευρίσκεται ως εκ της φύσεώς του σε πλήρη αναντιστοιχία προς την κοινωνία και το συμφέρον του έθνους, είναι προδιαγεγραμμένο –εάν δεν αλλάξει -, η Ελλάδα να μεταβληθεί από χώρα σε χώρο και μάλιστα ακρωτηριασμένο χώρο, περίπου Ίμια της Τουρκίας.   

-Οδηγούμαστε σ’ έναν «παγκόσμιο πολιτισμό» τον οποίο θα τον καθορίσει όπως φαίνεται η τεχνολογία. Οι υπολογιστές και τα ρομπότ θα ξεπεράσουν κάποια στιγμή  τον άνθρωπο, οι ψηφιακές εφαρμογές θα ξέρουν περισσότερα απ’ ότι εμείς για τον εαυτό μας και το «παιγνίδι» θα ελεγχθεί απόλυτα από αυτούς, κάποιους λίγους σε κάθε περίπτωση –ποιοι μπορεί να είναι αυτοί παραμένει άγνωστο, ίσως είναι μια δυο χώρες- οι οποίοι θα κυριαρχούν στην τεχνική νοημοσύνη. Σας ανησυχεί αυτό ή σας προβληματίζει θετικά;

Έχω προσεγγίσει το ζήτημα και το έχω αναδείξει ήδη από την δεκαετία του 1970, με καταγραφές όχι μόνο με λόγο. Δεν θεωρώ ότι η τεχνολογία της επικοινωνίας και όλα αυτά που έχουν να κάνουν με αυτόν τον νέο κόσμο, το ευφυές περιβάλλον που δημιουργείται, είναι εχθρός του ανθρώπου. Δεν υιοθετώ την αντίληψη ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας διαδικασίας δημιουργίας ενός μετανθρώπου. Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι συνάρτηση όχι της τεχνολογίας η οποία έχει μπει στη ζωή μας, αλλά του γεγονότος ότι το οικονομικοπολιτικό σύστημα που φοράμε επιτρέπει σε αυτήν την τεχνολογία να την ελέγχουν εκείνοι οι οποίοι το κατέχουν και να διαμορφώνουν τα πράγματα με βάση σχέσεις ηγεμονίας επί των κοινωνιών. Όταν λέμε ότι θα μας παρακολουθούν με το «μηχανάκι», σημαίνει ότι κάποιος κατέχει την εξουσία και βάζει το «μηχανάκι» να μας παρακολουθεί. Άρα το ζήτημα σε όλα τα πεδία έχει να κάνει πρώτον με τις απεριόριστες δυνατότητες που δίνονται στον άνθρωπο να εξιχνιάσει τον εαυτό του, να αναδείξει όλα εκείνα τα στοιχεία –τα οποία διαθέτει αλλά δεν μπορούσε να συλλάβει μολονότι υποψιάζεται ότι υπάρχουν και τα αποδίδει στο θείο· να είναι στην Αθήνα αλλά να αισθάνεται ότι είναι ωσεί παρών στο Τόκιο και να περπατάει στους δρόμους του· να βλέπει πέραν του ορίζοντα της ματιάς του, να μπορεί να δημιουργεί πράγματα που μέχρι τώρα δεν διανοείτο· να διαθέτει ένα απόθεμα γνώσης το οποίο να επικαλείται ανά πάσα στιγμή χωρίς να χρειάζεται να ανατρέξει και να χάσει χρόνο σε βιβλιοθήκες. Και αυτά, πολλά από τα οποία σήμερα χρειάζεται να το προσεγγίσουμε μέσω των υπολογιστών, μέσω των κινητών τηλεφώνων κ. ο. κ. , θα αποτελέσουν με έναν τρόπο μέρος του εγκεφάλου του, μέρος του εαυτού του. Εγώ είμαι αισιόδοξος ως προς αυτό και ως προς τις δυνατότητες που προσφέρει στον άνθρωπο, να μετεξελιχθεί αλλά και να λειτουργήσει στο ευφυές περιβάλλον το οποίο ήδη σε μεγάλο βαθμό έχει αναπτυχθεί. Συγχρόνως όμως είμαι αισιόδοξος επίσης διότι η τεχνολογία της επικοινωνίας προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει αυτό που πραγματοποίησε ο Έλληνας άνθρωπος στην πόλη – κράτος. Να διαφύγει δηλαδή από την εξουσία της απολυταρχίας, από τις εξουσίες της πολιτικής κυριαρχίας και να οδηγηθεί στην πολιτική και κοινωνική του απελευθέρωση, επομένως στην δημοκρατία. Το πολιτικό σύστημα θα οικοδομηθεί με όχημα την τεχνολογία της επικοινωνίας , σε αυτό το  επίπεδο. Δηλαδή, ο πολίτης θα συναντιέται με τους συμπολίτες του στο πεδίο της τεχνολογίας της επικοινωνίας όπως οι Αθηναίοι πολίτες συναντιόνταν στην Πνύκα. Άρα θα είναι αυτός που θα ελέγξει στη συνέχεια την τεχνολογία της επικοινωνίας, σε όλα τα επίπεδα, και επομένως δεν θα υπάρχει κανείς που θα λειτουργεί ως ηγεμόνας επί του ανθρώπου, από την παρακολούθηση μέχρι οποιαδήποτε άλλη δράση τους, χωρίς την βούληση της ίδιας της κοινωνίας. Η κοινωνία δεν παίζει με αυτά. Θα ελέγξει δηλαδή όλο αυτό το παραγόμενο αποτέλεσμα και θα το εντάξει στο σύστημα, έτσι ώστε να λειτουργεί με γνώμονα το δικό της συμφέρον και όχι του όποιου ιδιώτη ή κρατικού εξουσιαστή.

-Κύριε Κοντογιώργη, τι είναι για εσάς η Ελλάδα;

Η Ελλάδα είναι πολλά πράγματα: Είναι η χώρα της Ελλάδας, η πατρίδα ως χώρος. Η Ελλάδα είναι επίσης αυτό που αντιπροσωπεύει ο ελληνικός πολιτισμός. Είναι, εάν θέλετε, η πεμπτουσία της ανάδειξης του ανθρώπου σε πρώτη αιτία της ύπαρξής του με υπόβαθρο την ελευθερία και ότι αυτή συνεπάγεται. Είναι επίσης ο κόσμος που διδάσκει την κοινωνική βιολογία του ανθρώπου, την εξελικτική του πορεία από την εποχή που ήταν θηρίο – έξω από τους νόμους-, μέχρι τον πλήρη εξανθρωπισμό του, με τερματικό σταθμό  την οικουμενική ολοκλήρωση και πρόσημο τη δημοκρατία σε όλα τα πεδία της ζωής. Αυτό δεν μπορεί να το διδάξει ο νεότερος κόσμος, γιατί έχει μικρό ιστορικό βάθος, και καθώς το γνωσιολογικό του αβαθές συνδυάζεται με βαθιά αντιδραστικές εμμονές, αυτές που αναπέμπουν στην εποχή της μετάβασής του από τη φεουδαρχία στον ανθρωποκεντρισμό, έχει επιλέξει την αντιστράτευσή του με τη λογική της ιστορίας και της θέσης του σ’αυτήν. Άρα, λοιπόν, για μένα η «Ελλάδα» είναι πρώτα από όλα το ελληνικό κοσμοσύστημα με ότι αντιπροσωπεύει ως  πολιτισμό και ως τρόπο του βίου για τον άνθρωπο, είναι σε τελική ανάλυση η αξία της καθολικής ελευθερίας και βεβαίως μια οικουμενικότητα στην αντίληψη των πραγμάτων. Η Ελλάδα ως πατρίδα είναι η πεμπτουσία της ύπαρξης και του καθήκοντος που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος ως πολίτης, διότι σύμφωνα με την ελληνική εμπειρία δεν μπορεί κανείς να εξασφαλίσει την ατομική του ευημερία και ευτυχία χωρίς να ευημερεί και να υπάρχει η πατρίδα ως γεωγραφία. Αυτό αντιλέγει, εάν θέλετε, και σε κάποιους ευφάνταστους ιδιοτελείς της εποχής μας που ισχυρίζονται ότι πρέπει να εναντιωθούμε στην έννοια του Έθνους, και στην ιδιότητα του πολίτη. Προσποιούνται καθώς μηρυκάζουν το διατακτικό της διεθνούς των αγορών ότι το έθνος δεν είναι αναγκαίο ως συστατική συνιστώσα της πολιτισμικής συλλογικότητας, ούτε η πολιτειότης ως η ληξιαρχική πράξη του ανήκειν σε μια πολιτική συλλογικότητα. Θέλω επίσης να προσθέσω ότι δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερο έθνος χωρίς πατρίδα και προφανώς ούτε ελληνισμός χωρίς πατρίδα. Γιατί δεν λείπουν και οι άλλοι ευφάνταστοι που διατείνονται ότι δεν έχει σημασία η ελληνική χώρα –μπορεί και να μην υπάρξει, ο ελληνισμός και ως διασπορά. Μπερδεύουν αυτό που ήταν ο ιστορικός ελληνισμός, ο μείζων ελληνισμός, ο οποίος ήταν ένας ελληνισμός με πατρίδα τις πόλεις, με τον ελληνισμός της διασποράς που εγγράφεται μέσα σε ένα άλλο κρατικό και πολιτισμικό μόρφωμα. Ο τελευταίος  και προώρισται σε πολύ λίγο χρόνο να εξαφανιστεί, να πάψει να υπάρχει. Να απομείνει η μνήμη του καβάφειου ποιήματος για τους Ποσειδωνιάτες , που όταν έχασαν την ταυτότητά τους με την έννοια της ελληνικότητας και έγιναν Λατίνοι και Ρωμαίοι, θυμόντουσαν λέει, μια φορά τον χρόνο, σε μια πανήγυρη την αναγωγή τους στο παρελθόν το ελληνικό και όλοι δυστυχισμένοι έκλαιγαν την μοίρα τους γιατί έχασαν ότι αυτό το παρελθόν αντιπροσώπευε –δηλαδή την έννοια της πατρίδας.  

-Σας ευχαριστώ πολύ για την ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε.

Και εγώ σας ευχαριστώ, να είστε καλά.

 

ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΑΙ

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται

εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι

με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι’ άλλους ξένους.

Το μόνο που τους έμεινε προγονικό

ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,

με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.

Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής

τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,

και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,

που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.

Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.

Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες –

Ιταλιώται έναν καιρό κι’ αυτοί·

και τώρα πως εξέπεσαν, πως έγιναν,

να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά

βγαλμένοι –ω συμφορά! – απ’ τον ελληνισμό.

Κ. Π. Καβάφης

Φωτογραφίες: Γιάννης Μάνος