Δευτέρα, 22 Ιουλίου, 2019 - 00:37

Λίγο πριν το χαστούκι από τον Θείο Σαμ

Αν ο Ερντογάν παραμείνει στην εξουσία για αρκετά χρόνια ακόμη, η ολική ρήξη με τις ΗΠΑ είναι αυτή τη στιγμή το πιο πιθανό ενδεχόμενο. Θα πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι ο αντιαμερικανισμός ήταν βαθιά ριζωμένος στην Τουρκία, πολύ πριν εμφανιστεί στο προσκήνιο ο «Σουλτάνος».

Από τον Ηλία Δημητρέλλο

Όταν το 1979 οι Μουλάδες εξεδίωξαν το Σάχη από την Περσία και εγκαθίδρυσαν την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, το σοκ για τις ΗΠΑ ήταν τεράστιο, καθώς έχασαν εν μία νυκτί τον πιο πιστό και σημαντικό σύμμαχό τους στη Μέση Ανατολή (τον οποίο είχαν κληρονομήσει από τους Βρετανούς), με καίρια στρατηγική θέση, ισχυρό στρατό και απεριόριστους πλουτοπαραγωγικούς πόρους. Στα σαράντα χρόνια που έχουν περάσει από τότε το Ιράν εξελίχθη στο μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο αντίπαλο των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην περιοχή.

Αυτό είναι το στρατηγικό διακύβευμα των ΗΠΑ στη σύγκρουση που μαίνεται με την Τουρκία εδώ και αρκετά χρόνια. Αν αξίζει να χάσουν για πρώτη φορά από το 1979 μία μεγάλη χώρα, σύμμαχό τους. Η ολική ρήξη είναι αυτή τη στιγμή το πιο πιθανό ενδεχόμενο. Κυρίως, αν ο Ερντογάν παραμείνει στην εξουσία για αρκετά χρόνια ακόμη. Θα πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι ο αντιαμερικανισμός ήταν βαθιά ριζωμένος στην Τουρκία, πολύ πριν εμφανιστεί στο προσκήνιο ο «Σουλτάνος». Κοινός άλλωστε τόπος της ιδεολογίας των παντουρκιστών/παντουρανιστών και των ευρασιατιστών αποτελούσε ο απογαλακτισμός της Τουρκίας από τις ΗΠΑ και η άσκηση εθνικής ανεξάρτητης πολιτικής. Ο Ερντογάν ήταν όμως εκείνος τον ανέδειξε σε κυρίαρχη τάση στην εξωτερική πολιτική της χώρας, ιδίως όταν κατέστη εμφανές ότι τα συμφέροντα των δύο χωρών στη Συρία είναι απολύτως αντίθετα. Το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 με τις ευλογίες ή έστω την ανοχή των ΗΠΑ, ξεκαθάρισε στο μυαλό του ότι οι ΗΠΑ είναι πια αποφασισμένες να τον βγάλουν από τη μέση. Ενδεχομένως και το βαθύ κράτος της Αμερικής να επιθυμεί τη ρήξη, ή έστω δια της συγκρούσεως να απομακρυνθεί ο Ερντογάν. Δεν εξηγείται αλλιώς η συνεχής στήριξη των Κούρδων της Συρίας, στρατιωτικά και οικονομικά, από τις κυβερνήσεις των Ομπάμα και Τραμπ, καίτοι γνωρίζουν άριστα ότι η εκεί ίδρυση κουρδικής de facto αυτόνομης κρατικής οντότητας αποτελεί κόκκινη γραμμή για κάθε τούρκο πολιτικό.

Ενδεχομένως λοιπόν οι ΗΠΑ να προσπαθούν να βρουν την κατάλληλη αφορμή για να δώσουν ένα μάθημα στους Τούρκους ποιος πραγματικά κάνει κουμάντο στην περιοχή. Και σε στρατιωτικό επίπεδο. Διότι στο οικονομικό απέδειξαν και στους πλέον δύσπιστους ότι είναι σε θέση να χειραγωγήσουν οποιαδήποτε οικονομία το αποφασίσουν. Δεν δίστασαν μάλιστα και δημοσίως να παραδεχθούν ότι η κατρακύλα της τούρκικης οικονομίας και της λίρας είναι δικό τους έργο.

Καθώς η Τουρκία εξελίσσεται σε πολύ δυνατό στρατιωτικά παίκτη, έχει καταστεί απρόβλεπτα ισχυρή, άρα και επικίνδυνη, για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην περιοχή. Έχει αναπτύξει την αμυντική βιομηχανία της (με εξαγωγές μάλιστα σε τρίτες χώρες), καταβάλει μυθικά ποσά για τον εξοπλισμό της με υπερσύγχρονα όπλα και συστήματα, ενώ δίδει το πολιτικό και στρατιωτικό στίγμα της εγκαθιδρύοντας στρατιωτικές βάσεις σε Κατάρ, Σουδάν, Σομαλία και ναυτική βάση στην Αλβανία. Έχει καταλάβει σημαντικά εδάφη της Β. Συρίας (και φυσικά της Κύπρου), ενώ τούρκικα στρατεύματα βρίσκονται και στο Β. Ιράκ, στο ιρακινό Κουρδιστάν. Δεν δίστασε μάλιστα κατά την διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης να προσπαθήσει να επιβάλει στην εξουσία τους δικούς της συμμάχους σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Συρία και η Λιβύη. Βέβαια, αυτή η αποτυχία της είχε ως αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να είναι σήμερα οι μεγαλύτεροι εχθροί της. Επίσης δεν δίστασε να σπάσει το εμπάργκο κατά του Κατάρ που επέβαλε η Σαουδική Αραβία με τους συμμάχους της, αμφισβητώντας ευθέως την ηγεμονία του Οίκου των Σαούντ στο σουνιτικό κόσμο, και εν συνεχεία να τον διασύρει παγκοσμίως με τις αποκαλύψεις που προέβαιναν τα δικά της ΜΜΕ (μέσω της ΜΙΤ) για τη δολοφονία του Κασόγκι στο σαουδαραβικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, εμπλέκοντας δημοσίως τον διάδοχο του στέμματος.

Η τελευταία της όμως επιλογή, έστω και αν αποτελούσε μονόδρομος, να συνεργαστεί με τη Ρωσία στη Συρία και κυρίως να εξοπλιστεί με τους S-400, αποτέλεσε μάλλον τη σταγόνα που ξεχείλισε το αμερικανικό ποτήρι. Το μείζον δεν είναι ότι αποφάσισε να προμηθευτεί ένα οπλικό σύστημα από τη Ρωσία. Το μείζον φαίνεται ότι είναι το είδος του συστήματος, καθώς αφενός μεν θα επιτρέψει στους Ρώσους εκπαιδευτές να αποκρυπτογραφήσουν τα F-35 με τεχνολογία stealth, αφετέρου δε, θα επιτρέψει στους Τούρκους να ελέγξουν όλη την Ανατολική Μεσόγειο με την εμβέλειά του. Αυτή η δυνατότητα που θα αποκτήσουν οι Τούρκοι, αποτελεί την κύρια αιτία της κρίσης με τους S-400. Έχοντάς τους εγκαταστήσει στη Νότια Τουρκία ή ακόμη και στα εδάφη της Συρίας που έχει καταλάβει, οι Τούρκοι θα ελέγχουν πια το μισό έδαφος του Ισραήλ. Κάθε ισραηλινό αεροσκάφος που θα απογειώνεται, θα είναι εν δυνάμει μπλοκαρισμένο από τους τούρκικους S-400 ανά πάσα στιγμή. Ευνόητο είναι ότι οι Ισραηλινοί επουδενί επιθυμούν να καταστούν όμηροι των Τούρκων. Πόσω μάλλον όταν τα τελευταία έτη οι σχέσεις των δύο χωρών είναι σε διαρκή ένταση, οι δε ηγέτες τους ανταλλάσσουν απίστευτα οξείς χαρακτηρισμούς, με τους μεν Ισραηλινούς να στηρίζουν οικονομικά και ουχί μόνο τους Κούρδους σε Συρία και Ιράκ, τους δε Τούρκους την Χαμάς.

Τελευταίο ίσως, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό. Τα τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου που έχουν ήδη ανακαλυφθεί στην Ανατολική Μεσόγειο και κυρίως αυτά που ελπίζεται να βρεθούν, απαιτούν ηρεμία και ασφάλεια για την εξόρυξή και τη μεταφορά τους. Συνεπώς η ηρεμία και η ασφάλεια αποτελούν απαίτηση των μεγάλων πετρελαϊκών κολοσσών που έχουν αναλάβει το έργο, οι οποίοι επουδενί θέλουν να τεθούν σε κίνδυνο οι επενδύσεις τους. Και η απαίτησή τους είναι συνήθως νόμος για τις κυβερνήσεις τους, οι οποίες σπεύδουν να προστατέψουν τις εταιρείες τους. Εξ ου και η παρουσία του αμερικανικού, του γαλλικού και του ιταλικού ναυτικού στην περιοχή. Η δε Τουρκία και ο Ερντογάν με την αναθεωρητικότητα και το απρόβλεπτο των ενεργειών τους αποτελούν ανεπίτρεπτο ρίσκο για τις επενδύσεις των πετρελαϊκών κολοσσών. 

Η Τουρκία είναι προφανές ότι έχει κατορθώσει, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, να συσσωρεύσει πάρα πολλούς εχθρούς εναντίον της. Και κυρίως τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Και είναι λίαν πιθανό να έχουν αποφασίσει να κοντύνουν τα πόδια της τώρα που είναι πιο εύκολο.