Δευτέρα, 29 Νοέμβρη, 2021 - 17:41

Ενσωμάτωση, μεταξύ προσδοκίας και πραγματικότητας

Oυδόλως μπορεί να τίθεται θέμα ικανότητας εν γένει ενσωμάτωσης των νομίμως ή παρανόμως εισερχομένων μουσουλμανικών προσφυγικών ή μεταναστευτικών ομάδων, γιατί όπως ανωτέρω παρατίθεται, η ικανότητά τους να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο, υπακούοντας στους κανόνες που το διέπουν δεν υφίσταται, προσκρούοντας κατά τα ανωτέρω στο ανυπέρβλητο εμπόδιο του θρησκεύματος.
 
Από τον Χριστόδουλο Κ. Γιαλλουρίδη*
 
Το μεταναστευτικό ή προσφυγικό ζήτημα παραμένει σήμερα και παρά τη μείωση των εισερχομένων μετακινούμενων πάσης φύσεως και ταυτότητας πληθυσμιακών ομάδων, μείζονος εθνικής σημασίας πρόβλημα για την Ελλάδα. 
 
Η μεγάλη πλειοψηφία των κατά ταύτα εισερχομένων στην ελληνική επικράτεια διακατέχεται, ως γνωστόν, από την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος, θεωρώντας την Ελλάδα ως μια αφετηριακή δομή διεξόδου προς την Ευρώπη. Δεδομένου ότι η Ευρώπη δεν λειτουργεί εν τοις πράγμασι ως ενιαίο πολιτικό και πολιτειακό σύνολο σε ανάλογα ζητήματα, αλλά επικρατεί η προβολή των συμφερόντων του έθνους - κράτους, στην κατά τα ανωτέρω περίπτωση του προσφυγικού / μεταναστευτικού λειτούργησε και λειτουργεί κατά τρόπο που ευνοεί την παραμονή των ανωτέρω ομάδων στην επικράτεια της χώρας άφιξής τους, που είναι εν προκειμένω η Ελλάδα. 
 
Πέραν των ανωτέρω οφείλει κανείς να εστιάσει στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αφικνούμενων και εγκατεστημένων στον ελλαδικό χώρο, διακρίνεται από τη μουσουλμανική τους ταυτότητα, η οποία ουδόλως ευνοεί την ένταξη, την ενσωμάτωση, πολλώ δε μάλλον την αφομοίωση τους στο ευρύτερο, πρωτογενώς υφιστάμενο κοινωνικό σύνολο. 
 
Οι διαφορές που εκδηλώνονται και στην προκειμένη περίπτωση, λειτουργώντας ανασταλτικά κατά ταύτα, στις οποίες διεργασίες ενσωμάτωσης μουσουλμανικών κατά ταύτα πληθυσμών, αποδίδονται στην κατά Max Weber θρησκευτική διάσταση της πολιτιστικής φυσιογνωμίας και εφαρμοσμένης πολιτικής στάσης του μουσουλμανικού κόσμου εν γένει, πάντοτε σε συνάρτηση της σχέσης του με τη Δύση. 
 
Η κλασσική θεώρηση του Max Weber, όπως τούτη προβάλλεται ανάγλυφα στο έργο του “Προτεσταντική Ηθική” προσδιορίζει την καθοριστική επιρροή που ασκείται από τη θρησκεία στην εν γένει πολιτική, πολιτιστική και οικονομική στάση και συμπεριφορά του ατόμου στα κοινωνικά σύνολα. Συναφώς και αναφορικά προς το Ισλάμ, στη φιλοσοφία του κυριαρχεί το σύνολο ως ιδεολογική συλλογική πορεία, απούσης εν προκειμένω της παράστασης του ατόμου ως ενεργού παρουσίας στις κοινωνικές διεργασίες και εξελίξεις.
 
Του ανωτέρω σκεπτικού δεδομένου, σημειώνεται πως ο μουσουλμανικός κόσμος αντικρίζει τις υπόλοιπες πληθυσμιακές κοινότητες, διαχωρίζοντάς τες σε ουνιβερσαλιστικό πλαίσιο αντιθετικά, σε μουσουλμανικές και μη μουσουλμανικές, προσδιορίζοντας έτσι τη σχέση δύο κόσμων, όπου στον ένα, τον μουσουλμανικό εν προκειμένω, το θρήσκευμα υπερισχύει κατά ταύτα της εθνικής ταυτότητας, εν αντιθέσει προς την κοσμοπολίτικη προσέγγιση της δύσης όπου η θρησκευτική ταυτότητα υπάγεται στην εθνικοκρατική τοιούτη. 
 
Των ανωτέρω δεδομένων, οφείλει κανείς συμπεραίνοντας να επισημάνει πως ουδόλως μπορεί να τίθεται θέμα ικανότητας εν γένει ενσωμάτωσης των νομίμως ή παρανόμως εισερχομένων μουσουλμανικών προσφυγικών ή μεταναστευτικών ομάδων, γιατί όπως ανωτέρω παρατίθεται, η ικανότητά τους να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο, υπακούοντας στους κανόνες που το διέπουν δεν υφίσταται, προσκρούοντας κατά τα ανωτέρω στο ανυπέρβλητο εμπόδιο του θρησκεύματος. Τα παραδείγματα εν προκειμένω σε πρωτεύουσες δυτικών κρατών όπου η μουσουλμανική κοινότητα είναι κοινωνικοθρησκευτικά περιχαρακωμένη από το υπόλοιπο κοινωνικό πλαίσιο, μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Η περίπτωση του Βερολίνου αποτελεί ένα εμφανές παράδειγμα, απεικονίζον μια διαχρονικά υπαρκτή πραγματικότητα.
 
Σε ότι αφορά στην Ελλάδα, χώρα του δυτικού κόσμου και η οποία σήμερα φιλοξενεί στην επικράτειά της μεγάλο αριθμό μουσουλμανικών προσφυγομεταναστευτικών πληθυσμιακών ομάδων, η οποιαδήποτε αντίληψη περί ικανότητάς, πολλώ δε μάλλον απόπειρα ενσωμάτωσής τους, όχι μόνο θα αποτύχει, αλλά αντιθέτως θα δημιουργήσει αυτόνομες μουσουλμανικές «νησίδες» που θα είναι ικανές να επιφέρουν αποσταθεροποίηση στο εν ευρεία εννοία πολιτικό σύστημα της χώρας. 
 
Το φαινόμενο μιας αντίληψης περί ικανότητας υποδοχής και ενσωμάτωσης μουσουλμανικών μεταναστευτικών ή προσφυγικών ρευμάτων στον ελλαδικό κορμό δεν επιτρέπεται να προσεγγίζεται ιδεολογικοπολιτικά σε ένα πλαίσιο ευσεβοποθισμού, αλλά οφείλει να αντικρίζεται επί τη βάσει των ρεαλιστικών και τεκμηριωμένων δεδομένων ως εθνική διάσταση πολιτικής, με γνώμονα τη σταθερότητα της χώρας και την ικανότητά της να συνεχίζει να πορεύεται σε ένα διεθνώς ανταγωνιστικό κόσμο εθνών - κρατών. 
 
Αυτό προϋποθέτει,  όχι μόνο την έμπνευση και τον σχεδιασμό για μια εφαρμοσμένη κατά τα ανωτέρω πολιτική μακράς πνοής, αλλά και τη συνεργατική σύμπνοια των κυριοτέρων πολιτικών δυνάμεων της χώρας, οι οποίες οφείλουν από τη θέση τους να εκφράζουν εν προκειμένω τη θέληση και τη δύναμη του έθνους και των οποίων οι διαφορές και οι αντιπαραθέσεις θα περιορίζονται στους τακτικούς χειρισμούς και όχι στους στρατηγικούς οραματισμούς, του εν ευρεία εννοία ελληνισμού. 
 
Ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης Ομότιμος Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Πάντειο Πανεπιστήμιο