Κυριακή, 17 Οκτωβρίου, 2021 - 13:10
<

Αριστοτέλης Σαρρηκώστας: Πως έζησα τον Μίκη

Ο βετεράνος φωτορεπόρτερ του Associated Press Αριστοτέλης Σαρρηκώστας γράφει στην Boulevard για την γνωριμία του με τον Μίκη το 1963 και τις μετέπειτα συναντήσεις τους.  
 
Ο οικουμενικός Έλληνας πέρασε στην αιωνιότητα, το ύστατο χαίρε έδωσαν χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες από την Μητρόπολη των Αθηνών μέχρι το τελευταίο του ταξίδι στο Γαλατά Χανίων.
 
"Ένα το Χελιδόνι η Άνοιξη Ακριβή" και "Αθάνατος" έγραφαν τα χιλιάδες μηνύματα που άφησαν έξω από το πατρικό του σπίτι στο Γαλατά Χανίων, απλοί πολίτες, απλοί άνθρωποι την ημέρα της κηδείας του Μίκη.
 
Πως έζησα τον Μίκη
 
Τον γνώρισα το 1963, ως πρόεδρο του κινήματος της Νεολαίας Λαμπράκη και αργότερα ως βουλευτή της ΕΔΑ, τότε νέος εγώ στο επάγγελμα του φωτορεπόρτερ εργαζόμουν στην "Ένωση", ένα από τα μεγαλύτερα φωτογραφικά πρακτορεία των Αθηνών, τον έβλεπα και τον φωτογράφιζα πάντα  «μπροστάρη», στις περισσότερες διαδηλώσεις και πορείες των Λαμπράκηδων και πως να μη τον έβλεπα «1.90» ίσως και λίγο περισσότερο ήταν. 
 
Αξέχαστες στιγμές έζησα με τον Μίκη Θεοδωράκη στο Βραχάτι Κορινθίας, όπου τον είχε κατ' οίκον περιορισμό η χούντα των συνταγματαρχών, μετά την μεταφορά του από την Γυάρο και ύστερα από την μεγάλη κατακραυγή μεγάλων ξένων προσωπικοτήτων.
 
Εκείνη την εποχή εργαζόμουν στο Αμερικανικό Πρακτορείο Ειδήσεων το Associated Press και ήρθε ένας Σουηδός δημοσιογράφος να πάρει μια συνέντευξη από τον Μίκη. Ήρθε στο γραφείο μας και ζήτησε έναν φωτορεπόρτερ να πάει μαζί του για να βγάλει φωτογραφίες.
 
Ο Μίκης μας ξενάγησε στην Μακρόνησσο, 1975.
 
Επήγα εγώ, μας δέχθηκε όπως πάντα χαμογελαστός παρ' όλη την ταλαιπωρία και τις κακουχίες που είχε υποστεί στα χουντικά στρατόπεδα συγκέντρωσεις. Έξω και γύρω από το σπίτι του χωροφύλακες φρουρούσαν και κατέγραφαν κάθε κίνηση του Μίκη και όχι μόνο.
 
Μετά την φωτογράφιση που έκανα στην διάρκεια της συνέντευξης, παρακάλεσα τον Μίκη αν μπορούσε να βγούμε έξω προς την παραλία (ήταν πολύ κοντά), να κάνω κάτι διαφορετικό και εκείνος χαμογελώντας μου είπε "να πάμε αλλά, φοβάμαι να μη βρεθείς μαζί με εμένα σε κανένα κελί" και του απάντησα ότι "η δουλειά μας έχει πολλά ρίσκα, ένα ακόμη δεν θα με πείραζε. Ας το κάνουμε και βλέπουμε".
 
Και το κάναμε "ρισκάραμε". Βγήκαμε έξω και αμέσως είδαμε τους χωροφύλακες να κοινοποιούνται, μας παρακολουθούσαν από μια μικρή απόσταση χωρίς να επεμβαίνουν, μερικοί έτρεξαν πρώτοι στην παραλία για να δουν μήπως είχαμε κανένα ταχύπλοο για να απαγάγουμε τον Μίκη.
 
Θυμάμαι ο Μίκης φορούσε μια "βερμούδα" και με το πλατύ χαμόγελό του, τον φωτογράφισα να περπατάει δίπλα στη θάλασσα επάνω στα χαλίκια, δεν μου χάλασε χατήρι έκανε ότι του ζητούσα, γυρίσαμε σπίτι ευχαριστημένοι και χωρίς ευτυχώς κανένα δυσάρεστο γεγονός, απλώς οι χωροφύλακες μας παρακολουθούσαν....
 
Σε λίγες ημέρες έλαβα δυο εφημερίδες από την Σουηδία, κρατώντας την  υπόσχεση που μου είχε δώσει ο δημοσιογράφος, είχε τέσσερις σελίδες με κείμενο και φωτογραφίες και είδα η πρώτη σελίδα ήταν σχεδόν ολόκληρη, καλυμμένη με την φωτογραφία του Μίκη, με την βερμούδα να περπατάει δίπλα στην θάλασσα.
 
Ο Μίκης με τον πατέρα του, λίγο μετά την επιστροφή του από την εξορία
 
Μια άλλη φωτογράφιση που έκανα του Μίκη ήταν αυτή να τον φιλάει ο πατέρας του, ενώ εκείνος μιλάει στο τηλέφωνο στο πατρικό σπίτι τους στην Νέα Σμύρνη.
 
Ήταν οι πρώτες στιγμές που η χούντα τον είχε αποφυλακίσει, μαζί με  χιλιάδες άλλων κρατουμένων, μετά την απόφαση του Γεωργίου Παπαδόπουλου, με πρωθυπουργό τον Σπύρο Μαρκεζίνη (Οκτώβριο-Νοέμβριο 1973), τότε δόθηκε αμνηστία στα πλαίσια του σχεδίου φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, να γίνουν βουλευτικές εκλογές και κατάργηση του στρατιωτικού νόμου στις 10 Φεβρουαρίου του 1974, βεβαίως εκλογές δεν έγιναν ποτέ μετά την δεύτερη χούντα που επέβαλε ο Δημήτρης Ιωαννίδης.
 
Ένα άλλο γεγονός που είχα συναντηθεί με το Μίκη, ήταν όταν ο τότε νεαρός γιος του ο Γιώργος, είχε εισαχθεί σε κάποιο δημόσιο νοσοκομείο των Αθηνών μετά από μεγάλη χρήση ουσιών, ήμουν εκεί μαζί με άλλους συναδέλφους και ξαφνικά καταφθάνει γεμάτος ανησυχία ο Μίκης, τρέχοντας μπήκε στο θάλαμο που βρισκόταν ο γιος του και εν συνεχεία πήγε στο γραφείο των γιατρών για να πληροφορηθεί σχετικά με την υγεία του παιδιού του.
 
Εμείς φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφοι προσπαθούσαμε να κάνουμε την δουλειά μας, θέλοντας να βγάλουμε φωτογραφία τον  Γιώργο, το ίδιο και οι δημοσιογράφοι να μάθουν για την υγεία του.
 
Χειραψία, Α.Παπανδρέου, Μιτεράν, Μ. Θεοδωράκη
 
Κάποια στιγμή μας πλησιάζει ο Μίκης με φανερά έκδηλη την αγωνία του και με εκείνον τον "αφοπλιστικό του τρόπο" και μας παρακάλεσε να αφήσουμε το παιδί του ήσυχο τουλάχιστον αυτές της ώρες, "Φωτογραφίστε εμένα. Σας παρακαλώ πολύ μη ενοχλείτε το παιδί μου."
 
Ήταν τέτοιος ο λόγος του, που πραγματικά μας συγκίνησε, μας λύγισε όλους, ο τρόπος του σαν άνθρωπος… σαν πατέρας… 
 
Μας ζητούσε κάτι πολύ ευγενικά, ενώ θα μπορούσε να καλέσει την αστυνομία και δεν το έκανε. 
 
Τελικά συμφωνήσαμε όλοι να φύγουμε και το κάναμε, ίσως να ήταν η μοναδική φορά που κατέβασα την φωτογραφική μου μηχανή....
 
Και άφησα τελευταίο,  την πρώτη μεγάλη συναυλία που έδωσε μετά την μεταπολίτευση στο στάδιο Καραΐσκάκη το 1974, με την συμμετοχή όλων των μεγάλων Ελλήνων τραγουδιστών να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και τις χιλιάδες του κόσμου να φωνάζουν "Δώστε την χούντα στο Λαό".  
 
Συναυλία Μ. Θεοδωράκη 1975.
 
Εκείνη την βραδιά δεν έλειψε και το "Σαμποτάζ" με τον Μίκη να κρατάει το κομμένο καλώδιο του μικροφώνου στα χέρια του, να το δείχνει στο κοινό  και να λέει "Ορίστε είναι κομμένο μα ψαλίδι". 
 
Ήταν ανεπανάληπτες στιγμές πού αποτυπώθηκαν στην φωτογραφική μηχανή και χάραξαν μέσα μου το μεγαλείο του Μίκη.
 
Φωτογραφίες Αριστοτέλης Σαρρηκώστας/Αρχείο ΕΡΤ