Τα κορίτσια της Ηλιούπολης και η Ελλάδα του Ferto!

Παρασκευή, Ιουνίου 5, 2026 - 00:00
Όλα τρέχουν γρήγορα και όλα αλλάζουν ταχύτατα -όχι από γενιά σε γενιά, αλλά από χρόνο σε χρόνο
Συνηθίζεται, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, μεσήλικες και πάνω, να κατηγορούν την τρέχουσα εποχή και να αναπολούν τον δικό τους καιρό, τότε που ήταν νέοι, θεωρώντας τον ως τον καλύτερο -με αξίες, παιδεία, καλλιέργεια και ευγένεια. Αποφεύγω να το αποδεχθώ αυτό, αν και εγώ είμαι …έφηβος της τρίτης ηλικίας (!), γιατί αυτή η άποψη ενώ υπήρχε πάντα, δεν διέθετε όμως ιδιαίτερη βαρύτητα. Να αναπολήσω δηλαδή τι; -τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ως τις ιδανικότερες εποχές που βίωσε η Ελλάδα; Μα και μητέρα μου, που ήταν μεσόκοπη στις συγκεκριμένες δεκαετίες, όπως και όλες οι άλλες συνομήλικές της, τις κατηγορούσαν για κατήφορο και παρακμή.
«Χάλασε, παιδί, μου, η Ελλάδα», θυμάμαι τα λόγια της μητέρας μου -και αναθυμόταν ως καλύτερα χρόνια εκείνα μετά το τέλος του πολέμου και εκείνα των δεκαετιών του ’50. «Τότε υπήρχε σεβασμός, ευγένεια, μόχθος, δίψα για μάθηση», μου έλεγε η συγχωρεμένη. Σε όλο αυτόν τον συλλογισμό, υπάρχει μια κολοσσιαία αντίφαση, που βεβαιώνει το λάθος του. Δεν μπορεί αυτό που εμείς αναπολούμε ως καλύτερο, κάποιοι άλλοι, πιο παλιά, να θεωρούσαν το ίδιο ως χειρότερο. Με αυτή την λογική, όσο εξιδανικεύεται το παρελθόν, θα οδηγηθούμε στην άποψη ότι και επί τουρκοκρατίας οι Έλληνες περνούσαν καλύτερα -κάτι το αδιανόητο φυσικά να το πιστεύει κανείς. Με την ίδια δε λογική θα υπάρξει και η εξής αλληλοαναίρεση, που κι αυτή θα επιβεβαιώνει το λάθος· την τρέχουσα εποχή μας που εμείς οι μεγάλοι την καταγγέλλουμε ως παρακμιακή και σε αποσύνθεση, οι μελλοντικές γενιές, είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο, ότι θα την αναλογίζονται ως την καλύτερη. Εντάξει, καταλαβαίνω τον ανθρώπινο συναισθηματισμό, ο κάθε άνθρωπος (όπως κι εγώ) να θεωρεί ως καλύτερα χρόνια τα χρόνια εκείνα της αθωότητας του, τότε που ήταν παιδί χωρίς έγνοιες και βάσανα. Αλλά…
Νομίζω πως πρέπει να αποδεχθούμε το προφανές, ότι πλέον όλα τρέχουν γρήγορα και όλα αλλάζουν ταχύτατα -όχι από γενιά σε γενιά, αλλά από χρόνο σε χρόνο. Πρέπει να παραδεχόμαστε τις μεταβολές και να προσαρμοζόμαστε στην κάθε εποχή. Συμβαίνει αυτό που έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης (από την δεκαετία του ’70 παρακαλώ), ότι δεν θα πεθάνουμε με τις ίδιες αξίες που γεννηθήκαμε. Και νομίζω, η κάθε εποχή (με τα συν και τα πλην) όλο και κάτι προσφέρει παραπάνω και κάνει τις ζωές μας καλύτερες.
Θα έχετε αναρωτηθεί, πιθανόν, γιατί τα λέω όλα αυτά. Γιατί συγκλονίστηκα από ένα γεγονός, όπως κι εσείς, το οποίο με έβαλε στον πειρασμό αναθεώρησης των σκέψεων μου -να γίνω κι εγώ ένας αντιφατικός, έστω μικρής έκτασης για να μην ξεφύγω τελείως από τον κανόνα. Και το συγκλονιστικό γεγονός δεν είναι άλλο, από τις δύο 17χρονες μαθήτριες στην Ηλιούπολη, οι οποίες πήδηξαν από ταράτσα πολυκατοικίας στο κενό, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους. Ποιος ήταν ο λόγος της αυτοχειρίας τους, ότι, σύμφωνα με το σημείωμα που άφησαν, «αυτός ο κόσμος δεν είναι για εμάς» -και ακόμη, ο φόβος της αποτυχίας τους στις πανελλήνιες εξετάσεις. Τι μας λέει αυτό το τραγικό γεγονός; Ότι πλέον η εποχή μας, η κοινωνία μας, δεν αμφισβητείται μόνο, ως είθισται, από τους προχωρημένους σε ηλικία -αλλά, πλέον, και από την νέα γενιά. Και να είστε σίγουροι, ότι οι λόγοι που ώθησαν στα άκρα τις δυο γλυκές κοπέλες, είναι στο μυαλό, σε μεγάλο ποσοστό, σε όλα τα νιάτα της χώρας μας. Αν μιλήσει κανείς με νέα παιδιά, πολύ εύκολα θα διαπιστώσει το άγχος και την αγωνία τους για την επιβίωση τους στον σημερινό κόσμο -αυτόν τον κόσμο - αρένα που εμείς φτιάξαμε, εμείς οι μεγαλύτεροι, πολιτικοί και πολίτες, και που τους ρίξαμε μέσα χωρίς ντροπή να παλέψουν με τα θηρία. Και αντί αυτό το τραγικό γεγονός με τις δυο μαθήτριες να σημάνει συναγερμό στο σύστημα -στην επιστημονική, εκπαιδευτική, πολιτική κοινότητα- αυτό συνέχισε τον ύπνο του δικαίου σαν μην είχε συμβεί τίποτα, σαν όλα να πηγαίνουν καλά σ’ αυτόν το τόπο. Το πολιτικό και οικονομικό σύστημα (άρρηκτα συνδεδεμένο μεταξύ τους) ενδιαφέρεται για το εάν θα μείνει ή εάν θα πέσει ο Μητσοτάκης -λες και ο επόμενος θα είναι καλύτερος, εάν ο Ανδρουλάκης ή ο Τσίπρας θα έρθει δεύτερος ή τρίτος -λες και θα χάσει η Βενετιά βελόνι εάν κάποιος από τους δυο δεν καταστεί αξιωματική αντιπολίτευση. Μόνο τα κανάλια ασχολήθηκαν, αλλά για λόγους τηλεθέασης (σιγά μην τους έπιασε ο πόνος).
Τα παιδιά ανέκαθεν ήταν ανήσυχα για το μέλλον τους, πάντα όταν τέλειωναν το εξατάξιο Γυμνάσιο ή το Λύκειο, τους απασχολούσε ο επαγγελματικός τους προσανατολισμός -το τι θα σπουδάσουν και ποιο επάγγελμα θα μπορούσαν να ασκήσουν στη ζωή τους. Σήμερα όμως η ανησυχία τους έχει γίνει εφιάλτης, γιατί ξέρουν ότι ακόμη κι αν σπουδάσουν, το πτυχίο ενός πανεπιστημίου δεν έχει πλέον ισχυρό αντίκρισμα στην αγορά εργασίας -κι ακόμα γνωρίζουν, ότι και δουλειά να βρουν, αυτή θα υπαμείβεται· ο μισθός τους, με την ακρίβεια της ζωής να έχει φτάσει στον Θεό, δεν θα επαρκεί ούτε για τα βασικά έξοδα και τις ανάγκες τους. Για δημιουργία οικογένειας ούτε συζήτηση. Παλαιότερα φτωχός εθεωρείτο ο άνεργος, σήμερα (όσο κι αν ακούγεται παράξενα) δυστυχής θεωρείται ο εργαζόμενος (το 65% των εργαζομένων αμείβεται μηνιαίως με 1.000 ευρώ μεικτά).
Είναι, το λοιπόν, αυτός ο εφιάλτης που βιώνει η νεολαία να μην εκδηλωθεί σε μια κατάθλιψη ή και ακόμη σε θυμό; Κι ο θυμός θα φέρει επιθετικότητα χαρακτήρα, που με τη σειρά του θα επιφέρει βίαιες ενέργειες -στην καλύτερη περίπτωση σε μια χυδαία εκφορά του λόγου. Τις προάλλες στις τρεις τα ξημερώματα επέστρεφα με το μετρό στο σπίτι μου (το Σάββατο το μετρό λειτουργεί όλο το 24ωρο). Δίπλα μου καθόντουσαν δυο νεαρά ζευγάρια, όχι παραπάνω από δέκα οκτώ ετών. Θα επέστρεφαν από κάποια διασκέδασή τους. Είχαν πιάσει την κουβέντα. Σας πληροφορώ ότι στη φρασεολογία τους περισσότερες φορές ακούστηκε η λέξη «μαλάκας», παρά οποιαδήποτε άλλη. Παραξενεύτηκα και προς στιγμή θέλησα να τους έπιανα κουβέντα, μήπως και έβγαζα κάποια άκρη για το πως και το γιατί του απρεπούς λόγου τους. Το απέφυγα γιατί σχεδόν ήταν βέβαιο πως θα με…στόλιζαν κι εμένα με την ίδια λέξη. Ωστόσο, μέχρι να κατέβω στην στάση μου, το φιλοσόφησα λιγάκι. Δεν κατέληξα σε βέβαιες κρίσεις -άλλωστε είναι τόσο πολυσύνθετο το θέμα κι ούτε είμαι τίποτα ειδικός για να αποφανθώ- ωστόσο σκέφθηκα το πολύ απλό που λέγεται: «Τα παιδιά και τα σκυλιά όπως τα μάθεις».
Αυτή η απλή όσο και σοφή παροιμία δείχνει τους υπαίτιους της εφιαλτικής κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει σήμερα τα νέα παιδιά. Τα παιδιά δεν φταίνε σε τίποτα (ή φταίνε το λιγότερο). Κανείς δεν γεννιέται καταθλιπτικός, βίαιος, αγενής, αλήτης. Όλα εξαρτώνται από το περιβάλλον στο οποίο θα μεγαλώσει κανείς. Και μέσα από το περιβάλλον θα διαμορφώσει τον χαρακτήρα και την συμπεριφορά του. Τρία είναι τα βασικά περιβάλλοντα που θα επιδράσουν σ’ ένα παιδί και που θα το καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό. Οι γονείς, το σχολείο και η πολιτεία (κράτος). Δεν το γενικεύω (ισοπεδώνω) -γιατί και καλοί γονείς υπάρχουν, και φιλότιμοι δάσκαλοι, και σοβαροί πολιτικοί- αλλά θα το πω όσο βαρύ κι αν ακούγεται· και οι τρεις παράγοντες που διαμορφώνουν / καθοδηγούν ένα παιδί και την κοινωνία ολόκληρη, απέτυχαν παταγωδώς.
Ποιοι είναι οι γονείς των σημερινών παιδιών; Είναι κατά βάση η γενιά των millennials, τα παιδιά εκείνα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σ’ ένα καθεστώς ευκολίας, σε μια εποχή Life styles και glamours καταστάσεων, που ό,τι ήθελε κανείς το αποκτούσε αμέσως και εύκολα, που πανεύκολα έπαιρνε δάνεια για διακοπές μέσα σε χλιδή -τότε που η μισή Ελλάδα επιθυμούσε να αποκτούσε πλούτο τεμπελιάζοντας, νομίζοντας ότι το Χρηματιστήριο θα τους εξασφάλιζε αιώνια ευημερία. Και σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής εκπαίδευαν και τα παιδιά τους, «δούλεψε όσο το δυνατόν λίγο, βγάλε όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα», ήταν το μότο της …εποχής του αστακού. Και τα παιδιά τους τι έφταιγαν; -αυτά έβλεπαν από τους γονείς τους, αυτά μάθαιναν!
Πρόγονος δε γενιά των millennials ήταν η περιβόητη γενιά του Πολυτεχνείου. Μια φύτρα διψασμένη για ευημερία και εξουσία, εφόρμησε στο κράτος -και το κατέλαβε με τη συνδρομή φυσικά του τελευταίου. Η ευζωία δεν ήταν άλλη, παρά από τον διορισμό στο δημόσιο, η χρηματοδότησή από τον κρατικό κορβανά. Ευτέλισαν το πανεπιστήμιο -το πτυχίο έπαψε να ήταν ένα εργαλείο σε αναζήτηση και εξεύρεση καλής δουλειάς, αλλά απλώς ένα χρήσιμο «χαρτί» προς διορισμό στο δημόσιο. Και το «άρμεγμα» του δημόσιου χρήματος (συνήθως από αδούλευτη ή άκοπη εργασία), έφερε ως επάλληλη σειρά, προς χάριν πάντα της ευημερίας, την κομπίνα, την αρπαχτή, την μίζα και όλες τις άλλες συναφείς παθογένειες οι οποίες φθάνουν μέχρι τις ημέρες μας.
Η εκπαιδευτική κοινότητα παρασύρθηκε στο κλίμα και κατέθεσε τα όπλα -ξέχωρα ότι κατέστη ο καλύτερος πελάτης του συστήματος. Από την άλλη, δεν είχε και μεγάλη όρεξη να τα βάλει με τα…καλομαθημένα παιδιά του συστήματος, καθώς σε όλα τα επίπεδα κυριαρχούσε το…δίκιο του μαθητή, του σπουδαστή, του φοιτητή. Ένα …δίκιο που με τις μοδάτες καταλήψεις μετέτρεψε τα πανεπιστημιακά ιδρύματα σε αχούρια, καθιστώντας την μάθηση δευτερεύουσα υπόθεση. Άλλωστε, και το κύρος της εκπαιδευτικής κοινότητας είχε εκμηδενιστεί. Η διαστρωμάτωση είχε καταργηθεί σε όλο το φάσμα της κοινωνίας· δεν υπήρχε ιεραρχία και σεβασμός. Ο καθηγητής ήταν ισοδύναμος με τον φοιτητή, ο στρατηγός με τον φαντάρο, ο μορφωμένος με τον αμόρφωτο και πάει λέγοντας. Και όλο αυτό το στρεβλό πλαίσιο, ήρθε και το κράτος να το ενισχύσει, εάν δεν το γέννησε και δεν το εξέθρεψε το ίδιο.
Το κράτος, όπως έχει πει και ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος, δεν λειτούργησε σε όφελος του κοινωνικού συνόλου, αλλά μετατράπηκε σε εργαλείο εξυπηρέτησης πελατειακών σχέσεων -εξυπηρέτησης των ψηφοφόρων του κάθε κυβερνώντος κόμματος. Το κράτος, εν γένει η κοινωνία, ήταν των κολλητών και όχι των πολιτών -χωρίς, ωστόσο, και οι τελευταίοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους, συνηθισμένοι να φορτώνουν τις ευθύνες πάντα στους άλλους, και ποτέ στον εαυτό τους.
Και μετά ήρθαν τα δύσκολα, η χρεοκοπία της χώρας -που ήταν περισσότερο πνευματική, παρά οικονομική), ο covid, η ενεργειακή κρίση -που έφεραν τα πάνω κάτω, με το φαγοπότι των ψευδαισθήσεων να πηγαίνει στο χρονοντούλαπο της μεταπολιτευτικής ιστορίας. Και φτάνουμε στο σήμερα, στα νέα παιδιά, τα γαλουχημένα με τις «αξίες» των millennials γονιών τους, και φορτωμένα με τις…ιερές παρακαταθήκες των προγόνων τους, αυτών της γενιάς του Πολυτεχνείου. Και πέφτουν σε τοίχο, καταλαβαίνοντας πως τίποτα πλέον δεν είναι εύκολο και δεν κερδίζεται μεμιάς -βλέποντας κυρίως το πολιτικό σύστημα βουτηγμένο μέσα στην αμαρτία και στα σκάνδαλα, και ακόμη την ηχηρή ανισότητα στην κοινωνία, τους χαμηλούς μισθούς, την ακρίβεια και την ανέλιξη μόνο όσων έχουν κονέ στο σύστημα. Και μετά πέφτουν σε απογοήτευση, και μετά πέφτουν από ταράτσες πολυκατοικιών. Με την χώρα να παθιάζεται με το Ferto!!! Αυτή είναι η Ελλάδα
Μήπως οι παλαιότερες εποχές ήταν καλύτερες από την σημερινή;






