Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 15:38

Κυψέλη: Η βασίλισσα της Αθήνας

H περιοχή στο διάβα του χρόνου παρέμεινε «κυψέλη» αστών, διανοουμένων, διαφορετικών τάξεων και ιδεολογιών

Φωτό: Γιάννης Λιάκος

«Η Κυψέλη θα είναι πάντοτε το μυθικό χαμένο κέντρο του κόσμου». Τα λόγια ανήκουν στον συγγραφέα Χρήστο Βακαλόπουλο. Βέρος Κυψελιώτης, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη γειτονιά του Γκάτσου, του Ελύτη, του Χειμωνά, του Εγγονόπουλου και του Εμπειρίκου.

Στο διάβα του χρόνου η περιοχή παρέμεινε «κυψέλη» αστών, διανοουμένων, διαφορετικών τάξεων και ιδεολογιών. Κράτησε τους ανθρώπους της, όπως την εθνική μας ποιήτρια και σύμβολό της Κική Δημουλά. «Δικός» της ήταν και ο πολύπτυχος Μένης Κουμανταρέας που την εγκατέλειψε βίαια πρόσφατα.
 
Στην αγαπημένη του Φωκίωνος Νέγρη έκανε τις βόλτες του, από εκεί έπαιρνε έμπνευση και συνέχιζε να γράφει. Σε έναν πεζόδρομο τετρακοσίων περίπου μέτρων στον οποίο τα πλατάνια δεν έπαψαν ποτέ να δίνουν τη μάχη τους κόντρα στον εναγκαλισμό του τσιμέντου. Στη θέση του παραμένει και το περίφημο «Select», όπου χτυπούσαν τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 οι καρδιές των Bon Viveur, σε μία εποχή που οι πατεράδες επέτρεπαν στις κόρες τους έξοδο μόνο στο ζαχαροπλαστείο.
 
Εκεί έπινε τον καφέ του ο Τσιφόρος, ο Σακελλάριος και ο Αυλωνίτης. Εκεί σχεδιάστηκαν οι ταινίες «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Ο γίγας της Κυψέλης» και «Το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη». Ο αστικός μύθος θέλει μάλιστα στο καφέ αυτό να ακούστηκε για πρώτη φορά το περίφημο «Κορίτσια, ο Μπάρκουλης».
 
Λίγο πιο κάτω, στην οδό Πατησίων, το λογοτεχνικό καφενείο «Ηραίον» ήταν το στέκι του Εγγονόπουλου και του Εμπειρίκου με τους θαμώνες να προσπαθούν να «κλέψουν» κάτι από αυτά που συζητούσαν με τις ώρες γύρω από τον σουρεαλισμό.
 
Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε ο οικοδομικός οργασμός και η έλευση μεταναστών, που προσέδωσε ακόμα ένα χαρακτηριστικό, αυτό της πολυφυλετικότητας, στην Κυψέλη, η οποία γρήγορα έγινε η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της Ελλάδας (80.000 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).


 
Τα αυτοκίνητα και το καυσαέριο δεν κατάφεραν, ωστόσο, να διώξουν τους ανθρώπους της, οι οποίοι μπορούν να περηφανεύονται σήμερα ότι ο τόπος τους παίρνει μετά από πολλά χρόνια μαρασμού ξανά τα πάνω του. Η εγκληματικότητα έχει μειωθεί, οι πιτσιρικάδες παίζουν ξανά μπάλα στους πεζόδρομους, τα καφέ γεμίζουν από κόσμο.
 
Το πάλαι ποτέ «στολίδι» της Φωκίωνος Νέγρη, η Δημοτική Αγορά, είναι έτοιμο να περάσει από την εγκατάλειψη στη λάμψη. Και αυτό γιατί με κονδύλι ύψους 2.000.000 ευρώ από το ΕΣΠΑ έχουν ήδη ξεκινήσει οι εργασίες αναπαλαίωσής της, ενώ ήδη στο εσωτερικό της λειτουργεί ΚΕΠ που της δίνει ζωή σχεδόν για όλη τη διάρκεια της ημέρας. Από εδώ και πέρα θα ονομάζεται «Δημοτική Αγορά Κυψέλης Μένης Κουμανταρέας» με απόφαση του Δήμου Αθηνών προς τιμήν του μεγάλου «αθηναΐστή» συγγραφέα.
 
«Ο τόπος στον οποίο γεννηθήκαμε αναγεννιέται σιγά σιγά. Εμείς οι Κυψελιώτες όπου και να πάμε γυρίζουμε εδώ. Εγώ για παράδειγμα μένω πλέον στο Μαρούσι αλλά δεν περνάει μέρα που να μην έρθω στην Κυψέλη. Χαίρομαι που ακούω ξανά φωνές παιδιών στον πεζόδρομο και που σοβαροί επαγγελματίες ανοίγουν καινούργια μαγαζιά», λέει στην «Ellnews» ο έμπορος Νίκος Χαρκιολάκης.
 
Ένα από τα καταστήματα που ξεχωρίζουν σήμερα είναι η ψαροταβέρνα «Ο Βλάσης» επί της Φωκίωνος Νέγρη, όπου μπορείς είτε να αγοράσεις φρέσκα ψάρια για το σπίτι είτε να κάτσεις να τα απολαύσεις εκεί. «Κάθε πρωί πηγαίνω εγώ ο ίδιος στην ψαραγορά και παίρνω τα πιο φρέσκα ψάρια», εξηγεί ο Βλάσης, υπεύθυνος του μαγαζιού, ο οποίος εκτελεί και χρέη σερβιτόρου.


 
Πλατεία Αγίου Γεωργίου
 
Πριν τελειώσετε τη βόλτα σας στην Κυψέλη μην ξεχάσετε να περάσετε από την πλατεία του Αγίου Γεωργίου που πήρε το όνομά της από τον ομώνυμο ναό στην οδό Ιθάκης. Η εκκλησία είναι αγιογραφημένη από φημισμένους ζωγράφους όπως ο Φώτης Κόντογλου.
 
Η πλατεία είναι γνωστή, επίσης, για τα καλαίσθητα μαγαζιά της. Αυτό που λίγοι γνωρίζουν είναι ότι εκεί έκαναν τα πρώτα τους βήματα τα παγωτά «Δωδώνη». Όλα ξεκίνησαν όταν μία οικογένεια από την Ήπειρο άνοιξε στην πλατεία γαλακτοπωλείο που έφτιαχνε χειροποίητο παγωτό με φρέσκο γάλα. Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την Αθήνα και τα χρόνια που ακολούθησαν η «Δωδώνη» γιγαντώθηκε και έγινε όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.