Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου, 2020 - 10:49

Η μαζική παραμυθία

Και τώρα μετά το τέταρτο μνημόνιο τι; Συνεχίζουμε να αγκαλιάζουμε τη μοναξιά μας και να κοιμόμαστε στις αγκάλες της μεγάλης μας παραμυθίας. Μοιάζει με πόλεμο εναντίον της κοινής λογικής όλο αυτό που ζούμε. Με μια δίχως τέλος δυστοπία, με συμπτώματα μαζικών συμπεριφορών που όμοιές της μόνο σε μεγάλες πολιτικές, κοινωνικές ή φυσικές καταστροφές έχουμε συναντήσει στην Ιστορία. Είτε στις παραμονές τους είτε κατά τη διάρκειά τους είτε και στο τέλος τους. Γιατί και οι πόλεμοι με πολέμους τελειώνουν. Μην ξεχνάμε ότι με το ευτυχές τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανών πολιτών -εξαθλιωμένων μη ναζιστών- κάηκαν ζωντανοί από τις συμμαχικές βόμβες και δύο εκατομμύρια Γερμανίδες βιάστηκαν από τα ρωσικά στρατεύματα της απελευθέρωσης με κάποιους εξ ανατολής διανοουμένους, όπως ο Ιλία Έρενμπουργκ να σημειώνουν ότι «οι Ρώσοι στρατιώτες δεν απέρριπταν τα κομπλιμέντα των Γερμανίδων».

Είναι τέτοιος ο τρόπος που βλέπει ο κάθε ένας την Ιστορία που δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν υπάρχει μια Ιστορία κοινή για όλους αλλά το γωστό «ό,τι του φανεί» ανάγεται πλέον σε επιστημονική μέθοδο συγκριτικής ανάλυσης της πραγματικότητας. Με κυρίαρχο εργαλείο τη διατήρηση της ελληνικής ανωτερότητας η οποία όταν πλήττεται ευθύνονται πάντα οι ξένοι που την επιβουλεύονται. Αυτό το εθνικό μεγαλείο που δεν λέει να μας προσγειώσει ούτε και μπροστά στον χειρότερο καθρέφτη των ημερών μας.

Ίσως είναι από τις μεγαλύτερες μάστιγες και δεν αφορά μόνο τους σημερινούς κυβερνώντες. Τους αφορά όλους. Απλώς με τους σημερινούς είναι τόσο κραυγαλέες οι αντιθέσεις μεταξύ αυτού που συμβαίνει και αυτού που θέλουν να κάνουν τους άλλους να πιστέψουν ότι έχει συμβεί, που δεν βγάζουν απλώς μάτι.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι όλοι, μα όλοι, και ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο, έχουμε μπει στον αστερισμό του επαναπροσδιορισμού της ελληνικής ταυτότητας υπό τη μετάφραση που έδωσε ο «σοφός λαός». Ένας λαός καλυμμένος μέχρι τον λαιμό με τη ματαιοδοξία του αλυτρωτισμού του να προσπαθεί επί δεκαετίες, σχεδόν δέκα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, να προσδιορίσει πού ανήκει. Στη Δύση ή την Ανατολή;

Η ιστορία του 55χρονου συνταξιούχου με τη σύνταξη των 2.700 ευρώ που δεν του φτάνουν γιατί συντηρεί τα άνεργα παιδιά του, τα λέει όλα. Η σχέση που υπάρχει μεταξύ του χρόνου που είναι συνταξιούχος, του ποσού που έπαιρνε και των λόγων για τους οποίους είναι άνεργα τα παιδιά του, είναι επί της ουσίας ο γκρεμός που μας ρουφάει όλους. Γιατί;

Γιατί ουδέποτε επιχειρήθηκε, ακόμα και όταν υπήρξαν οι ευκαιρίες, να οικοδομηθεί ένας σοβαρός κρατικός μηχανισμός, μια αξιοπρεπής διοίκηση, ουδέποτε επιχειρήθηκε ο δημόσιος τομέας να μιμηθεί κάποια φωτεινά παραδείγματα του ιδιωτικού. Το αντίθετο μάλιστα, το τέρας του κρατισμού ρουφούσε κάθε προσπάθεια να ξεχωρίσει οτιδήποτε και οποιοσδήποτε κατασκευάζοντας ένα τεράστιο ελληνικό δάσος από αναρριχητικά φυτά με αυτόματο πότισμα. Μοιραία ήταν κάποια στιγμή να χαλάσει το αυτόματο. Και τώρα που η χώρα καλπάζει προς τη μεταμόρφωσή της σε μαραμένο λαχανόκηπο των Βαλκανίων, αναλύουμε τις ιστορικές συγκυρίες.

Η μεταμόρφωση του μαύρου σε άσπρο, στην οποία επιδίδεται μετά μανίας η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχει δύο ρίζες: Είτε την εγγενή αδυναμία να κυβερνήσει και την ατέρμονη προσπάθειά της να πείσει ακόμα και τον ίδιον της τον εαυτό ότι οι ιδεολογικές της αφετηρίες δεν έχουν ούτως ή άλλως εργαλεία διακυβέρνησης και διαχείρισης είτε ότι πράγματι όλο αυτό είναι σχέδιο. Φτωχοποίηση με μεθόδους που ομοιάζουν με ιδεοληπτική εκδίκηση όλων των δημιουργικών δυνάμεων, διατήρηση της ελίτ ώστε να «συνεννοείται» απευθείας με την κομματική νομενκλατούρα και συντήρηση όλων των υπολοίπων διά του απόλυτου οικονομικού ελέγχου καθώς η επιβίωσή τους θα εξαρτάται από τη «συνεννόηση». Σε κάθε περίπτωση η επικινδυνότητα αγγίζει τα όρια της καταστροφής. Μπορεί και να τα έχει ξεπεράσει αλλά προτιμότερη η ελάχιστη αισιοδοξία από την απόλυτη παραμυθία...