Δευτέρα, 23 Ιουλίου, 2018 - 07:53

Διεθνής Πολιτική Θεωρία και Πράξη: Κύπρος τη υστάτη ώρα

Μια επιστημονική δομημένη φωνή προειδοποίησης για αυτά που έρχονται από τους Χριστόδουλο Κ. Γιαλλουρίδη και Μερσίλεια Μ. Αναστασιάδου, των εκδόσεων «Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ»

Η μελέτη προσεγγίζει το κυπριακό πρόβλημα στο πλαίσιο των εξελίξεων στον κόσμο, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, τα διαδραματιζόμενα στην Ευρώπη και τη διεθνή πολιτική στη διαδρομή της στον 20ό και 21ο αιώνα, επιχειρώντας τη διασύνδεση σημαντικών γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και στον κόσμο και που έχουν έμμεση ή άμεση συνάφεια με την πορεία του κυπριακού προβλήματος. Στο ίδιο πλαίσιο, η προβολή θεωρητικών προσεγγίσεων των διεθνών σχέσεων ως ακαδημαϊκής πειθαρχίας, αλλά και ως εφαρμοσμένης πολιτικής στη διεθνή πρακτική αποτελεί χρήσιμο εργαλείο όχι μόνο για διδακτικούς σκοπούς, αλλά και για τη γνωσεολογική κατάκτηση του ευρύτερου γίγνεσθαι σε ένα πολύπλοκο, άναρχο και συγκρουσιακό διεθνές περιβάλλον.

Ως προς τις θεωρητικές προσεγγίσεις που διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου, επισημαίνεται πως είναι κοινός πλέον τόπος πως η θουκυδίδειος προσέγγιση του πολιτικού ρεαλισμού, δηλαδή της προβολής ισχύος για την υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων, εφαρμόστηκε κατά κόρον και κατά γράμμα σε ολόκληρη την περίοδο από την Τουρκία, ενώ η Ελλάδα παρέμεινε προσηλωμένη στην καντιανή λογική ενός σύγχρονου ουιλσονιανισμού, που σήμαινε τη διαρκή και συνεπή προβολή του διεθνούς δικαίου ως μοναδικού όπλου υπεράσπισης των δικαιωμάτων και ελευθεριών της Ελλάδας και της Κύπρου, προσδοκώντας ως προς την κυπριακή υπόθεση σε μια περίπου αυτοματοποιημένη εφαρμογή των κανόνων και αρχών που διέπουν τη διεθνή κοινότητα, πράγμα που στην πράξη δεν συμβαίνει, παρά μόνο εάν συνδυάζεται από προβολή αναλόγου ισχύος.

Η παρούσα μελέτη αποτελεί ακριβώς μια επιστημονικά δομημένη φωνή προειδοποίησης για αυτά που έρχονται. Έχει σημασία να γνωρίζει η ηγεσία του τόπου, οι άνθρωποι που χειρίζονται τις κρατικές υποθέσεις, οι διανοούμενοι και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης πως οι τρίτοι, εχθροί και φίλοι, εκκινούν από το δικό τους συμφέρον, τη δική τους στρατηγική. Η υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος δεν μπορεί να υπαγορευθεί από τρίτους ή να καθοδηγηθεί, αλλά εκείνος ο οποίος αντιμετωπίζει το πρόβλημα, και εν προκειμένω η Κύπρος, οφείλει να χαράξει στρατηγική ενδυνάμωσης της πολιτικής, να διαμορφώσει τη στοχοθεσία της, έτσι ώστε η διαπραγμάτευση για την πορεία λύσης του Κυπριακού να γίνεται με όρους ισοδυναμίας. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει συμμαχίες και αξιοποίηση του σωστού χρόνου.

Υπογραμμίζεται εν προκειμένω πως το εθνικό συμφέρον της Κύπρου ταυτίζεται εν πολλοίς με την Ελλάδα, αφού η Τουρκία βλέπει το Αιγαίο και την Κύπρο ως ενιαίο χώρο, ενώ η τριμερής συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ ενισχύει τόσο την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όσο και την ουσία του Κυπριακού Προβλήματος.

Στην περίπτωση της Κύπρου και του Κυπριακού, το πλαίσιο λύσης που διαχρονικά προτάθηκε δεν εναρμονιζόταν προς το διεθνές δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, κυρίως όμως τη δημοκρατική αρχή και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών. Η τουρκική πολιτική χρήσης ένοπλης στρατιωτικής βίας διάρκειας τεσσάρων και πλέον δεκαετιών, και δη μέχρι και σήμερα, δεν υπέστη τις κυρώσεις της διεθνούς κοινότητας επ’ ουδενί και σε κανένα επίπεδο. Αντιθέτως, η Τουρκία εμφανίζεται να είναι νομιμοποιημένη και ανυποχώρητη στις θέσεις της περί δύο κρατών στην Κύπρο, που θα συνάψουν, εν είδει παρθενογένεσης, ένα σύμφωνο ίδρυσης ενός διζωνικού, δικοινοτικού ομοσπονδιακού συστήματος διακυβέρνησης, στο οποίο η τουρκική κατοχή και οι συνέπειές της στο βόρειο τμήμα της Κύπρου θα διατηρηθούν σε μεγάλο βαθμό, με την παραμονή των εποίκων και την παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και επιστροφής των εκτοπισθέντων Ελλήνων της Κύπρου στις εστίες τους.

Η δεκαετία του 1950, στην οποία αναδύθηκε το κυπριακό πρόβλημα ως διεθνές, εκυριαρχείτο από την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, ενώ, παράλληλα, εκτυλίσσοντο μεγάλες κρίσεις στη Μέση Ανατολή, όπως οι πρώτοι πόλεμοι μεταξύ Ισραήλ και Αράβων, αλλά και η κρίση του Σουέζ, που προσδιόρισαν την πολιτική ταυτότητα της εποχής και τη διασύνδεσή της με το Κυπριακό Πρόβλημα. Στη δεκαετία του 1960 το Κυπριακό Πρόβλημα έλαβε διαστάσεις απειλής παγκόσμιας σύρραξης, όπου η κρίση της Κούβας το 1962 επέβαλε μια νέα σχέση συνύπαρξης των δύο υπερδυνάμεων, σχέση που αποτυπώθηκε και στην πυροσβεστική παρέμβαση και των δύο στην απειλή ελληνοτουρκικού πολέμου για την Κύπρο το 1964. Η δεκαετία που ακολούθησε αποτέλεσε και την πολεμική κορύφωση του Κυπριακού Προβλήματος, όπου, εν μέσω περιόδου ύφεσης στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, η τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου δεν αποτέλεσε κίνδυνο διεθνούς ανάφλεξης, ενώ, ευκόλως, η απειλή μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης απετράπη με διεθνή χειρισμό της κρίσης που εκδηλώθηκε.

Στις τέσσερεις και πλέον δεκαετίες που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ενεργώς και δυναμική αμφισβήτηση των τετελεσμένων της εισβολής. Το Κυπριακό Πρόβλημα, ευρισκόμενο πάντοτε στην ευθύνη και τη δικαιοδοσία του ΟΗΕ ως προς την επίλυσή του, εξ ου και η σειρά σχεδίων που εκδηλώθηκαν για τη διευθέτησή του, χειραφετήθηκε σταδιακά από την ελληνοτουρκική σύγκρουση, μη αποτελώντας πλέον ενεργό στοιχείο της διαφοράς μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.