Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου, 2017 - 04:16

Καλοκαιρινές ψευδαισθήσεις...

Η ζέστη, η κάψα του ουρανού, ο καύσωνας, η ακίνητη θάλασσα, η μπουκωμένη ατμόσφαιρα, η καυτή νύχτα, οι μακρινές μουσικές, ο απόηχος των παραλιακών πάρτι, τα βεγγαλικά των ιδιωτικών εορτών, δημιουργούν μια ψευδαίσθηση της καλοκαιρινής κανονικότητας μαζί με την ηδονική αίσθηση της χαλάρωσης. Οι διακοπές έρχονται και ο καθένας μας τις τοποθετεί στο ιδιωτικό του πλάνο.

Η λέξη κλειδί, όμως, αυτή που ξεκλειδώνει τα συρτάρια των τελευταίων ετών όλων μας παραμένει η ίδια: “Ψευδαίσθηση”. Εικονική πρόσληψη κάποιων ψευδοσυνθηκών που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια συνολικότερη αντίληψη των πραγμάτων που μοιάζουν με κάποια άλλα τα οποία ανάγονται, κατά κύριο λόγο, στο παρελθόν. Eνα παρελθόν που δεν ήταν σημαδεμένο από μνημόνια και καταρρακωμένες ζωές, ούτε και από την ανάγκη να δει κάποιος τι ήταν αυτό που έχει καταρρακώσει τη ζωή του.

Η καλοκαιρινή ψευδαίσθηση ξεκινά φέτος, όγδοη κατά σειρά χρονιά ακραίας λιτότητας και βαθέων ανατροπών, με μία ακόμα βασική παραδοχή: Τίποτα δεν είναι, ούτε και θα είναι όπως παλιά. Ο πήχυς των προσδοκιών ολοένα και κατεβαίνει, το προσωπικό σύμπαν του καθενός ολοένα και συρρικνώνεται. Και δεν έχει σημασία αν αυτό συμβαίνει στους 40 βαθμούς Κελσίου. Σημασία έχει ότι συμβαίνει. Και όλο αυτό συμβαίνει σε μια Ελλάδα που περικυκλώνεται από διάφορους εχθρούς και η οποία παράλληλα αναζητεί διακαώς όλο και περισσότερο νέους εχθρούς για να ρίξει την ευθύνη για την κατάντια της.

Σκουπίδια παντού. Μας έκανε εντύπωση η συσσώρευσή τους, λες και ήταν η πρώτη φορά που οι λόφοι με τα περιττώματα της κοινωνίας μαζεύονταν στα πεζοδρόμια για να τη χλευάζουν. Σκουπίδια πάντα υπήρχαν και πάντα χρησιμοποιούνταν ως εργαλείο κάποιων συνδικαλιστών μιας Ελλάδας που δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε αυτά που πετάει. Ο λόγος είναι απλός: Γιατί έτσι έχουν μάθει.

Το πραγματικό πρόβλημα με τα σκουπίδια δεν είναι οι λόφοι τους, ούτε οι σάπιες οσμές τους. Είναι ότι οι άνθρωποι, εδώ και λίγα χρόνια, ψάχνουν σε αυτά για να ζήσουν. Ακόμα και τις προάλλες, με τους 40 κάτι βαθμούς, άνθρωποι καταδύονταν σε αυτά για να βρουν κάτι. Στην καλύτερη να βρουν κάτι να πουλήσουν, στη χειρότερη να βρουν κάτι για να φάνε. Το αν η Ελλάδα έχει ήδη αφεθεί στα σκουπίδια των σύγχρονων κοινωνιών, δεν φαίνεται να είναι το κυρίαρχο. Και αυτό είναι το θεμελιώδες, το άκρως εγκληματικό πρόβλημα.

Καλοκαιράκι, λοιπόν. Με τα “θεσμικά εμπόδια” που θέτουν αυτοί που έχουν “περισσότερη στοιχείωση” στην κυβέρνηση και που η δεύτερη βρίσκει τρόπους να τα ξεπερνά. Θα είχε πλάκα αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνη αυτή η δήλωση. Γιατί αν η Δικαιοσύνη, ένας από τους τρεις βασικούς πυλώνες της Δημοκρατίας, είναι “θεσμικό εμπόδιο”, τότε θα πρέπει να ανοίξουμε άλλου είδους συζήτηση. Την οποίαν δεν ανοίγουμε γιατί, απλώς, μέχρι τώρα τη θεωρούμε εξωπραγματική. Βάσει αυτών που εικάζουμε, όχι αυτών που ισχύουν χωρίς να γνωρίζουμε. Ελπίζοντας ότι η φράση αυτή εκτοξεύτηκε ως πύραυλος στο επικοινωνιακό σύμπαν, στο πλαίσιο κακόηχου λαϊκίστικου χιούμορ, όπως μας έχει συνηθίσει αυτός που την είπε.

Το βασικό αίτημα παραμένει: Μια κάποια αίσθηση, έστω και ψευδαίσθηση κανονικότητας. Κάτι που να θυμίζει τις παραλίες όπου βρισκόμασταν παιδιά, με τις σαγιονάρες, τις ψάθες και τις ξύλινες ρακέτες, τις φωνές της μαμάς.

Τότε που όλοι νομίζαμε ότι η ζωή θα ήταν ίδια για πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια. Τότε που πιστεύαμε ότι η ζωή δεν θα άλλαζε ποτέ, οι γονείς μας θα ζούσαν για πάντα και θα μας πήγαιναν σε όλες τις παραλίες του κόσμου όπου θα δοκιμάζαμε για πρώτη φορά τα καινούργια βατραχοπέδιλά μας, θα βάζαμε για πρώτη φορά αντηλιακό, θα κυκλοφορούσαμε φάτσα κάρτα με τα ξεχειλωμένα μας μαγιό, που θα τρώγαμε τηγανητά καλαμαράκια στις παραλιακές ταβέρνες με τα ρετρό μπουκάλια της Φιξ. Και θα παίζαμε πόλεμο με μπόλικη βρεγμένη άμμο στα χέρια…