Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου, 2018 - 12:23

Αρης Κωνσταντινίδης: Ο στοχαστής αρχιτέκτονας

Ανήκει στους μεγάλους Έλληνες της μεταπολεμικής Ελλάδος. Στους Έλληνες εκείνους που αφουγκράστηκαν το χώμα που τους γέννησε, που συνέδεσαν τις πνευματικές αξίες αυτής της ηλιογέννητης χώρας με την δουλειά τους, που φύτεψαν απολλώνιο φως στο πέρασμα τους, που είδαν την εφήμερη παρουσία τους ως αποστολή και χρέος, που στο κάθε τι απέριττο έδωσαν διαστάσεις οράματος, που στο κάθε τι μεγαλοπρεπές παραχώρησαν αιώνιο  σχήμα, που είδαν την ίδια τους τη ζωή ως «δοχείο ζωής» για τους υπόλοιπους συνανθρώπους τους. Αυτός ήταν ο αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης. Ένας μεγαλοπρεπής άνθρωπος. Ένας αριστοκράτης Έλληνας. Το είδος που σπανίζει στις μέρες μας…

Ο Κωνσταντινίδης ήταν ένας άνθρωπος και ένας αρχιτέκτονας διαφορετικός από  όλους τους άλλους. Αλλιώτικος από το πλήθος της εποχής του. Θα μπορούσε να ήταν και πεζογράφος ή και ποιητής. Έγινε όμως ποιητής των υλικών. Το ίδιο ήταν. Στη θέση των λέξεων χρησιμοποιούσε την πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι, το μπετόν. Πριν μπει στο γιαπί της κατασκευής διάβαζε Παπαδιαμάντη και Σολωμό, γιατί έχτιζε με λογισμό και μ’ όνειρο. Γιατί στα κτίσματα του ήθελε να εντάξει πνευματικό και φυσικό περιβάλλον. Ήθελε τα κτίσματά του να ανταποκρίνονται στο κλίμα της χώρας του και  στις συνήθειες της ζωής. Δεν τα ξεχώριζε από την ελληνική φύση. Στις δημιουργίες του μετουσίωνε τον λόγο του Περικλή Γιαννόπουλου, «ο βίος των Ελλήνων είναι υπαίθριος», σε αρχιτεκτονική πράξη. Ίσως για αυτό ότι  έκτιζε δεν το ονόμαζε κτίσμα, αλλά «Δοχεία Ζωής».

Ο Κωνσταντινίδης δρούσε ως περιηγητής, ζωγράφος, ακόμη και ως δημοσιογράφος. Πάντα είχε πάνω του χαρτί και μολύβι να αποτυπώνει τις σκέψεις του μήπως και ξεχαστούν. Ακόμη και στο κρεββάτι του, για τις ώρες εκείνες που το μυαλό του δεν τον άφηνε να κοιμηθεί και τον κρατούσε ξάγρυπνο. Γύριζε την Ελλάδα να «προσκυνήσει» την λαϊκή αρχιτεκτονική, τα σπίτια των απλών ανθρώπων, τα «θεόχτιστα» όπως τα αποκαλούσε. Τα χάραζε  με το πενάκι του σ’ ένα χαρτί όχι για να τα ξεπατικώσει, αλλά για να τα εκσυγχρονίσει, εντάσσοντας τα στον δικό του αρχιτεκτονικό δρόμο.

Κάπως έτσι πορευμένος ο Κωνσταντινίδης έφερε τη ζωή του στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Εποχή που η Ελλάδα κατακλυζόταν από το μεταμοντέρνο. Που το κτίσμα δεν αντιπροσώπευε το γούστο και την αρχοντιά, αλλά το υπερκαταναλωτικό εφήμερο. Το επιδειξιομανές. Ό ίδιος μια μεγάλη αλήθεια βρέθηκε να ασφυκτιεί στο ψεύτικο. Η αυθεντία και οι ιδέες του δεν είχαν πλέον περάσματα. Αντί του συμβιβασμού, προτίμησε το τιμιότερο. Προτίμησε την αιωνιότητα. Ο Άρης Κωνσταντινίδης ήταν ένας στοχαστής αρχιτέκτονας. Ήταν ένας μεγάλος Έλληνας…                                                                                           

Χάθηκε το όραμα (Συνέντευξη του Άρη Κωνσταντινίδη στην εφημερίδα «Το Βήμα» και στον Θανάση Λάλα, τον Σεπτέμβριο του 1993)

-Υπήρξε σκλαβιά για σας η ενασχόλησή σας με την αρχιτεκτονική;

Σκλάβοι είμαστε γενικότερα: σκλάβοι των εμμονών μας. Μόνο που η σκλαβιά έχει κι ενδιαφέρον. Περιέχει την επιθυμία να ελευθερωθείς. Νομίζω ότι η ελευθερία είναι κάτι που ανθεί μέσα στη σκλαβιά….Όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε πολύ να παρατηρώ τις μπουγάδες απλωμένες στις αλάνες, στις ταράτσες των σπιτιών.

-Γιατί;

Ήταν τρομερά ενδιαφέρον θέαμα. Είχαν κάτι θεατρικό, αλλά και αποκαλυπτικό. Παρατηρώντας τα ρούχα, τις πετσέτες, τα υφάσματα, τις μυρωδιές τους, ανακάλυπτες τους ανθρώπους. Διέκρινες την καταγωγή τους, την τάξη τους, τις συνήθειες τους, τη ζωή τους. Για μένα οι μπουγάδες ήταν το γούστο των ανθρώπων απλωμένο, οι επιλογές τους κρεμασμένες σε δύο μανταλάκια, έκθετες. Η έκθεση του εαυτού μας στη θέα των άλλων. Σήμερα πιο σπάνια βλέπει κανείς μπουγάδες απλωμένες. Και πιο σπάνια ανθρώπους ελεύθερους. Η τεχνολογία επινόησε το αυτόματο πλύσιμο και το στέγνωμα…του εαυτού μας. Για να αποφεύγουμε την έκθεση. Γιατί η έκθεση του εαυτού μας θέλει δύναμη. Και δεν την έχουμε δυστυχώς.

-Στην Ελλάδα ποια στοιχεία πρέπει να λάβει υπόψη του ο αρχιτέκτονας;

Το φως! Η Ελλάδα έχει τον ήλιο όταν βρίσκεται στο ζενίθ του. Γι’ αυτό έχει κι αυτό το δυνατό φως. Ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα είναι πιο διαυγές, καθαρότερο απ’ αλλού. Η Ελλάδα είναι ο πιο φυσικά ισορροπημένος τόπος.

-Εσείς θα μπορούσατε να κάνετε αρχιτεκτονική –να χτίσετε- κάπου αλλού εκτός Ελλάδας;

Οπουδήποτε, αρκεί να μελετούσα πριν τις τοπικές συνθήκες. Η αρχιτεκτονική πρέπει να φυτρώνει σαν ένα δέντρο και να γίνεται ένα με το τοπίο.

-Τι θα προτείνατε να διαβάσει ένας νέος αρχιτέκτονας;

Κατ’ αρχήν, Παπαδιαμάντη. Μετά Καβάφη και Σολωμό. Πώς να χτίσεις σπίτια αγνοώντας τον Σολωμό; Αυτά τα πράγματα, βέβαια, τα μαθαίνεις μόνος σου. δεν στα μαθαίνει το Πολυτεχνείο. Κι εγώ σπούδασα, αλλά δεν περιορίστηκα μόνο σ’ αυτό. γυρνούσα στους δρόμους, συνάντησα τη ζωή και μετρήθηκα μαζί της.

Τον σύγχρονο Έλληνα το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το αυτοκίνητο, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, να πηγαίνει στις ταβέρνες και τα μπαρ και να φαντάζεται το σπίτι του σαν αυτά που βλέπει στα περιοδικά. Από μέσα του δεν βγαίνει τίποτα πια. Κάποτε ήταν αλλιώς τα πράγματα; Κάποτε σ’ αυτόν τον τόπο οι άνθρωποι είχαν πράγματα μέσα τους που, βγάζοντας τα στην επιφάνεια, δημιουργούσαν…

-Πέστε μου ένα δημιούργημα αυτών των ανθρώπων;

Αυτό που αξίζει είναι η ανώνυμη αρχιτεκτονική. Η λαϊκή ανώνυμη αρχιτεκτονική. Ήταν η πιο σωστή αρχιτεκτονική και η πιο ελληνική. Όταν ήρθαν οι πρόσφυγες έχτισαν τα σπίτια τους με το τίποτα. Υπήρχε όμως μια ομοιομορφία. Η αυλή, το δωμάτιο και το υπόστεγο. Σοφή αρχιτεκτονική. Αν δείτε, αυτή είναι η αρχιτεκτονική των παλατιών στην Κνωσό, στις Μυκήνες και τη Φαιστό. Μια αρχιτεκτονική που συναντάμε στις Μυκήνες. Χωρίς να το ξέρουν έκαναν μια αρχιτεκτονική ελληνική. Θα ρωτήσετε πως…πως; Τους ενέπνευσε το τοπίο. Το υπόστεγο είναι αναγκαίο, κρατάει μακριά τον ζεστό ήλιο το καλοκαίρι. Ο ίδιος ο ήλιος το χειμώνα χαμηλώνει και μπαίνει και ζεσταίνει το παγωμένο δωμάτιο.

-Και η αυλή;

Στην Ελλάδα «ο βίος είναι υπαίθριος». Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως είναι η σύλληψη του υπόστεγου. Το υπόστεγο έχει πια καταργηθεί. Σπάνια το συναντάμε. Εδώ κινδυνεύουμε να καταργηθούμε ω χώρα, ως πολιτισμός, το υπόστεγο μας μάρανε; Γιατί όλη αυτή η κατάργηση; Όλη αυτή η έκπτωση; Ίσως γιατί έχουμε διαφθαρεί. Αυτό βέβαια δεν είναι μόνο ελληνικό σύμπτωμα. Μάλλον είναι παγκόσμιο. Σε μας όμως γίνεται πιο οδυνηρό γιατί, σχετικά με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, είμαστε πιο καλλιεργημένοι από τη φύση μας. Κουβαλάμε κάτι από τους αρχαίους μέσα μας και είμαστε μεσογειακοί.

-Νιώθετε συγγένεια με τον Πικάσο;

Μόνο με τον Σολωμό νιώθω συγγένεια.

-Γιατί τόσο απόλυτος;

Επιτρέψτε μου να είμαι απόλυτος. Αυτό με σώζει. Τουλάχιστον, να είμαι απόλυτος στις συγγένειές μου.

-Γιατί ειδικά ο Σολωμός;

Τα είχε πει όλα. «Με λογισμό και μ’ όνειρο», έλεγε στους στοχασμούς του. Έλεγε υπάρχουν δύο φλόγες: Μια στο νου και μια στην καρδιά».

Δυστυχώς η ζωή μας έχει γεμίσει περιττά. Πολύ φοβάμαι ότι σε λίγο θα είναι περιττή και η ίδια η ζωή. Θα γεννιόμαστε για να πεθάνουμε. Θα καλούμεθα να κάνουμε απλώς μια φυσική λειτουργία για να μην ταραχθεί η ισορροπία της φύσης.

-Ζούμε, λέτε, σε μια εποχή που έχει χαθεί το όραμα;

Ναι αυτό είναι το κακό που μας βρήκε. Γιατί στη ζωή κάτι πρέπει να πιστεύεις και κάτι ν’ αγαπάς. Αλλιώς, δεν υπάρχει σωτηρία. Πολύ φοβάμαι ότι αυτά είναι πράγματα που αρχίζουν να εκλείπουν. Κάποτε υπήρχε επαφή κι αγάπη. Δίναμε το χέρι ο ένας στον άλλον και ήξερες με ποιον έχεις να κάνεις. Δεν χρειαζόμαστε πια τον διπλανό μας για να κάνουμε κάτι.

Στεναχωριέμαι αφάνταστα. Παλιά υπήρχαν μερικοί φίλοι, συναντιόμασταν στο Μπραζίλιαν, στη Βουκουρεστίου, τα λέγαμε. Τώρα ο καθένας σπίτι του, στην τηλεόραση μπροστά. Αυτή είναι η παρέα του. Δεν ανοίγει ούτε τα παράθυρα. Η τηλεόραση είναι το μόνο του παράθυρο στον κόσμο. Δεν βλεπόμαστε πια, αυτή είναι η απώλεια.

-Εσείς πως αντιμετωπίζετε αυτήν την μοναξιά;

Κάθομαι πάνω απ’ το τηλέφωνο, ν’ ακούσω μια φωνή φιλική, να πω λίγα λόγια. Ή βγαίνω στον δρόμο και μιλώ με τα κτήρια με τις ώρες. Φοβάμαι ότι έχω μαζέψει πολλές σκέψεις στο μυαλό μου και δεν έχω που να τις ξεφορτώσω. Άστε που οι σκέψεις είναι καλές, φρέσκες. Με τον καιρό, αν δεν τις στείλεις να συναντήσουν άλλες σκέψεις, αρχίζουν και μυρίζουν άσχημα. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από σκέψεις που έληξε η ημερομηνία τους χωρίς να βρεις άλλο μυαλό να τις αρπάξει.

Σηκώνομαι το πρωί και νιώθω όλο και πιο βαρύς. Δεν γνωρίζω αν πρόβλεψα τα θεμέλια ν’ αντέξουν αυτές τις σκέψεις. Μπορεί και να βυθιστώ για πάντα από τις πολλές σκέψεις. Άλλες φορές λέω ότι ίσως ελευθερωθείς αν μ’ έναν απότομο τρόπο διακόψεις τη φυσική ισορροπία.

-Θα ήταν μια πρόκληση για σας να ρίξετε ό,τι δεν σας αρέσει αρχιτεκτονικά στην Αθήνα και να φτιάξετε ό,τι θέλετε στη θέση του;

Όχι. θα έπρεπε να τα γκρεμίσω και να την ξαναχτίσω πάλι από την αρχή. Αλλά γκρεμίζοντας την Αθήνα, δεν γκρεμίζεις και τους ανθρώπους που την κατοικούν. Οι επιζήσαντες θα είναι πάλι το πρόβλημα.

-Νιώθετε αποτυχημένος;

Ευτυχής θα έλεγα.

-Γιατί;

Πρόλαβα να διαπιστώσω ότι η απώλεια του παρελθόντος μας είναι η πρώτη κοινωνική αυτοκτονία μας.

-Πέστε μου μια συνοικία της Αθήνας που αγαπάτε

Τα Αναφιώτικα.

-Γιατί;

Γιατί τα σπίτια δεν έχουν χτιστεί από αρχιτέκτονες.

 

 

Άρης Κωνσταντινίδης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1913 και σπούδασε στη Γερμανία στο Πολυτεχνείο του Μονάχου από το 1931 μέχρι και το 1936. Μετά τις σπουδές του επέστρεψε στην Αθήνα όπου εργάστηκε στην Πολεοδομική Υπηρεσία (1938 – 1942). Υπήρξε προϊστάμενος του τμήματος Μελετών του Οργανισμού Τουρισμού (1957 – 1967) και αργότερα (1975 – 1978) διετέλεσε ειδικός σύμβουλος.

Δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Εκλέχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έκτακτο μέλος της Βαυαρικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου. Έγραψε πολυάριθμα άρθρα και βιβλία, ενώ το πλούσιο αρχιτεκτονικό του έργο παρουσιάστηκε σε αρκετές εκθέσεις, σε βιβλία και σε περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Το ενδιαφέρον του Άρη Κωνσταντινίδη, που ήταν επικεντρωμένο στη δημιουργία μιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής που να πηγάζει από τις ανάγκες του τόπου του, τον οδηγεί στη μελέτη της ανώνυμης αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα και τη δημοσίευση τριών βιβλίων, όπου αναλύει συγκεκριμένα παραδείγματα ανώνυμης αρχιτεκτονικής. Τα κυριότερα βιβλία του είναι: «Δυο χωριά από την Μύκονο», «Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια», «Σύγχρονη αληθινή αρχιτεκτονική», «Μελέτες και κατασκευές» και τα «Θεόχτιστα», το τελευταίο βιβλίο του αρχιτέκτονα.

Η υλοποίηση των ιδεών του Κωνσταντινίδη πραγματοποιείται μέσα από την κατασκευή μιας σειράς δημόσιων κτιρίων, καθώς και ιδιωτικών κτιρίων μικρότερης κλίμακας. στα δημόσια έργα του ανήκουν: α) τα συγκροτήματα εργατικών πολυκατοικιών στη Νέα Φιλαδέλφεια, στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, στο Ηράκλειο Κρήτης κ. ά., β) η σειρά ξενοδοχείων του ΕΟΤ «Ξενία» στην Άνδρο, Καλαμπάκα, Μύκονο, Ολυμπία κ.ά., γ) αλλά και τα αρχαιολογικά μουσεία Ιωαννίνων και Κομοτηνής. Έργα του Άρη Κωνσταντινίδη είναι επίσης το περίπτερο του ΕΟΤ στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, το συγκρότημα που εξυπηρετεί το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και ιδιωτικές κατοικίες όπως η μονοκατοικία του διπλωμάτη και τεχνοκριτικού Αλέξανδρου Ξύδη στο Παγκράτι, η οικία διακοπών στην Ανάβυσσο και η οικία και το εργαστήριο του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη στην Αίγινα. Επίσης σχεδίασε τον τάφο του Γιώργου Σεφέρη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η αρχιτεκτονική του Άρη Κωνσταντινίδη στηρίζεται στην άνεση αλλά και τη λειτουργικότητα των χώρων, την ορθολογική διάταξη της κάτοψης, την ένταξη στο περιβάλλον, την κατασκευαστική αρτιότητα και την ιδιαίτερη ανάδειξη κάθε κατασκευαστικού υλικού. Διαμορφώνει μια σαφή αρχιτεκτονική γλώσσα, μέσα από την οποία χτίζει «Δοχεία Ζωής», όπως ορίζει ο ίδιος ο Κωνσταντινίδης τα έργα του. Στην προσωπική του ζωή παντρεύτηκε την γλύπτρια Ναταλία Μελά (εγγονή του μακεδονομάχου Παύλου Μελά και της Ναταλίας Δραγούμη) και μαζί απέκτησαν δυο παιδιά, τον Δημήτρη και την Αλεξάνδρα.