Δευτέρα, 17 Ιουνίου, 2019 - 12:49

Σιωπή και σκέψη μπροστά στον θάνατο

Στην ιστορία της ελληνικής Γραμματείας από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, όσο η εγχώρια διανόηση φροντίζει να αφιερώνει τον προβληματισμό και την επιχειρηματολογία της, οι νεκροί έχουν τη δική τους συμβολή στη γεφύρωση της ζωής και του χαμού της με όλα τα επίπεδα του πολιτισμού. Η σχέση των ζωντανών με τους νεκρούς είναι από τα πιο ευαίσθητα πεδία σύγκρουσης του έμβιου παρόντος με το νεκρωμένο σύμπαν. Καθορίζει στάσεις και απόψεις, δημιουργεί ιδεολογικά περιβλήματα, χτίζει ή γκρεμίζει τείχη προκαταλήψεων, ρυθμίζει καθημερινότητες σε μικροκοινωνίες και ευρύτερα συστήματα, αθροίζει και ζυγίζει μαζικές ή ατομικές συμπεριφορές.

Η δήλωση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Γ. Κυρίτση σχετικά με τις μολότοφ και ότι ο ίδιος δεν θυμάται να έχει χάσει τη ζωή του από ρίψη και ανάφλεξη αυτής της φονικής φιάλης, έμφορτης με υλικό που αποδεδειγμένα δύναται να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή, ήταν μοιραίο να προκαλέσει τη μήνιν όλων. Ακόμα και των δικών του -ιδεολογικώς και κομματικώς- ανθρώπων. Ακόμα και αυτών που δυνητικά ανήκουν σε ιδεολογικά σχήματα που έχουν κάθε καλή πρόθεση να αντιληφθούν (και να εξηγήσουν) προβληματικές πολυπλοκότητες ή ακόμα και να συγχωρέσουν.

«Κάθε ζωντανός – γράφει ο αείμνηστος Κωστής Παπαγιώργης στο «Ζώντες και τεθνεώντες» (Καστανιώτης, 1992)- μοιάζει να κυνηγιέται από την άγνωστη κατάρα του, αυτή που, όταν τον βρει, δε συγχωρεί. Και ο θάνατος κάνει τη δουλειά του τέλεια, μαστορικά. Ο νεκρός δεν έχει κανένα ψεγάδι. Είναι απόλυτα νεκρός. Κουφάρι πέρα για πέρα, στον αιώνα τον άπαντα».

Αυτό, όμως, το ακίνητο κουφάρι εκπέμπει τόσα μηνύματα στους ζωντανούς που δημιουργούν μιαν αδιαπέραστη κρούστα αδιαμφισβήτητου σεβασμού, μιας απείραχτης ιερότητας που μπροστά της διαλύεται κάθε υπόνοια πονηριάς ή και κακότροπης ιδεολογικής προσέγγισης. Σαν επιχειρηματολογική ιεροτελεστία σύμφυτη ενός πολιτισμού που δεν αφήνει περιθώρια. Και δεν πρέπει.

Η απρεπής, λοιπόν, προσέγγιση του βουλευτή αναζητούσε διακαώς εξήγηση μέχρι την ώρα που, μία ημέρα μετά, ο ίδιος θεώρησε δημοσίως τη σκέψη του «λανθασμένη» και αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί γι’ αυτήν. Και το λογικά παρεπόμενο ερώτημα είναι αν πείθει.  Εάν ένας, ο οποιοσδήποτε, καλοπροαίρετος κριτής λάβει υπόψην του τη συνολικότερη στάση μιας μερίδας της ελληνικής κοινωνίας προσκείμενης σε συγκεκριμένα ιδεολογικά πατήματα, απέναντι στον θάνατο, ίσως και να πάψει να είναι τόσο ευγενής. Παράδειγμα, η στάση έναντι των νεκρών στο Μάτι. Ή την στάση της έναντι των «νεκρών της ΕΡΤ».

Ο θάνατος δεν είναι ρούχο που το φοράει ο καθένας όπως τον βολεύει. Ούτε μια αλήθεια που την κάνουμε ό,τι θέλουμε ανάλογα με τις ανάγκες μας. Είναι θάνατος, είναι επιταγή σεβασμού και, όσο και αν δεν είναι βολικός, είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να μας κάνει ανθρωπινότερους λάτρεις της ζωής. Δεν έχει μυωπικά γυαλιά, έχει τα πιο… κανονικά για να βλέπουμε την ίδια τη ζωή. Από όποιο μετερίζι…