Τετάρτη, 30 Νοέμβρη, 2022 - 11:05

Η Άγκυρα επιτίθεται στην Αθήνα για να «ακούσει» η Ουάσιγκτον

Σε καθημερινή σχεδόν βάση εδώ και έξι μήνες, ενδεχομένως και περισσότερο, είτε ο Ερντογάν είτε κάποιο άλλο υψηλόβαθμο στέλεχος της τουρκικής κυβέρνησης (κυρίως οι Ακάρ και Τσαβούσογλου), επιτίθεται με σφοδρότητα εναντίον της Ελλάδος ή απευθείας στον Πρωθυπουργό και στον ΥΠΕΞ κ. Δένδια. Ιδιαίτερα μετά την εισβολή των Ρώσων στην Ουκρανία, οι επιθέσεις των Τούρκων αξιωματούχων εναντίον της χώρας μας έχουν ουχί μόνο ενταθεί, ευθέως και χωρίς περιστροφές απειλούν ότι θα μας κτυπήσουν στρατιωτικά.

Από τον Ηλία Δημητρέλλο

Η πιο εύκολη και εύπεπτη ανάγνωση εκ μέρους μας, της συμπεριφοράς της Άγκυρας θέλει να οφείλεται αυτή στις επικείμενες εκλογές των Τούρκων και στα χαμηλά ποσοστά αποδοχής του Ερντογάν. Και ότι η χρήση αυτής της εμπρηστικής γλώσσας σκοπό έχει να χαϊδέψει τα αυτιά των εθνικιστών και των ακραίων ισλαμιστών, ελπίζοντας να εκτρέψει την προσοχή τους από την καθίζηση των εισοδημάτων τους και την υπό χρεοκοπία τουρκική οικονομία. Πρόκειται για μία άνευ άλλου στρουθοκαμηλική εξήγηση, επηρεασμένη από την χρονίζουσα ηττοπάθεια, ή μη δουλοπρέπεια, ενός μεγάλου τμήματος του πολιτικού και δημοσιογραφικού κατεστημένου, που κινείται πέριξ της πλατείας του Κολωνακίου, η οποία έχει οδηγήσει την χώρα σε μείζονες και οδυνηρές εθνικές ήττες (βλ. Ίμια, Συνθήκη της Μαδρίτης, S-300), και η οποία στερείται οιασδήποτε λογικής βάσης. Εξάλλου όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις, η τουρκική κοινή γνώμη δεν φαίνεται να συμμερίζεται τις νέο-οθωμανικές ανησυχίες των Ερντογάν και Σια, καθώς ακόμη και στην γείτονα χώρα ισχύει το εκλογικό αξίωμα «it’s the economy stupid».

Το είδος όμως και η συχνότητα των τουρκικών λεκτικών επιθέσεων φανερώνουν ότι δεν στοχεύουν στο εσωτερικό ακροατήριο (αν όμως φέρουν και ψήφους, θα είναι φυσικά καλοδεχούμενες), αλλά κυρίως πρόκειται για μία προσπάθεια της Άγκυρας να πείσει στο εξωτερικό, εχθρούς και φίλους (αν της έχει απομείνει κανένας) ότι δεν αστειεύεται και ότι θα υπερασπιστεί τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας με κάθε τρόπο και κόστος. 

Και με τους οξείς αν όχι και υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον της Ελλάδος, θεωρώ ότι η Τουρκία απευθύνεται εν τέλει στις ΗΠΑ με την οποία προσπαθεί να διαπραγματευτεί εναγωνίως. Κυρίως μετά την ήττα του Τραμπ, είναι σαφές ότι το αμερικανικό κατεστημένο επανεξετάζει άρδην τις σχέσεις του με την Τουρκία. Ναι μεν στην Ουάσιγκτον αναγνωρίζουν την διαχρονική στρατηγική θέση της Άγκυρας, φαίνεται όμως ότι οι δεύτερες σκέψεις για την αξιοπιστία της ως πιστού συμμάχου και στρατιωτικής κολώνας της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, έχουν γίνει πλειοψηφούσα άποψη.

Σειρά αποφάσεων των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια έχουν πείσει την ιθύνουσα πολιτική τάξη στην Τουρκία, ότι οι Αμερικάνοι έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο σμίκρυνσης της γεωπολιτικής δυναμικής που έχει αναπτύξει η Άγκυρα, ή μη και εδαφικής σμίκρυνσης, επαναφέροντας το προαιώνιο σύνδρομο των Τούρκων περί περικύκλωσης από μία νέα Συνθήκη των Σεβρών. Η πολύχρονη στρατιωτική και όχι μόνο συνεργασία των αμερικανικών δυνάμεων που επιχειρούν στη Συρία με τους Κούρδους του YPG και η συνδρομή στην δημιουργία κρατικών – κουρδικών δομών στο Δυτικό Κουρδιστάν, παρά την σφοδρή εναντίωση της Τουρκίας, αποτελεί για τους Τούρκους την πιο πειστική απόδειξη ότι οι Αμερικανοί έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους την δημιουργία κρατικού – κουρδικού μορφώματος στα εδάφη Συρίας και Ιράκ. Επίσης, η αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 και η κωλυσιεργία της Ουάσιγκτον να αποδεχθεί το αίτημα για πώληση νέων F-16 με αποτέλεσμα να μεταβληθεί η αεροπορική ισορροπία υπέρ της Ελλάδας (πόσω μάλλον αν τελικά πωληθούν σε εμάς τα F-35), η ανάδειξη της Αλεξανδρούπολης ως στρατηγικού κόμβου (μέσω του οποίου μεταφέρονται στρατεύματα και εξοπλισμός του ΝΑΤΟ στην ανατολή πτέρυγα του ΝΑΤΟ και στην Ουκρανία) προκειμένου να παρακαμφθούν τα Στενά του Βοσπόρου και να μειωθεί η εξάρτηση του ΝΑΤΟ από τις διαθέσεις των Τούρκων, η επέκταση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των νατοϊκών βάσεων σε Σούδα (όπου σε σχεδόν μόνιμη βάση ναυλοχούν πλοία του 6ου Στόλου και κυρίως αεροπλανοφόρα) και Λάρισα καθώς και η μείωση των νατοϊκών δραστηριοτήτων από την βάση του Ιντζιρλίκ, η έστω και έμμεση (και σε κάθε περίπτωση αναιμική) υποστήριξη της Αρμενίας στη στρατιωτική αναμέτρηση με το Αζερμπαϊτζάν, και λίαν προσφάτως η πλήρης άρση του εμπάργκο όπλων προς την Κύπρο από τις ΗΠΑ.

Είναι επίσης σαφές ότι όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο μας «Ο «απρόβλεπτος» κ. Ερντογάν»», όσο η Ελλάδα βρισκόταν σε κρίση, ο Ερντογάν δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στην δυναμική μας, θεωρώντας προφανώς ότι η χώρα μας έχει «τελειώσει» οικονομικά άρα και γεωπολιτικά. Η ενδυνάμωση μας τα τελευταία χρόνια, στρατιωτικά και διπλωματικά, έχει ανατρέψει τους τουρκικούς σχεδιασμούς για πλήρη επικράτηση στην Ανατολική Μεσόγειο και Αιγαίο. Σύμφωνα δε με όσα μεταφέρονται από την τουρκική πρωτεύουσα η ομιλία του κ. Μητσοτάκη στο Κογκρέσο και η επίθεση που εξαπέλυσε στην Τουρκία, ήταν το κερασάκι της οργής του Τούρκου πρωθυπουργού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Πρόεδρος Μπάιντεν δεν έχει μέχρι σήμερα αποστείλει πρόσκληση στον Ερντογάν να επισκεφτεί επισήμως τον Λευκό Οίκο.

Έτσι, ο Ερντογάν και συν αυτώ δεν διστάζουν να ομιλούν ευθέως για επικείμενη ελληνοτουρκική σύρραξη απειλώντας ότι «θα έλθουν βράδυ». Γνωρίζουν πολύ καλά ότι στην περίπτωση αυτή οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να πάρουν θέση έστω και διά της σιωπής τους, οπότε το ρήγμα που θα προκληθεί στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ από τη σύρραξη των δύο «συμμάχων», θα ενισχύσει τον ρόλο και την θέση της Ρωσίας, ενώ θα μαίνεται εν τω μεταξύ ο πόλεμος στην Ουκρανία. Αν οι ΗΠΑ δεν στηρίξουν εμπράκτως την Ελλάδα στη σύρραξη όπως ελπίζουν βασίμως στην Αθήνα, είναι βέβαιο ότι θα μειωθεί δραματικά ο ρόλος και η αξιοπιστία τους στην χώρα μας, η οποία ευλόγως θα νιώσει προδομένη για ακόμη μία φορά. Και αυτή θα είναι η τελευταία φορά.

Οι Τούρκοι το γνωρίζουν αυτό λίαν καλώς. Όπως επίσης γνωρίζουν ότι θα είναι πολύ δύσκολο για τις ΗΠΑ να στηρίξουν εμπράκτως την Ελλάδα σε ελληνοτουρκική σύρραξη. Γι’ αυτό επιτίθενται με τόση σφοδρότητα στην Αθήνα. Για να ακούσουν στην Ουάσιγκτον και επιτέλους να διαπραγματευτούν ως ίσο με ίσο όπως ονειρεύονται.