Τετάρτη, 23 Αυγούστου, 2017 - 10:32

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις

Διαρκής ανησυχία για απρόβλεπτη κρίση

Από τον Μιχάλη Έρνεστ*

Η Τουρκία αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ήδη από το 1955 (Κυπριακό, επιθέσεις σε ελληνικό στοιχείο στην Πόλη 6/9/1955) με κορύφωση την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και την κατοχή του ενός τρίτου του εδάφους της. Έκτοτε, επί δεκαετίες, η τροχιά αυτή της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης συνεχίζεται με συνεχώς διευρυνόμενο αντικείμενο. Η αίσθηση της απειλής και το χρόνιο πρόβλημα ανασφάλειας που αυτή δημιουργούσε τόσο στην ελληνική πολιτική ηγεσία, όσο και σε ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, υποχρέωσε διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, να προχωρήσουν στην αναζήτηση άλλων εξωτερικών δυνατοτήτων (συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς, είσοδο στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, συνεργασία με ευρωπαϊκές χώρες στην οικοδόμηση της Ε.Ε ως εταίροι και συνεργάτες) που θα κατάφερναν –κατά το δυνατό – να λειτουργήσουν ως «προμηθευτές ασφάλειας» ( security providers) και να ενισχύσουν την εξισορροπητική προσπάθεια της χώρας, έναντι της τουρκικής απειλής.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στο Β’ Π.Π με το μέρος των συμμαχικών δυνάμεων, είχε ως αποτέλεσμα την προσάρτηση της Δωδεκανήσου (1947),  ενώ,  μετά το τέλος του πολέμου η ταυτόχρονη εισδοχή της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ (1952), επέτρεψαν στη χώρα μας να πετύχει ρυθμίσεις στο Αιγαίο, (περιοχές επιχειρησιακής ευθύνης ΝΑΤΟ και όρια FIR – ICAO ), χωρίς ουσιαστικές τουρκικές αντιρρήσεις. Τα πράγματα άρχισαν να μεταβάλλονται μετά το 1953 (Τέλος πολέμου της Κορέας), καθώς η συνειδητοποίηση της γεωστρατηγικής σημασίας της Τουρκίας την έκανε σταδιακά περισσότερο διεκδικητική, με αποτέλεσμα να αντιταχθεί στο αίτημα της Ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας στην Κύπρο για ένωση με την Ελλάδα. Η διπλωματική απομόνωση της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας επέτρεψε στην Άγκυρα να απαντήσει με τελεσίγραφο και να πετύχει, (με την παρέμβαση των ΗΠΑ) , τον Νοέμβριο του 1967, την απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας που είχε στείλει δυο χρόνια πριν η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου (Υπουργός Άμυνας ο Π. Γαρουφαλιάς).  Η ανεύρεση κοιτασμάτων πετρελαίου ανοικτά της Καβάλας το 1974, εισήγαγε το θέμα της οριοθέτησης της  υφαλοκρηπίδας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (αν και η διατύπωση αξιώσεων μέσω της ΤΡΑΟ - Εθνικής Εταιρείας Πετρελαίου της Τουρκίας – με την λογική της «μέσης γραμμής» από τις ηπειρωτικές ακτές στο Αιγαίο άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του 1960), με το καθεστώς Ιωαννίδη να αρνείται κάθε διαπραγμάτευση με την Τουρκία.

Το 1974 υπήρξε έτος σταθμός, με  αρνητικό πρόσημο, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο και το κλίμα της εκατέρωθεν δυσπιστίας που επικράτησε έκτοτε, έδωσαν άλλη διάσταση στις διαφορές μεταξύ των δυο χωρών. Στο δύσκολο πρόβλημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, προστέθηκαν η έκταση του ελληνικού εναερίου χώρου(10 ν.μ), η δικαιοδοσία FIR, ο επιχειρησιακός έλεγχος (για σκοπούς ΝΑΤΟ) θάλασσας και αέρα στο Αιγαίο, η αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, τα μειονοτικά, το Πατριαρχείο. Συναφή θέματα που προστέθηκαν αργότερα ήταν η ευθύνη έρευνας και διάσωσης και μετά την κρίση των Ιμίων, η τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών».

Κατά τη διακυβέρνηση Κ. Καραμανλή (1974 – 1980) η Ελλάδα έκανε σοβαρές προσπάθειες επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία. Μετά την κρίση που προκάλεσε η έξοδος στο Αιγαίο του ερευνητικού  πλοίου Hora  (μετονομάστηκε αργότερα σε Sismik) το 1976, η ελληνική προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, διευκόλυναν την έναρξη διαπραγμάτευσης της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας,  κάτι που και η τουρκική και η ελληνική κοινή γνώμη δεν αποδέχονταν μέχρι τότε. Με το Πρακτικό της Βέρνης (Οκτώβριος 1976) συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο χωρών η αποχή από έρευνες στις αμφισβητούμενες περιοχές του Αιγαίου, όσο διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις.  

Η δεκαετία του 80 έφερε μεταβολές στη διακυβέρνηση στην Ελλάδα που συνοδεύτηκαν από την πεποίθηση ότι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και των σχέσεων της χώρας με τη Δύση δεν θα βρεθούν ικανοποιητικές λύσεις στο Κυπριακό και στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ  που αρχικά διαπνεόταν από ισχυρό αντιαμερικανισμό, οδηγήθηκε στη διακοπή κάθε ουσιαστικού διαλόγου με την Τουρκία και διακήρυξε κατηγορηματικά ότι το μόνο προς διαπραγμάτευση θέμα, ήταν η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο. Η έλλειψη διαλόγου και η άσκηση εξουσίας από το Στρατό στην Τουρκία χειροτέρευσαν το κλίμα στο Αιγαίο, όπου οι τουρκικές παραβάσεις – παραβιάσεις και οι ελληνικές αναγνωρίσεις – αναχαιτίσεις, όπως και η δέσμευση περιοχών για ασκήσεις, αυξήθηκαν.

Σοβαρότερη ήταν η κρίση του Μαρτίου 1987, λόγω της απειλής εξόδου του πλοίου Sismik για έρευνες. Είχαν προηγηθεί τουρκικά διαβήματα για την παραχώρηση από την Ελλάδα αδειών εκμετάλλευσης βυθού στα διεθνή ύδατα σε ξένες εταιρείες και είχε υπάρξει διάσταση απόψεων ως προς την ισχύ του Πρακτικού της Βέρνης και ως προς το εύρος των περιοχών που κάλυπτε το Πρακτικό. Το Πρακτικό της  Βέρνης είχε καταγγελθεί επισήμως το 1987, από την ελληνική πλευρά, ως null and void.  Ωστόσο στην πράξη, οι δύο πλευρές έκτοτε απέχουν από ερευνητικές δραστηριότητες για υδρογονάνθρακες στο Αιγαίο. Από το κακό κλίμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων ζημιώθηκε και η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, που είχε περιορισθεί σε ελάχιστο αριθμό μετά τα γεγονότα του 1955 και του Κυπριακού το 1974, αλλά εφεξής τα τουρκικά μέτρα έθιγαν τα σχολεία, τη διάθεση περιουσιών Ελλήνων και ομογενών και κυρίως τις εκκλησίες και τα μνημεία, από  την Αγία Σοφία μέχρι τη Σχολή της Χάλκης.

Τον Φεβρουάριο του 1988, στο Νταβός της Ελβετίας, ο Α. Παπανδρέου, «υιοθέτησε» τις οδηγίες των ισχυρών διεθνών παραγόντων και σε συνομιλίες του με τον τότε πρόεδρο της Τουρκίας Τ. Οζάλ, η Ελλάδα εγκατέλειψε ουσιαστικά την πολιτική της αναγνώρισης της υφαλοκρηπίδας ως μόνης νομικής διαφοράς και της παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αποδεχόμενη να επανεξεταστούν όλα τα θέματα από δύο επιτροπές (η μία «Πολιτική» και ή άλλη «Επιτροπή Συνεργασίας» - Οικονομική). Επρόκειτο για την συμφωνία που ο Παπανδρέου είχε χαρακτηρίσει ως «μη πόλεμο», αλλά που αναγκάστηκε (τον Ιούνιο 1988) να πει το περίφημο πλέον  « mea culpa», σε συζήτηση στη Βουλή, έπειτα από πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης.  

Νέα ζητήματα προστέθηκαν το 1994 στην αντιπαράθεση με την Τουρκία, λόγω της θέσης σε ισχύ του νέου Δικαίου της Θάλασσας (Συμφωνία εφαρμογής μέρους ΧΙ της Σύμβασης των Η.Ε για το Δίκαιο της θάλασσας, -Montego Bay 1982-, Νέα Υόρκη 28/7/1994) και της αναγγελίας καθιέρωσης του ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας – Κύπρου (1993). Το Δίκαιο της θάλασσας έθεσε επί τάπητος το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων σε 12 ν.μ. Η Ελληνική Κυβέρνηση δήλωσε ότι διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης από τα 6 ν.μ στα 12 ν.μ και άφησε ανοικτό το αν και πότε θα το ασκήσει. Η Τουρκική αντίδραση οδήγησε στην (ομόφωνη) δήλωση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης (Ιούλιος 1995) ότι η επέκταση των Ελληνικών χωρικών υδάτων αποτελεί casus belli για την Τουρκία, δήλωση που σκιάζει μέχρι σήμερα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η έκταση που προσέλαβε η κρίση ως προς την κυριαρχία στα Ίμια (1996) – με την κυβέρνηση Σημίτη μόλις μερικές ημέρες στην εξουσία - όπου η Τουρκία προέβη σε ανοικτή αμφισβήτηση της κυριαρχίας επί ελληνικού εδάφους, κατέδειξε τον βαθμό της έλλειψης καλής γειτονίας, την απουσία μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων (αναμονή παρέμβασης του Αμερικανικού παράγοντα) και την ανυπαρξία τακτικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών σε διάφορα επίπεδα. Η Άγκυρα κατάφερε να προσθέσει στην ατζέντα μια νέα αμφισβήτηση, την τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών» (θα πρέπει να συζητηθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς κάθε νησιού – νησίδας – βραχονησίδας το οποίο δεν έχει αποδοθεί ρητά στην Ελλάδα από διεθνείς Συνθήκες), που περιορίστηκε ως προς τις αρχικές παράλογες διεκδικήσεις (νήσος Γαύδος), αλλά εξακολουθεί να υποστηρίζεται από την τουρκική πλευρά.

Η επόμενη κρίση (αρχές 1999) που αφορούσε την άφιξη του Α. Οτζαλάν, αρχηγού του ΡΚΚ, στην Ελλάδα,  την απομάκρυνσή του στην Ελληνική πρεσβεία στην Κένυα και την αρπαγή του από τις τουρκικές Υπηρεσίες (με τη βοήθεια των ΗΠΑ), είχε ουσιαστικές επιπτώσεις. Η αρχική ένταση εκτονώθηκε, η ελληνική κοινή γνώμη αποστασιοποιήθηκε από τον κουρδικό αγώνα, η κυβέρνηση Κ.Σημίτη θέλησε να απαλλαγεί από την απομόνωση της χώρας μας στην Ε.Ε στα θέματα της Τουρκίας. Η Ελλάδα δέχθηκε την τουρκική υποψηφιότητα στη σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι, πετυχαίνοντας ως ανταλλάγματα τη θέση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπέρ  της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών μέχρι το 2004 (μικρής σημασίας αφού η Τουρκία δεσμευόταν μόνο έμμεσα) και αποσυνδέοντας την επίλυση του Κυπριακού με την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε ( μεγαλύτερης πρακτικής αξίας αφού τον Μάιο 2004 η Κύπρος εντάχθηκε στην Ε.Ε).

Η Ελλάδα δείχνει να υιοθετεί μια στρατηγική συνδιαμόρφωσης της ευρωπαϊκής ατζέντας, ως προς την υποψηφιότητα της Τουρκίας, και η Ε.Ε φαίνεται να υιοθετεί πλήρως την εθνική θέση ενός κράτους μέλους (Ελλάδας), ως προς την επίλυση των διαφορών  μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, καθιστώντας την  ταυτόχρονα και «κοινοτική αρχή». Οι επαφές των δύο πλευρών πύκνωσαν σε όλα τα επίπεδα, υπογράφηκαν συμφωνίες «χαμηλής πολιτικής» και Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ξεκίνησαν ακόμη διερευνητικές επαφές σε επίπεδο Γεν. Γραμματέων των Υπ. Εξωτερικών, για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.

Ωστόσο, ο «εξευρωπαϊσμός» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά την περίοδο 2000- 2004 αναπτύχθηκε και παρέμεινε στο επίπεδο μιας ομάδας διαμορφωτών εξωτερικής πολιτικής, χωρίς να αποκτήσει σοβαρά κοινωνικά ερείσματα.

Η κυβέρνηση που αναλαμβάνει το 2004 (Κ. Καραμανλή), επαναπροσδιορίζει το εθνικό συμφέρον όσον αφορά τις σχέσεις με την Τουρκία. Ακολουθεί μια στρατηγική «ελεγχόμενης αδράνειας» και δεν συνέχισε τον διάλογο με τον ίδιο ενθουσιασμό. Παράλληλα και η τουρκική πλευρά επηρεάστηκε δυσμενώς από τον αρνητισμό στις διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε. Παρά ταύτα, δημιουργήθηκε ένα πλέγμα επαφών και διαύλων επικοινωνίας που επέτρεψε τη διαχείριση διαφόρων επεισοδίων . Στην Τουρκία από το 2002 υπάρχει ισχυρή πολιτική ηγεσία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) με πρωθυπουργό και μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Ρ.Τ. Ερντογάν.

Η περίοδος διακυβέρνησης της Τουρκίας από τον Ερντογάν χαρακτηρίστηκε, στο αρχικό στάδιο,  από μια προσπάθεια διατήρησης σχέσεων χαμηλής έντασης, χωρίς όμως να σημειωθεί κάποια πρόοδος στον σκληρό πυρήνα των ελληνοτουρκικών προβλημάτων και χωρίς κάποια ουσιαστική διαφοροποίηση από την πολιτική προηγουμένων τουρκικών κυβερνήσεων έναντι της Ελλάδας. Στο στάδιο αυτό ο Ερντογάν δεν προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την περίοδο τυχόν ελληνικής αδυναμίας λόγω της οικονομικής κρίσης, αν και δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτό αποτέλεσε επιλογή της τουρκικής διπλωματίας ή αν οφείλεται στην εμφάνιση σοβαρών προβλημάτων στο εσωτερικό και στα ανατολικά σύνορα της Τουρκίας (τρομοκρατικά κτυπήματα, κουρδικό μέτωπο, εμπλοκή στο μέτωπο της Συρίας).

Μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 και στην παρούσα χρονική στιγμή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πολιτική πραγματικότητα στην Τουρκία κατευθύνεται από τις θελήσεις του ισχυροποιημένου Ερντογάν. Η στάση της Άγκυρας είναι επιθετικά μαξιμαλιστική (έναντι της Γερμανίας, της Ολλανδίας, συγκεκαλυμμένα έναντι των ΗΠΑ, πριν εναντίον της Ρωσίας και του Ισραήλ) και συγκρουσιακή και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διέρχονται στάδιο έντασης που εγκυμονεί κινδύνους για δημιουργία απρόβλεπτης κρίσης. Σε ομιλία του στο Οικονομικό Φόρουμ στους Δελφούς ( 3 Μαρτίου 2017) ο Πρέσβης των ΗΠΑ στης Ελλάδα, Τζ. Πάιατ, τόνισε πως «ανησυχεί για ατυχήματα (στο Αιγαίο)» υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η Ελληνική πλευρά συμπεριφέρεται πολύ υπεύθυνα την τρέχουσα περίοδο.-

*Ο Μιχάλης Έρνεστ είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών

**Φωτό: Χαρά Γάτσιου