Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 06:24

Η τζίφρα…

Επάνοδος εις Αθήνας. Καιρός ήταν. Επιστροφή στα ίδια. Εξ ανάγκης. Στα απρόσωπα και τ’ ανούσια. Στην εθιμική κατ’ έτος παράσταση της ΔΕΘ, στους ψιμυθιωμένους λόγους των πολιτικών, στους αποσυνάγωγους τρόπους κάποιων πολιτών.

Κάθε φορά το ίδιο βαρετό άθροισμα• τα ίδια συμβάντα επιφανείας• η ίδια μασημένη τροφή, με την κοινωνία να μηρυκάζει το σανό της, τη νέα fast τροφή της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς! Βρήκαμε, μέσα στην κατάντια μας, το παραμύθι του ύπνου μας• το μυθολόγημα με τις προκατεψυγμένες ιδέες και με τους προκατασκευασμένους ανθρώπους. Αλήθεια, «από πού να περάσει ο άγγελος;», που έλεγε και ο Ελύτης…

Βρέθηκα τον Αύγουστο στη Σίφνο. Άλλο μελτέμι κι άλλες άγκυρες εκεί. Εκεί που το πέλαγος και οι λουλουδιασμένες γλάστρες σού μιλούν. Που σου χτυπούν την καρδιά και αισθάνεσαι ακόμη Έλληνας, μακριά από τις συνεννοήσεις των… σκύλων. Εκείνη την περίοδο έτυχε να κυκλοφορήσει το νέο βιβλιαράκι μου. Όχι τίποτε σπουδαίο. Ίσως και τελείως ασήμαντο. Απλώς, τύλιξα σε λίγα φύλλα χαρτιού κάποια βιώματα και κάποιες δονήσεις μου απ’ αυτό το κυκλαδονήσι. Το παρουσίασα σ’ έναν γραφικό οικισμό, στο Κάστρο. Τι παρουσίαση δηλαδή; Μαζευτήκαμε μια μεγάλη παρέα, ακούσαμε λίγο Θεοδωράκη και περισσότερο Χατζιδάκι, και μιλήσαμε για Ελλάδα. Αυτό ήταν όλο κι όλο.

Κάποιοι δεν μπόρεσαν να έρθουν, σε μια μέρα και ώρα στο φουλ της τουριστικής περιόδου. Κι όμως…

Ένα απομεσήμερο, τις επόμενες ημέρες, πέρασε μπροστά από το αγροτόσπιτό μου ο Χαρίλαος. Ερχόταν από το πιο πάνω σπίτι, έχοντας μεταφέρει εκεί τρόφιμα. Εγώ εκείνη την ώρα βρισκόμουν στην αυλή και χάζευα την ακοή μου στον απογευματινό θόρυβο των πετεινών. «Κύριε Στέλιο», μου είπε ο Χαρίλαος, «αγόρασα τρία βιβλία σας και θέλω να μου βάλετε τζίφρα»!!! Κάτι με διαπέρασε μέσα μου• σαν μια υγρή συγκίνηση να κύλησε στις φλέβες μου• σαν κάποιο δροσοβόλο βοριαδάκι να φύσηξε προς τα πάνω την ψυχή μου. «Σ’ ευχαριστώ», του απάντησα, κάπως αμήχανα και αιφνιδιασμένα• «αλλά, γιατί τρία βιβλία, Χαρίλαε;». «Ένα για μένα, ένα για την κοπελιά μου κι ένα για το αφεντικό μου», ήταν η αγαθή απόκρισή του. «Τα ’χω στο μαγαζί, να περάσετε για την τζίφρα». Κι έφυγε…

Την άλλη μέρα πήγα στο σούπερ μάρκετ που εργάζεται. Τι ακριβώς κάνει; Μεταφέρει ασήκωτα βάρη φαγώσιμων ειδών σε δυσπρόσιτα σπίτια, εκεί που δεν φτάνει το αυτοκίνητο παρά μόνο το γαϊδουράκι. Όση ώρα υπέγραφα τις αφιερώσεις, διαχεόταν από το πρόσωπο του Χαρίλαου μια περιαύγαση ευγνωμοσύνης λες και έβαζα την τζίφρα μου σε κάποιο συμβόλαιο δωρεάς ακινήτου. Τόση εγκάρδια χαρά κι άλλες τόσες ειλικρινείς ευχαριστίες από το εργατόπαιδο του νησιού.

Πού με πήγε το περιστατικό; Στην παλιά καλή Ελλάδα. Τότε που οι απλοί άνθρωποι της βιοπάλης αναγνώριζαν αυτούς που ήξεραν δυο γράμματα παραπάνω. Τότε που οι εγγράμματοι προσέγγιζαν την κοινωνία με την ταπεινότητα ενός Ελύτη: «…εμείς, που δεν διαθέτουμε παρά τις γνώσεις ενός μέτριου μαθητή λυκείου, ας τα πούμε αλλιώς. Απλοϊκά».

Πού με πήγε το περιστατικό; Στην ελπίδα. Η τζίφρα που ζήτησε ο Χαρίλαος δεν είναι τίποτε άλλο από το μέλλον αυτής της πατρίδας.
Καλώς ήλθαμε στα «ήδη ιδωμένα»…