Παρασκευή, 7 Μαΐου, 2021 - 09:02

Γιώργος Κοντογιώργης: Ο ελληνισμός δεν απέκτησε ίδιον κράτος απέκτησε εσωτερικό εχθρό

Με απλούστερη διατύπωση, το κράτος που απέκτησε ο ελληνισμός αποτέλεσε το μακρύ χέρι για την καταστροφή του ελληνισμού και την θεσμική και ιδεολογική εξάρτησή του από τους βιαστές του.
Ο πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης είναι από τους διανοούμενους που αρέσκεται να …προκαλεί (ανέκαθεν)· με την έννοια ότι προσεγγίζει και αναλύει τα ιστορικά και τα πολιτικά γεγονότα από μία διαφορετική γνωστική οπτική -αποκτώντας στο χώρο της σκέψης είτε φανατικούς υποστηρικτές είτε φανατικούς διαφωνούντες. Είτε συμφωνεί κανείς μαζί του είτε όχι, ένα είναι βέβαιο: ο λόγος του καθηγητή είναι βαθύς και που στον πυρήνα του κρύβει ελληνισμό / πατριωτισμό. Ένας λόγος, μια σκέψη, που σε κάθε περίπτωση αξίζει και πρέπει να μελετηθεί –και να ληφθεί σοβαρά υπόψη. 
 
Στο νέο του βιβλίο «Ελληνισμός και ελλαδικό κράτος, Δύο αιώνες αντιμαχίας 1821 – 2021» (εκδόσεις ‘‘Ποιότητα’’) και πάλι διεγείρει την σκέψη. Εξακολουθεί και πάλι να είναι «ανατρεπτικός». Κατόπιν αυτού θελήσαμε να έχουμε εκ του σύνεγγυς μια κουβέντα μαζί του· και στη συνέντευξή του στην εφημερίδα μας αιφνιδίασε: «Η ελληνική επανάσταση ήταν μια συντριπτική ήττα του ελληνισμού», θα μας πει, καθώς σύμφωνα με τον λογισμό του έγινε «παίγνιο» στα χέρια των δυνάμεων της δεσποτικής απολυταρχίας. Οι …εκπλήξεις είχαν όμως και συνέχεια: «Το κράτος που απέκτησε ο ελληνισμός αποτέλεσε το μακρύ χέρι για την καταστροφή του ελληνισμού και την θεσμική και ιδεολογική εξάρτησή του από τους βιαστές του». Και παρακάτω: «Ο ελληνισμός δεν απέκτησε ίδιον κράτος, απέκτησε εσωτερικό εχθρό».
 
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί αναγνώστες ο ομότιμος καθηγητής κ. Γιώργος Κοντογιώρης στη Boulevard. 
 
Στο νέο σας βιβλίο, υποστηρίζετε ότι το επαναστατικό εγχείρημα –η Επανάσταση του ’21, απέτυχε συντριπτικά καθώς είχε ως συνέπεια η ελευθερία των Ελλήνων να εναποτεθεί στα χέρια των δυνάμεων της ευρωπαϊκής απολυταρχίας.
 
Ωστόσο, με όλα τα λάθη και τις αποτυχίες, με τους μεγάλους στόχους της Επανάστασης που αν θέλετε δεν επιτεύχθηκαν, δεν συντελέστηκε το μείζον –ότι ο Ελληνισμός, το Έθνος, απέκτησε κράτος; Έστω μικρό και υπό ευρωπαϊκή εξάρτηση.
 
Για να αποτιμήσουμε το αποτέλεσμα ενός εγχειρήματος πρέπει να το αξιολογήσουμε σε συνάρτηση με τον δημιουργό του και το στόχο του, με το διακύβευμα. Νομίζω ότι από όποια πλευρά και αν προσεγγίσουμε την επανάσταση το αποτέλεσμα που καταλήγουμε είναι ότι στοιχειοθετείται η οπτική της συντριπτικής ήττας. Ο ελληνισμός ήταν μια μεγάλη δύναμη σε καθεστώς βεβαίως εθνικής κατοχής. Διέθετε το δικό του ζωτικό χώρο που του επέτρεπε να ζει στο περιβάλλον του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος που ο ίδιος οικοδόμησε ήδη από τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους και οδήγησε την εξέλιξή του μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας. Αναφέρομαι στον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό που είχε ως θεμέλια κοινωνία την πόλη/κοινό και τη δημοκρατική πολιτεία, το οποίο ορίζει την έννοια του ελληνικού πολιτισμού. Το τέλος του ελληνικού ανθρωποκεντρικού πολιτισμού δεν εντοπίζεται στην άλωση του 1204 ή του 1453 καθώς συνέχισε αδιατάρακτα έως την ήττα του στην επανάσταση του 1821. 
 
Η σημαίνουσα θέση του ελληνικού κόσμου της τουρκοκρατίας και η ανθρωποκεντρική του ανωτερότητα αναδεικνύεται μέσα από το πρόταγμα της απελευθέρωσης. Απέβλεπε στην ολική διαδοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και στην αποκατάσταση του κράτους της οικουμενικής κοσμόπολης σε ένα περιβάλλον μεγάλης κλίμακας. Με την ήττα της επανάστασης ο ελληνισμός έγινε «παίγνιο» στα χέρια των Δυνάμεων της δεσποτικής απολυταρχίας, οι οποίες ως αντάλλαγμα στην αναγνώριση της «ανεξαρτησίας» του αξίωσαν την εμφύτευση στην ζωτική του μήτρα ενός κράτους παρία, ουσιαστικά προτεκτοράτου, μη βιώσιμου από κάθε άποψη και το οποίο να τους ομοιάζει, δηλαδή απολυταρχικό. Οι Δυνάμεις της απολυταρχικής Ευρώπης με το ελλαδικό κρατικό μόρφωμα επένδυσαν στην αποδόμηση των θεμελίων του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού με τα οποία έζησε ο ελληνισμός επί χιλιετίες, στην οριστική εξάλειψη του μείζονος ελληνισμού και προφανώς στην εκκαθάριση του τοπίου από μια άκρως ενοχλητική για το καθεστώς τους δημοκρατική κοσμόπολη που τροφοδοτούσε το κίνημα του φιλελευθερισμού στο εσωτερικό τους. Το χειρότερο όλων είναι ότι η εμφύτευση του κράτους αυτού στη μήτρα του ελληνισμού συνοδεύθηκε από την δημιουργία μιας άρχουσας (πνευματικής, πολιτικής κλπ) τάξης η οποία λειτούργησε και συνεχίζει να συμπεριφέρεται δίκην γενιτσάρου κατέναντι στον ελληνισμό, τον παρελθόντα και τον εναπομείναντα εισέτι.  
 
 
Με  απλούστερη διατύπωση, το κράτος που απέκτησε ο ελληνισμός αποτέλεσε το μακρύ χέρι για την καταστροφή του ελληνισμού και την θεσμική και ιδεολογική εξάρτησή του από τους βιαστές του. Ώστε ο ελληνισμός δεν απέκτησε ίδιον κράτος, απέκτησε εσωτερικό εχθρό και μάλιστα ιθαγενή πολιτική συνιστώσα που ανέλαβε μεθοδικά την αποδόμησή του και έτι περαιτέρω για τη διαιώνιση της κατοχής του.      Είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νουν την αποτίμηση αυτή και το γεγονός ότι το εγχείρημα πέτυχε τη νομιμοποίησή του στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας. Είναι χρήσιμο, όχι για να ανακυκλώνουμε το παρελθόν, αλλά για να αποκτήσουμε επίγνωση των αιτίων της κακοδαιμονίας που μας κατατρύχει μέχρι σήμερα. Διότι μόνον έτσι θα γίνει εφικτή η θεραπεία του ασθενούς και η επίλυση του ελληνικού προβλήματος.
 
Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν συνέβαλαν στον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων, ίσως καθοριστικά από ένα σημείο και μετά; Θα πείτε ότι ενεπλάκησαν στην ελληνική υπόθεση γιατί αυτό υπαγόρευαν τα συμφέροντα τους. Έτσι δεν παίζεται το γεωπολιτικό παιγνίδι; Κι όταν οι επαναστατημένοι Έλληνες στράφηκαν προς βοήθεια στην Αγγλία, απευθύνθηκαν γιατί θεώρησαν ότι το συμφέρον τους, ότι η υπόθεση της ελευθερίας τους, ταυτίζεται με τα συμφέροντα της αγγλικής πολιτικής. Επομένως «λογικό και επόμενο» δεν ήταν οι ξένες δυνάμεις –εφόσον διέσωσαν όπως λέγεται την ελληνική Επανάσταση- να θελήσουν να έχουν υπό τον έλεγχο τους το νέο κράτος; Η ξενοκρατία, που λέτε στο βιβλίο σας, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα στο πεδίο του αγώνα, δεν ήταν αναπότρεπτη;
 
Μα δοξάζοντας αυτό το κράτος δεν κάνουμε τίποτε άλλο από του να δοξάζουμε την ξενοκρατία και την ιδεολογική μας αποξένωση από της πολιτισμικές μας ρίζες. Οι οποίες είναι οι μόνες που διδάσκουν την πρόοδο κατέναντι στη δυτική αρχαϊκή προνεοτερικότητα. 
 
Η επανάσταση κρίθηκε στη Μολδοβλαχία όχι στην Πελοπόννησο. Είναι εντυπωσιακό πώς άνθρωποι όπως οι Φιλικοί και ο Υψηλάντης που διέθεταν τόσο ακριβή εικόνα της δύναμης του ελληνισμού και ιδίως της ανθρωποκεντρικής του πολυσημίας, που είχαν αποτυπώσει τις πραγματικότητές του με σαφήνεια στο πρόταγμα της ανεξαρτησίας, οργάνωσαν με τόση αφέλεια αν όχι προχειρότητα το επαναστατικό εγχείρημα. Η ήττα της επανάστασης υπήρξε καθαρά εσωτερική υπόθεση, δεν έχει να κάνει με την εμπλοκή των Δυνάμεων. Αλλά και εάν είχαν αναμιχθεί αυτοκλήτως δεν θα είχα να τις μεμφθώ σε κάτι. Τα συμφέροντά τους θα διακινούσαν σε μια εξαιρετικά κομβική περιοχή του πλανήτη. 
 
Εννοώ με αυτό ότι για την ήττα της επανάστασης ευθύνεται αποκλειστικά η ηγεσία του ελληνισμού που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων.  Ακόμη και όταν η επανάσταση ξέμεινε στην Πελοπόννησο, στα νησιά και στη Στερεά υπήρχε ελπίδα. Όμως μεταξύ των Ελλήνων κυριάρχησε ο πολεοκεντρικός πατριωτισμός, η εμφύλια διαμάχη όπως απλουστευτικά αποκαλείται, με αποτέλεσμα αφενός οι δυνάμεις τους να εξαντληθούν στις μεταξύ τους αντιμαχίες και αφετέρου να καταστήσουν οι ίδιοι τις Δυνάμεις επιδιαιτητές στα εσωτερικά τους πράγματα. Εφεξής ήταν θέμα χρόνου να τους παραδώσουν τις τύχες τους, να τις εγκαταστήσουν στο καθεστώς του σωτήρα. Την επανάσταση δεν την έσβυσε ο Ιμπραήμ, είχε ήδη εκφυλισθεί σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ των φατριών που κατέλαβαν τη σφραγίδα των κοινών και είχαν επιδοθεί σε αγώνα επικράτησης με λάφυρο τον κατατρεγμένο κοινό λαό που αγωνιζόταν για την ελευθερία του. 
 
Ζητούμενο νομίζω ότι πρέπει να είναι η αναζήτηση των αιτίων που οδήγησαν στην ήττα και εντέλει στην προσφυγή στις Δυνάμεις με πρόσημο τη σωτηρία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρώτη αιτία του εκφυλισμού της επανάστασης είναι η πολεοκεντρική συγκρότηση του ελληνισμού. Θα έλεγα ορθότερα ότι ο πολεοκεντρισμός έγινε πρώτη αιτία στο μέτρο που μεταξύ των ηγετών του αγώνα υπερίσχυσε ο πολεοκεντρικός του εθνικού πατριωτισμού, δηλαδή το διακύβευμα της ηγεμονίας επί της ελευθερίας. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η επανάσταση δεν είχε ηγεσία και προφανώς ενότητα. Τόσο οι εμπνευστές του επαναστατικού διαβήματος όσο και οι διοργανωτές της δεν συνεκτίμησαν την παράμετρο αυτή. Πολλώ δε μάλλον οι πρωταγωνιστές της επανάστασης στη μητροπολιτική Ελλάδα δεν φρόντισαν να συναρμόσουν τον αγώνα στις πολεοκεντρικές πραγματικότητες του ελληνισμού ώστε να αποφευχθεί ο διχασμός και η μεταβολή του διακυβεύματος της ελευθερίας σε ηγεμονική αντιμαχία. 
 
Αντιθέτως όταν ο Καποδίστριας τους προσέφερε τη λύση, αυτοί όλοι την αρνήθηκαν, την πολέμησαν και στο τέλος δολοφόνησαν στο πρόσωπό του την τελευταία μεγάλη ευκαιρία του ελληνισμού να συγκροτήσει κράτος ανεξάρτητο και προσημειωμένο στην κοσμοπολιτειακή δημοκρατική του ιδιοσυστασία. Αξίζει να ψάξει κανείς στην περίοδο του Καποδίστρια αλλά και μετά τη δολοφονία του πώς όλοι αυτοί που του χρέωσαν αυταρχισμό συνωμοτούσαν εναντίον του συναγελαζόμενοι με τις Δυνάμεις και διαγκωνιζόμενοι ποιος θα είναι πιο υποτελής και χρήσιμος. Οι κατήγοροί του αγκάλιασαν στη συνέχεια την απολυταρχία των Βαυαρών πλειοδοτώντας για την εύνοιά της και ενθαρρύνοντας τη δίωξη μέχρι θανάτου των μεγάλων πρωτεργατών του αγώνα για την ελευθερία.
 
Είναι γεγονός, το τονίζετε ιδιαίτερα στο βιβλίο σας, ότι η ελληνική Επανάσταση του 1821 πρόταξε την ανάκτηση του κράτους της οικουμένης. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν οι Φιλικοί και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Το σχέδιο προέβλεπε ανάληψη δράσης στην ίδια την Κωνσταντινούποληˑ ανατροπή και σύλληψη του Σουλτάνου και ο Υψηλάντης θα πορευόταν από το Ιάσιο στη Πόλη. Όμως το σχέδιο ατύχησε παταγωδώς. Ο Υψηλάντης συνελήφθη και η επανάσταση περιορίστηκε στη Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά, η οποία κι αυτή στη πορεία καταπνίγηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Συνεπώς, οι ίδιοι οι Έλληνες δεν είναι αυτοί που δεν κατάφεραν να δώσουν καθαρή ελληνική λύση στην υπόθεση της ανεξαρτησίας τους;
 
Η επισήμανσή σας έχει δύο σκέλη. Το ένα εάν μια επανάσταση του διαμετρήματος που φιλοδόξησαν οι Φιλικοί και ο Υψηλάντης ήταν εφικτή. Το άλλο είναι σχετικό με το εγχείρημα αυτό καθεαυτό. Επιμένω ότι το φιλόδοξο σχέδιο των Ελλήνων να οικειοποιηθούν το ουσιώδες της οθωμανικής αυτοκρατορίας και να αποκαταστήσουν το κοσμοπολιτειακό τους κράτος στο ζωτικό έδαφος του ελληνισμού ήταν εφικτό όπως ήταν ορθή και η στρατηγική του σύλληψη. Θα έλεγα ότι ήταν εναρμονισμένο πλήρως στις πολεοκεντρικές συνθήκες του ελληνισμού. 
 
Από την άλλη όμως ο τρόπος της εκτέλεσης του εγχειρήματος απεδείχθη εντελώς ερασιτεχνικός και ο πρόχειρος σε βαθμό που να απορεί κανείς πώς με δεδομένες τις δυνατότητες που τους προσφέρονταν στις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας και η γειτνίαση με τη Ρωσία δεν το προετοίμασαν με τη δέουσα σοβαρότητα. Στο κάλεσμα του Υψηλάντη οι Έλληνες ανταποκρίθηκαν απ’άκρου εις άκρον οι ελπίδες τους όμως διαψεύσθηκαν. Όπως προείπα δεν αναζητώ στους ξένους την αιτία των δεινών μας, αρκούν τα εσωτερικά αίτια τα οποία στο μέτρο που δεν τα συλλαμβάνουμε εξακολουθούν να μας κατατρύχουν ενώ εμείς περί άλλα τυρβάζουμε. Στο κλίμα αυτό έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι οι άρχουσες δυνάμεις του ελλαδικού κράτους εξακολουθούν και σήμερα να βυσσοδομούν εναντίον του ελληνισμού και των κληρονομιών της ελληνικής κοινωνίας, να καταστρέφουν ότι απέμεινε από αυτόν, αλλά να μετακυλύουν στους ξένους τις ευθύνες τους.
 
Μια επίσης καθαρή ελληνική λύση στην ανεξαρτησία της Ελλάδας ήταν και η περίπτωση του Καποδίστρια. Κι αυτός όμως δέχτηκε πόλεμο σχεδόν από τους πάντες, από το εξωτερικό και το εσωτερικό. Από τον Κοραή στο Παρίσι μέχρι τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου και τους προύχοντες των νησιών. Και στο τέλος δολοφονήθηκε κι αυτός. Επομένως;
 
Η περίπτωση του Καποδίστρια και της αντιμαχίας του με τον Κοραή και τους κοτζαμπάσηδες είναι εξόχως αποδεικτική του ελληνικού προβλήματος. Ο Κοραής υπήρξε ο ιδεολογικός καθοδηγητής της εξέγερσης των κοτζαμπάσηδων εναντίον του Κυβερνήτη ο οποίος αγωνιούσε να δώσει ελληνική λύση στο ζήτημα της ανεξαρτησίας. Ο ίδιος υπήρξε προάγγελος της δυτικής λύσης, που αυτή καθεαυτή ήταν όπως προείπα εξόχως οπισθοδρομική, αδιέξοδη ως ξένη προς την ιδιοσυστασία του ελληνισμού και κυρίως ανεδαφική, καθώς οι δυνάμεις της απολυταρχίας έθεταν ως προϋπόθεση για να υπογράψουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας την επιβολή του απολυταρχικού καθεστώτος. Η διαφοροποίησή του από την απολυταρχία με την επιλογή της αιρετής μοναρχίας δεν αλλάζει το ζήτημα. Ο Κοραής προσέγγιζε το ελληνικό πρόβλημα με τα μάτια των στοχαστών του Διαφωτισμού οι οποίοι όμως ήσαν σκυμμένοι στο δικό τους πρόβλημα που ήταν η έξοδος από τη φεουδαρχία. 
 
Ο κύριος Γιώργος Κοντογιώργης με τον διευθυντή της Boulevard
Στέλιο Παρασκευόπουλο στα γραφεία της εφημερίδας
 
Για τους Έλληνες που οραματίσθηκαν την απόσειση της οθωμανικής δεσποτείας το διακύβευμα δεν ήταν η μεθάρμοση ηγεμόνα. Δεν διανοήθηκαν ούτε μια στιγμή να υποβληθούν στο δίλημμα εάν θα επέλεγαν την κληρονομική/απολυταρχική ή την αιρετή μοναρχία που προτάσσανε οι Διαφωτιστές. Οι Έλληνες, παρά την εθνική κατοχή και τις στρεβλώσεις της, ζούσαν σε καθεστώς ανθρωποκεντρικής οικουμένης με πρόσημο τη δημοκρατία στα κοινά. Σε μια εκδοχή της πολιτείας αυτής, με συνεκτίμηση και των συνθηκών που επέβαλαν οι Δυνάμεις, κατέτεινε και το εγχείρημα του Καποδίστρια. Η προσαρτηματική στάση του Κοραή στο σχήμα της εξόδου της Εσπερίας από τη φεουδαρχία που διακινούσαν οι Διαφωτιστές εξηγεί το λιβελογραφικό μένος του εναντίον του Κυβερνήτη όπως επίσης και το δοξαστικό που του επιδαψιλεύουν οι κήνσορες της μοναρχευομένης ολιγαρχίας οι οποίοι διακονούν στις ημέρες μας την εχθρότητα του κράτους εναντίον της ελληνικής κοινωνίας και των κληρονομιών της. Η ιδεολογία της εξάρτησης καλά κρατεί.
 
Η στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων κατά την επαναστατική περίοδο αποδείχθηκε από σωρεία γεγονότων ότι δεν ήταν εκατό τοις εκατό φιλελληνική –με όρους γεωπολιτικής εννοώ. Αυτό φάνηκε και σε μετέπειτα χρόνους και πολέμους. Η Εσπερία δεν ήθελε με κανέναν τρόπο ο Ελληνισμός να διαδεχθεί την οθωμανική αυτοκρατορία. Δεν ήταν προς το συμφέρον τους η ελληνική φυλή να επεκταθεί, να κυριαρχήσει παντού και να αποτελέσει μια μεγάλη ελληνική αυτοκρατορία. Απότοκος αυτής της πολιτικής ήταν η Δύση να θέλει να αποκόψει τον Ελληνισμό από την αυθεντική ιστορικότητα του, το Βυζάντιο. Τα «μύρια όσα», λοιπόν, στην ξενοκρατία –όπως τα καταγράφεται στο βιβλίο σας. 
 
Καμία από τις Δυνάμεις δεν απέκρυψαν ούτε μια στιγμή ότι το μέγεθος και η δύναμη του ελληνισμού αφενός και η κοσμοπολιτειακή του ιδιοσυστασία και στόχευση αφετέρου αντιμετωπίζονταν με δέος σε βαθμό που αποτέλεσε στρατηγική επιλογή η αποτροπή της συγκρότησής του σε ένα κράτος που θα ήταν αντίστοιχό του και θα του έμοιαζε.  Αυτή ήταν σε τελική ανάλυση η ουσία του ανατολικού ζητήματος. Εξού και συγκατάνευσαν στην ελληνική ανεξαρτησία υπό τον όρο ότι το κρατικό τους μόρφωμα θα ήταν θνησιγενές, απολυταρχικό και απολύτως ελεγχόμενο σε πλείονα του ενός επίπεδα έτσι ώστε όχι μόνο να αποκοπεί θεσμικά και ιδεολογικά από τον μείζονα ελληνισμό αλλά και να αναδειχθεί ως ο κεφαλαιώδης αντίπαλός του. Εναπόκειτο επομένως η δημιουργία μιας άρχουσας τάξης άρρηκτα συνδεδεμένης με τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους εκπαιδευμένη στη λογική του ώστε να είναι πρόθυμη να θυσιάζει τον ελληνισμό γι’αυτό. Η εθελοδουλεία είναι η πρώτη αρχή της νομιμοποίησης ενός ανελεύθερου και εχθρικού προς την κοινωνία καθεστώτος.  
 
Ωστόσο, το μικρό ελληνικό κράτος του 1830 –έστω ως προτεκτοράτο των ξένων, στις επόμενες δεκαετίες, μέχρι και το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, διπλασίασε τα σύνορα του. Έτσι δεν είναι; Πολλοί ιστορικοί κάνουν λόγο ότι «η Ελλάδα βρισκόταν πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας». Κάντε έναν απολογισμό «πεπραγμένων» των διακοσίων χρόνων Ελλάδα από το 1821. Τα «συν» και τα «πλην».
 
Μεγάλο λάθος. Η Ελλάδα βρισκόταν σχεδόν πάντα στην πλευρά της εξάρτησης από τον δυνατό που ηγεμόνευε στην περιοχή της. Η μόνη περίοδος που η Ελλάδα βρέθηκε στη σωστή πλευρά της ιστορίας ήταν τη δεκαετία μεταξύ του 1909 και 1920 όταν η πλευρά της ελληνικής κοινωνίας οδήγησε στην κατάρρευση το δυναστικό καθεστώς της κομματοκρατίας. Επομένως δεν είναι αληθές ότι η ιστόρηση των δύο τελευταίων αιώνων του ελληνισμού διά των πεπραγμένων του κράτους εμφανίζεται να έχει μεταφέρει τα σύνορά του από τη Στερεά στον Έβρο. Εάν δεν είχε υπάρξει το κίνημα του 1909 και εν όλω οι αγώνες των Ελλήνων του 19ου αιώνα πέραν της θέλησης του κράτους, η Ελλάδα κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν ακόμη στη Στερεά. 
 
Παρόλ’αυτά, η ιστόρηση του ελληνισμού με γνώμονα τις πραγματικότητές του ως έθνους αποκαλύπτει μια κοσμοϊστορικών διαστάσεων καταστροφή. Διά χειρός του κράτους αυτού αποδομήθηκαν τα θεμέλια του ελληνικού ανθρωποκεντρικού πολιτισμού (τα κοινά,  δημοκρατία, η ανθρωποκεντρική του ιδιοσυστασία στο σύνολό της) και συνακόλουθα ο ελληνικός κοσμοπολιτειακός δρόμος προς τη νεοτερικότητα. Συγχρόνως καταλύθηκε ο μείζων ελληνισμός που αντιπροσώπευε μια μεγάλη (οικονομική, πνευματική, εκκλησιαστική, πολιτισμική κλπ) δύναμη για την εποχή παρόλον ότι τελούσε υπό καθεστώς εθνικής κατοχής. Το κράτος των Αθηνών όχι μόνο απαγόρευσε την είσοδο των δυνάμεων του μείζονος ελληνισμού στο εσωτερικό του, αλλά και εργάσθηκε συστηματικά για την αποκοπή της ελληνικής κοινωνίας από τις αξίες του πολιτισμού του και από το ίδιο το εθνικό του παρελθόν. Όχι γιατί το παρελθόν αυτό ήταν «προνεοτερικό» όπως διατείνονται οι θαμώνες του, αλλά επειδή αυτό ευρίσκετο σε πλήρη αντίθεση με την φεουδαλική απολυταρχία και το έκφυλο κράτος της κομματοκρατίας που την ακολούθησε. 
 
Είναι ο ίδιος λόγος που ακόμη και σήμερα η ελληνική κοινωνία και οι κληρονομιές της ταξινομούνται στην προμετωπίδα των αντιπάλων της άρχουσας τάξης του κράτους. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι ο ελληνικός λαός είναι ο μόνος μεταξύ των λαών της εποχής μας που δεν του έχει επιτραπεί να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και με το εθνικό του παρελθόν, πράγμα που δεν του επέτρεψε να συμφιλιωθεί επίσης με της νεοτερικότητα.  
 
Η ιδεολογική αυτή αλλοτρίωση έχει φθάσει σε τέτοιο βάθος που του έχει απαγορευθεί ακόμη και η δημιουργική αυτονομία σκέψης. Οφείλει να εισάγει και να αποδέχεται δίκην μηρυκαστικού ότι παράγει το «πρωτότυπο» του ευρωπαϊκού/δυτικού κανόνα. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί ο κατήφορος που άνοιξε γι’αυτόν με τη εμφύτευση του δεσποτικού κράτους στη μήτρα του δεν λέει να σταματήσει. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι ο ελληνισμός σήμερα παραμένει δημογραφικά  στάσιμος στο πληθυσμιακό μέγεθος των αρχών του 19ου αιώνα, όταν άλλοι λαοί, μολονότι υπολείπονταν, πολλαπλασίασαν το μέγεθός τους. 
 
Είναι καιρός να συνομολογήσουμε ότι ενοχοποιώντας την κοινωνία για την πολυσήμαντη  δηωτική προσέγγισή της από τους θαμώνες του κράτους, νομιμοποιούμε εντέλει τον κατά συρροήν βιασμό της. Αρκεί να εστιάσουμε την προσοχή μας στον πολιτικό λόγο του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων για να συναγάγουμε αβιάστως ότι το διακύβευα στο οποίο εστιάζεται η προσοχή τους ανάγεται στο δίλημμα ή η ελληνική κοινωνία να απεκδυθεί νοοτροπίες και συμπεριφορές που εκπορεύονται από τις κληρονομιές της ή να μεταβληθεί η Ελλάδα από χώρα σε χώρο, χωρίς ταυτότητα με ζητούμενο τη μεταβολή της σε χωματερή της διεθνούς των αγορών με προσομοίωση στην πολιτισμική σημειολογία της «μπούργκας».  
 
Εφεξής πως επιβάλλεται κατά τη γνώμη σας να πορευτεί η Ελλάδα;           
 
Ένας τρόπος υπάρχει. Να ανακτήσει την ιστορία της, δηλαδή να ανασυνδεθεί με το νήμα της ανθρωποκεντρικής της πορείας και κατ’επέκταση με την πρόοδο. Τούτο σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία καλείται να αξιώσει τη συνάντησή της με τους νομείς του κράτους στο εσωτερικό της πολιτείας, έτσι ώστε να επιβάλει την εναρμόνιση των πολιτικών του με τη βούληση και το συμφέρον της. Να αντιληφθεί ότι η επίκληση της δεοντολογίας και της ηθικής στην πολιτική εξάντλησε τα όριά της και αποδείχθηκε  αναποτελεσματική. Από τη στιγμή που η ελληνική κοινωνία θα συνειδητοποιήσει ότι αιτία του αδιεξόδου της είναι το τριτοκοσμικό για το ανθρωποκεντρικό της ανάπτυγμα κρατικό μόρφωμα, θα πεισθεί ότι δεν είναι ανατάξιμο. Επομένως η μοναδική λύση που της απομένει για να ξαναβρεί τον βηματισμό της στο δρόμο της ιστορίας είναι να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της, σε τελική ανάλυση η μεταβολή πολιτείας και συγκεκριμένα η μεθάρμοση της εκλόγιμης μοναρχίας σε κατ’ελάχιστον αντιπροσωπευτική πολιτεία. Να συνειδητοποιήσει ότι για να τα βρει με τη νεοτερικότητα πρέπει να βρεθεί μπροστά από αυτήν, στο δρόμο του μέλλοντος, στον οποίο οδεύει και ο κόσμος της εποχής μας.   
 
Φωτογραφίες: Γιάννης Μάνος