Πέμπτη, 29 Ιουνίου, 2017 - 04:35

Η ανάγκη για στρατηγική ευθυκρισία

Η νόηση και δη η στρατηγική σκέψη δεν πρέπει να εγκλωβίζονται σε γυάλινους πύργους απομόνωσης και αυταρέσκειας, αλλά να (επι)κοινωνούνται για να διατηρούν και να επιτάσσουν την εθνική εγρήγορση. Πολύ περισσότερο, καθώς οι συνθήκες στο ευρύτερο γεωπολιτικό και διακρατικό περιβάλλον απαιτούν ετοιμότητα και ανάλυση. Εξαρχής πρέπει να τονιστεί ότι απαιτείται μια πολύ προσεχτική προσέγγιση στον δημόσιο λόγο, όταν συζητάμε για τα εθνικά μας συμφέροντα και τις συνακόλουθες επιλογές.

Από τον Νικόλαο Παπαναστασόπουλο*

Σαφώς, όλοι έχουμε τις ιδεολογικές μας αφετηρίες και τις επιστημονικές μας αγκυλώσεις. Όταν όμως μιλάμε για την εξωτερική και αμυντική μας πολιτική επιβάλλεται στρατηγική και όχι ψευδεπίγραφη συναίνεση. Χρειάζεται ενδογενής νηφαλιότητα και απαιτούνται εξωγενείς απαντήσεις. Ως συλλογική οντότητα δεν χρειάζεται να κραυγάζουμε για να πετύχουμε αυτό που θέλουμε. Στρατηγικά μπορείς άλλοτε να είσαι αλεπού, λύκος, κουκουβάγια και κόμπρα για να πετύχεις τον στόχο που θες. Αρκεί βέβαια να έχεις αυτόν τον πληθωρισμό εργαλείων, μέσα από την αναγκαία πολιτική και στρατηγική κουλτούρα, η οποία νοηματοδοτείται ως συναίνεση, συναντίληψη και συνεργασία (αυτό το «συν» και όχι «αντί»). Επομένως, ας είμαστε διαλεκτικά ανταγωνιστικοί, στην όποια σφαίρα της δημόσιας πολιτικής, στην άσκηση, ωστόσο, της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής πρέπει να ξεφύγουμε από τον πολιτικάντικο εγωκεντρισμό και να κινηθούμε στον πατριωτικό «ημείς-κεντρισμό».

Σ’ αυτή τη βάση, ανιχνεύοντας τον ορίζοντά μας, παρατηρούμε ότι υπάρχουν πολλά και ανοιχτά μέτωπα: η δημοσιονομική πληγή, τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, το προσφυγικό, οι σχέσεις με την Αλβανία και τα Σκόπια. Και στα πεδία της αμυντικής και εξωτερικής μας πολιτικής, τέτοιες συνθήκες επιδεινώνουν τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού στρατηγικού σχεδιασμού. Ιστορικά, στους Βαλκανικούς Πολέμους όλοι οι βαλκανικοί λαοί στράφηκαν εναντίον της Τουρκίας και είδαμε τα αντίστοιχα αποτελέσματα. Τώρα παρατηρούμε ότι η Τουρκία, στην περιοχή μας, επιχειρεί να αποτρέψει τον όποιο «συνασπισμό», εκμεταλλευόμενη τις αστοχίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: προσεταιρίζεται τους γείτονές μας, χτίζοντας έναν κλοιό γύρω και μέσα μας (όπως κάνει στη Θράκη). Ενώ, αντίθετα, μέσα από την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, εμείς θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει καλύτερη πολιτική διαχείριση. Αλλά αυτή η εθνική μας αμφιθυμία εκφράζεται, κάθε στιγμή, με αποτέλεσμα να είμαστε πολύ γαλαντόμοι και ονειροπόλοι στις θεωρήσεις και στα δίκαιά μας, αλλά όταν η πραγματικότητα μας προσγειώνει, να τρέχουμε και να μη φτάνουμε.

Είναι γεγονός ότι η Τουρκία, ανέκαθεν στις στιγμές στρατηγικών της διλημμάτων (ίδιον του γεωπολιτικού της DNA) και των ιστορικών της βιωμάτων, επιχειρεί να εξάγει τα προβλήματά της. Προπονείται στον γνωστό, μετά τη μικρασιατική καταστροφή και ειδικά το 1974, «σάκο του μποξ» που λέγεται Ελλάδα. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η χώρα μας, όταν αντίστοιχα η Τουρκία βρισκόταν στο ΔΝΤ και σε δικτατορία, το 1980, είχε πετύχει την εξισορρόπηση, ως προς τα ισοζύγια ισχύος μεταξύ των δύο χωρών. Είναι σαφές ότι για την ώρα δεν πάσχουμε από στρατιωτική ικανότητα, αλλά μάλλον από στρατηγική συμπεριφορά. Και τούτο διότι στη στρατηγική μετράει η εικόνα και η αξιοπιστία. Και αυτή παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Γεωπολιτικά είμαστε σε μια προνομιούχα αυλή που δυο παιδιά, ένα «όμορφο – έξυπνο» και ένα πιο «σωματώδες» παίζουν. Στην αυλή αυτή, της οποίας τα ιδιοκτησιακά όρια είναι σαφή, από πλευράς διεθνούς δικαίου, το άλλο το σωματώδες παιδί αμφισβητεί συνέχεια τους κανόνες και κάνει όλο ζαβολιές.

Από τη στιγμή όμως που η δομικά επιτηρούσα αρχή κρατεί ίσες αποστάσεις, απέναντι στον ζαβολιάρη, τότε κάτι πρέπει να κάνει το όμορφο-έξυπνο παιδί. Να μην παρακαλά συνέχεια για προστασία, καθώς έτσι προκαλεί τον οίκτο και τη βαρεμάρα των επιτηρητών και αυξάνει τις απαιτήσεις του ζαβολιάρη που τον βρίσκει «μπόσικο». Αυτή είναι η πραγματικότητα στα ελληνοτουρκικά, όπου οι ζαβολιές επισημαίνονται, αλλά μπορούν (και πρέπει) να τύχουν και της ανάλογης αντιμετώπισης. Αρκεί ο όμορφος και έξυπνος (χρησιμοποιώντας ανάλογα τη δύναμη ή την αδυναμία του, όπως συμβαίνει στο τζούντο) να είναι αξιόπιστος και αποτελεσματικός. Αναντίρρητα, λοιπόν, δεν πρέπει να φετιχοποιούμε τον αντίπαλο (η άλλη πλευρά σε μια επίδειξη θράσους αν όχι αφέλειας έβαλε όλη τη στρατιωτική της ηγεσία σ’ ένα σκάφος!!! Θα μου πείτε όμως ότι βρίσκει «τα μπόσικα»). Απέναντι λοιπόν σε μια τέτοια κατάσταση, η αλλαγή παραδείγματος και συμπεριφοράς στα ελληνοτουρκικά θέλει αργά, σταθερά και σε βάθος χρόνου βήματα (ήτοι μια υψηλή στρατηγική), χωρίς να δαιμονοποιούμε εαυτούς.

Στο εθνικό μας σώμα, το μυαλό είναι η ηγεσία. Τα χέρια, οι βραχίονες και τα άκρα είναι η δημόσια διοίκηση που εκτελεί τις εντολές, ενώ η ψυχή, η καρδιά είναι η κοινωνία, μέσα από το παιδευτικό και αξιακό της κεφάλαιο. Όταν όλα αυτά διακρίνονται από ουσιαστικό περιεχόμενο, δηλαδή υπάρχει η φαιά ουσία, η «καλοκαγαθία» (ως ρώμη, σύνεση και μυαλό), το εθνικό σώμα βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Αν όμως ένα μέρος δεν λειτουργεί καλά, τότε «το εθνικό όλον» θα έχει προβλήματα. Ως εκ τούτου, όσο η χώρα μας θα βρίσκεται, υπό το μνημόνιο, τόσο θα ατροφεί σε θέματα άμυνας και ασφάλειας.

Και τούτο διότι όσο διαρκούν οι οικονομικές περικοπές στον προϋπολογισμό της άμυνας, τόσο θα έχουμε προβλήματα. Πέρα από το αξιόμαχό μας που βασίζεται στη στρατηγική ποιότητα και όχι στην ποσότητα, είναι χρήσιμο να δούμε και τον παράγοντα της τεχνολογικής αναβάθμισης που πάντα συνιστά έναν θεμελιώδη συντελεστή. Τούτων δοθέντων, απαιτείται νοητικό, στρατηγικό και θεσμικό σφρίγος, μέσα από τις αναγκαίες δομές συνέχειας. Δυστυχώς αυτό που ζούμε στην πολιτική (και πληρώνουμε!) είναι ότι οι πολιτικοί για πολλούς και διαφόρους λόγους στον σχεδιασμό τους λειτουργούν ως παίκτες του πόκερ και όχι ως σκακιστές. Και αυτός ο εθισμός διαποτίζει θεσμικά και όλους τους αρμόδιους.

Γι’ αυτό και πρέπει να ξεφύγουμε από αυτή τη νοοτροπία, αποκτώντας μια άλλη ματιά, πιο οξυδερκή απέναντι στις κρίσεις που μας ταλανίζουν. Και αυτή η οξυδέρκεια, η στρατηγική ευθυκρισία διέρχεται μέσα από οργανωτικά και οπτικά πρίσματα που βλέπουν σε βάθος και έχουν ως γνώμονα το εθνικό και μόνο συμφέρον.

*Ο Νικόλαος Παπαναστασόπουλος είναι Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το συγγραφικό του έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

Φωτό: Χαρά Γάτσιου