Κυριακή, 19 Αυγούστου, 2018 - 08:08

Η φιλανδοποίηση της ελληνικής κοινωνίας

Αύριο το πρωί οι Τούρκοι κάνουν απόβαση και καταλαμβάνουν ένα ελληνικό νησί, έστω ακατοίκητο. Η ελληνική κοινωνία «σοκάρεται» για νιοστή φορά και η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίσει αν θα επέμβει στρατιωτικά για να επανακαταλάβει έδαφος της ελληνικής επικράτειας. Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης που θα γίνουν με το ερώτημα αν η Ελλάδα πρέπει να ξεκινήσει πόλεμο εναντίον της Τουρκίας, θα φανερώσουν ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις για την ψυχοσύνθεση και τον τρόπο σκέψης μας, τις οποίες αρνούμαστε ως έθνος να δούμε κατάματα. Ενώ άπαντες θα εκφράσουμε την εθνική οργή μας για την εισβολή, όταν το ερώτημα τεθεί ευθέως περί πολέμου ή όχι, η οργή θα μετριαστεί. Όταν μάλιστα τεθεί το ζήτημα της φυσικής παρουσίας ημών στις εχθροπραξίες, τότε τα εθνικά πάθη θα καταλαγιάσουν και θα «πρυτανεύσει η μετριοπάθεια και η αυτοσυγκράτηση».  

Από τον Ηλία Δημητρέλλο

Η ελληνική κοινωνία αρχής γενομένης από την εισβολή στην Κύπρο το 1974 (ενδεχομένως και προγενέστερα) έχει αποδεχθεί πλήρως τη μη αντίδρασή της σε οποιαδήποτε ενέργεια της Άγκυρας εναντίον των εθνικών συμφερόντων μας. Η περίφημη ρήση «η Κύπρος είναι μακριά» μετά την εισβολή του Αττίλα, ακόμη και αν δεν ειπώθηκε, απηχούσε πλήρως τις διαθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, που προτιμούσε την εθνική ταπείνωση, τον θάνατο και την εξαφάνιση χιλιάδων Κυπρίων και Ελλαδιτών, καθώς και την απώλεια εθνικών εδαφών, από την ένοπλη αναμέτρηση με την Τουρκία. Έτσι, η απόφαση «μη πόλεμος» τότε έγινε ασμένως δεκτή από τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων. Τα υπόλοιπα απλώς αποτελούν εθνικοί μύθοι.

Η Τουρκία αμέσως διέγνωσε την λιγοψυχία τόσο της ελληνικής κοινωνίας, όσο της ελληνικής ιθύνουσας τάξης και μεθοδικά επιβάλει έκτοτε τετελεσμένα εις βάρος της χώρας μας. Παρά τους κατά περιόδους παπανδρεϊκούς θεατρινισμούς με πομπώδεις φράσεις όπως «βυθίσατε το Χόρα» (την οποία ακολούθησε το «Mea culpa» στο Νταβός…) η Ελλάδα σε κάθε ένταση με την Τουρκία, ουχί μόνο έχει υποχωρήσει, αλλά σε πολλές περιπτώσεις έβαλε την ουρά στα σκέλια (βλ. S-300, Ίμια, Οτσαλάν, casus belli, Σχέδιο Ανάν κλπ). Για αυτό το λόγο άλλωστε στις εκλογές που έλαβαν χώρα το Σεπτέμβριο του 1996, ήτοι οκτώ περίπου μήνες μετά την τραγωδία των Ιμίων και τη συμφωνία «No ships, no troops, no flags» που επέβαλαν οι ΗΠΑ, το ελληνικό εκλογικό σώμα επί της ουσίας επιβράβευσε τον κ. Σημίτη ότι δεν οδήγησε την χώρα σε πόλεμο για «κάτι βράχους στην θάλασσα», όπως είχε πείσει η κυρίαρχη άποψη εκείνη την περίοδο.

Η κρίση των Ιμίων είναι κομβικής σημασίας, καθώς για πρώτη φορά από το 1922, η Ελλάδα έχασε επί της ουσίας εθνικό έδαφος. Ξεγύμνωσε δε από επιχειρήματα την ελληνική ελίτ, η οποία ένεκα ανικανότητας και ατολμίας, αλλά και των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει στον ξένο παράγοντα, είχε επενδύσει σε πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας. Ούτε όμως και η ελληνική κοινωνία επιθυμούσε να πάμε σε πόλεμο, γι’ αυτό και ουδείς αντέδρασε, παρά τον χαμό των τριών παλικαριών.

Και ναι μεν η καθεστηκυία τάξη της χώρας φοβάται ότι πιθανή ήττα της Ελλάδος σε στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία, ακόμη και σε περιορισμένη κλίμακα, θα προκαλέσει και την δική της βίαιη πτώση, αλλά και η ελληνική κοινωνία επουδενί θέλει να θέσει σε κίνδυνο τον τρόπο ζωής της κι όσα – ο καθείς – θεωρεί ως επίτευγμα.  
Διότι είναι ανέξοδο και εύκολο να συμμετέχουμε κατά εκατοντάδες χιλιάδες στα συλλαλητήρια για την Μακεδονία (και ορθώς) απέναντι σε ένα μάλλον αδύναμο αντίπαλο. Όταν ο αντίπαλος όμως είναι η Τουρκία, της οποίας ηγείται ένας ημίτρελος μεν, αλλά αποφασισμένος για όλα Ερντογάν, που δεν θα διστάσει να κάνει χρήση της πολεμικής ισχύος της χώρας του, τα εθνικά μας αντανακλαστικά συρρικνώνονται εκουσίως.

Αλήθεια, ποιανής άλλης χώρας ο εθνικός εναέριος χώρος γίνεται σουρωτήρι από παραβιάσεις αεροσκαφών γειτονικής χώρας επί δεκαετίες, και αυτή η χώρα έχει αποδεχθεί πλήρως το εν λόγω status quo; Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία δεν δίστασε να καταρρίψει μαχητικό της Ρωσίας, όταν αυτό παραβίασε τον εθνικό εναέριο χώρο της για 40-50΄΄. Ποιος Έλληνας πιστεύει ειλικρινά ότι πρέπει να καταρρίπτουμε τα τούρκικα αεροσκάφη για να προστατέψουμε την επικράτειά μας; Ρητορική φυσικά η ερώτηση.  

Η ελληνική κοινωνία έχει αποδεχθεί συνειδητά την εν εξελίξει φιλανδοποίηση της χώρας μας. Φιλανδοποίηση που πρώτα έχει αποδεχθεί η καθεστηκυία τάξη. Αποδεχόμαστε δηλαδή την εθνικό ευνουχισμό μας, υπό τον φόβο ότι οδηγούμενοι σε σύρραξη με την Τουρκία θα χάσουμε πολλά περισσότερα. Προτιμούμε τη με κάθε κόστος υποχώρηση, από τη στρατιωτική εμπλοκή, την οποία όμως εμπλοκή είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν θα καταφέρουμε να αποφύγουμε στο τέλος, καθώς δεν είναι μακριά η στιγμή που η Τουρκία θα επιδιώξει να επιβάλει στρατιωτικά τετελεσμένα, όπως ακριβώς έπραξε στην Κύπρο.

Το ερώτημα που ευλόγως τίθεται είναι αν αυτή η διαδικασία είναι αναστρέψιμη ή όχι. Θεωρώ ότι δεν είναι αναστρέψιμη, λαμβανομένης υπ’ όψιν της πλαδαρότητας της σκέψης που έχει επικρατήσει, αν όχι θριαμβεύσει μεταπολιτευτικά. Κάπως έτσι έχουμε επιλέξει τον στρουθοκαμηλισμό ως τρόπο σκέψης και στάση ζωής.
 

Ζωγραφική: Μέντης Μποσταντζόγλου (Μποστ)