Παρασκευή, 7 Μαΐου, 2021 - 09:02

Το άγχος του κ. Σημίτη

Αποτελεί συχνό φαινόμενο παγκοσμίως, πολιτικοί ηγέτες που άφησαν το στίγμα τους στην εγχώρια ή διεθνή σκηνή, ευρισκόμενοι στα δυσμάς του βίου τους, να προβαίνουν στη συγγραφή βιβλίου εν είδει αυτοβιογραφίας ή πολιτικής παρακαταθήκης. Κύριος όμως σκοπός της συγγραφής είναι να προκαταβάλουν τον ιστορικό του μέλλοντος αναφορικά με τα πεπραγμένα τους κατά την διάρκεια του πολιτικού τους βίου και να διασώσουν ή να φτιασιδώσουν την υστεροφημία τους. Επιχειρούν δηλαδή να γράψουν εκείνοι πρώτοι την ιστορία από την δική τους σκοπιά και τοιουτοτρόπως να επηρεάσουν τους ιστορικούς, καθοδηγώντας τους μέσα από το βιβλίο τους. Μόνη τους έννοια, να είναι η Ιστορία επιεικής μαζί τους.
 
Γράφει ο Ηλίας Δημητρέλλος
 
Ενεργώντας προφανώς στο πλαίσιο αυτό ο τέως πρωθυπουργός, κ. Κώστας Σημίτης, αποφάσισε να συγγράψει κι εκείνος ένα βιβλίο που θα πραγματεύεται την εξωτερική πολιτική που άσκησε κατά την διάρκεια της θητείας του και η οποία σημαδεύτηκε από αρκετά, είναι αλήθεια, σημαντικά και οδυνηρά γεγονότα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η υστεροφημία των κυβερνήσεων Σημίτη μόνο θετική δεν είναι, δεκαεπτά έτη μετά την ήττα του το Μάρτιο του 2004. Και ναι μεν, τυπικά δεν ήταν εκείνος αντίπαλος του κ. Κώστα Καραμανλή, αλλά ο κ. Γιώργος Παπανδρέου, αλλά η κυβερνητική θητεία του κ. Σημίτη ήταν που κρίθηκε και καταψηφίστηκε από τον ελληνικό λαό με μεγαλειώδη και μάλλον ανεπανάληπτα εκλογικά ποσοστά. Είναι επίσης αλήθεια ότι τα χρόνια που ακολούθησαν, δύο κορυφαίοι υπουργοί των κυβερνήσεών του κατέληξαν στην φυλακή για διασπάθιση δημοσίου χρήματος, ενώ την θητεία του σημάδεψαν άνευ άλλου το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου και το υπερβολικό κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων και δη τα πολυδάπανα έργα που μετά το πέρας τους ήταν απολύτως άχρηστα. Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων άνοιξε την πόρτα για την ελληνική χρεοκοπία έξι μόλις χρόνια μετά.
 
Κυρίως όμως η θητεία του κ. Σημίτη σημαδεύτηκε από τραγικά γεγονότα που ακόμη και σήμερα θεωρούνται κομβικά για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η κρίση των Ιμίων τον Ιανουάριο του 1996 που οδήγησε στον χαμό των τριών παλικαριών, στην άρον – άρον απόσυρση της ελληνικής σημαίας από τα νησιά και στο «ευχαριστώ» του κ. Σημίτη από το βήμα της ελληνικής βουλής στους Αμερικάνους, έχουν στοιχειώσει κάθε Έλληνα έκτοτε. Η επιλογή της άτακτης υποχώρησης της ολίγων ημερών κυβερνήσεως του ενώπιον της σύγκρουσης με τους Τούρκους δεν ξεχάστηκε και δεν συγχωρήθηκε, καθώς ο κ. Σημίτης κατηγορήθηκε ότι προτίμησε τη συνδιαλλαγή με τον ξένο παράγοντα για να παραμείνει στην εξουσία. Για το λόγο αυτό δεν είναι τυχαίο ότι η επέτειος της τραγωδίας των Ιμίων κάθε χρόνο προκαλεί θλίψη και αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το τι ακριβώς συνέβη τότε. Εκείνο πάντως που είναι απολύτως βέβαιο είναι ότι για πρώτη φορά από συστάσεως του ελληνικού κράτους, αμφισβητήθηκε με επιτυχία η κυριαρχία εθνικού εδάφους, έστω και δια της «γκριζοποιήσεως». 
 
Τα Ίμια ακολούθησαν η Συμφωνία της Μαδρίτης τον Ιούλιο του 1997, όταν η Ελλάδα αναγνώρισε για πρώτη φορά ότι η Τουρκία έχει νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική της κυριαρχία, και ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να ασκήσει μονομερώς κανένα δικαίωμά της. Τοιουτοτρόπως απεμπολήσαμε το μονομερές δικαίωμά μας να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα, όπως ρητά προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας, καθιστάμενοι επί της ουσίας όμηροι των ορέξεών της.
 
Αλλά και με την πολυδιαφημισμένη απόφαση του Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999, η κυβέρνηση του κ. Σημίτη αποδέχθηκε τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως υποψήφιας χώρας για ένταξη στην Ε.Ε., χωρίς να μεριμνήσει να λάβει ως αντάλλαγμα από την Άγκυρα την άρση του casus belli και τον έμπρακτο σεβασμό του διεθνούς δικαίου και δη του Δικαίου της Θάλασσας. Τουναντίον, αποδεχθήκαμε την δυνατότητα μονομερούς προσφυγής της Τουρκίας στη Χάγη εναντίον μας για «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα», ήτοι ουχί μόνο για την υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ που είναι η μόνη διαφορά που αναγνωρίζουν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1974. 
 
Είχε βέβαια προηγηθεί η παράδοση – προδοσία του ηγέτη των Κούρδων Αμπντουλάχ Οτζαλάν τον Φεβρουάριο του 1999 στους Τούρκους, κατά την οποία ενεπλάκη μέρος του κρατικού μηχανισμού της χώρας (ΥΠΕΞ, ΕΥΠ κλπ, βλ. «Μεγάλος Τραγουδιστής») για να καταλήξει ο Άπο από την Ελλάδα στην Κένυα και μετά στις τούρκικες φυλακές στο Ιμραλί. Η παγκόσμια ιστορία δεν έχει να επιδείξει ανάλογο γεγονός μοναδικής ατιμίας, όπου ο ηγέτης ενός έθνους παραδίδεται – προδίδεται στον θανάσιμο εχθρό σου (και εχθρό του). 
 
Τα ανωτέρω «επιτεύγματα» των κυβερνήσεων Σημίτη ούτε έχουν ξεχαστεί, ούτε θα ξεχαστούν, παρά την προσπάθεια και τότε και τώρα πλείστων όσων «προθύμων» ώστε να αποσιωπηθούν ή έστω να στρογγυλευθούν. Έχουν σημαδέψει την χώρα, η δε εκλογική του ήττα το 2004, του στέρησε την δυνατότητα να ολοκληρώσει το «έργο» του στα ελληνοτουρκικά σύμφωνα με τα πιστεύω του. Και ευτυχώς, θα πω εγώ, καθώς στον κ. Καραμανλή μπορεί ίσως να καταλογίσει κανείς αρκετά για τα πεπραγμένα του στο εσωτερικό μέτωπο, αλλά στα εξωτερικά απέδειξε ότι εκινείτο μακρυά από τις λογικές Σημίτη και των συν αυτώ. Και ενδεχομένως να το πλήρωσε αυτό εν τέλει ο κ. Καραμανλής. 
 
Τα γνωρίζει αυτά λοιπόν ο κ. Σημίτης και το γεγονός αυτό προφανώς του προκαλεί άγχος για την υστεροφημία του. Γι’ αυτό γράφει και το εν λόγω βιβλίο και βάλλει εναντίον όποιων του στάθηκαν εμπόδιο. Επιχειρεί έστω και την ύστατη στιγμή να πετύχει να ξεχαστούν και να διαστρεβλωθούν τα ανωτέρω. Ευλόγως από τη μεριά του. 
 
Κι εγώ στην θέση του το ίδιο θα έκανα.
 
ΦΩΤΟ: Ο επιτάφιος, Ζωγραφική Θεόδωρος Ράλλης