Σάββατο, 31 Ιουλίου, 2021 - 23:05
<

Αρχιτεκτονήματα ως ομιλούντα σημεία*

Tα αρχιτεκτονήματα ως ομιλούντα σημεία καθίστανται κριτές συνειδήσεως. Τούτο δε καθώς, ακόμη και η έστω φευγαλέα θέασή τους, ανασύρει το στοιχείο ενός ηθικού δισταγμού, δηλαδή προσωπικής διάστασης ευθύνης για το συλλογικό μας μέλλον.
 
Από την Μερσίλεια Αναστασιάδου*
 
Σε ραδιοφωνική εκπομπή τιτλοφορούμενη «Διά ἀνθύμησιν καιροῦ καί τόπου», φράση εύγλωττα διατυπωμένη στο Χρονικόν του Λεοντίου Μαχαιρά, αναφέρθηκε, ειρήσθω εν παρόδω, πως για την κατασκευή της οχύρωσης της Λευκωσίας κατά τον 16ο αιώνα, κρίθηκε ως επιβεβλημένη η κατεδάφιση 1800 και πλέον κατοικιών. Η εν λόγω ενέργεια, εκ των πραγμάτων, ανασκεύασε την όποια ρυμοτομία της πόλεως, ενώ πλείστοι εκ των κατοίκων της κατέληξαν άστεγοι.
 
Λαμβάνοντας το ως άνω στιγμιότυπο στον ρου της ιστορίας ως έναυσμα, εκφράζονται σκέψεις ως προς τις εκπεφρασμένες ή και άρρητες διαστάσεις, που αποπνέουν τα κτήρια σε έναν γεωγραφικό χώρο και δη για τον πληθυσμό που μεγάλωσε πέριξ αυτών. 
 
Για τους «παροικούντες την Κύπρο» η παράσταση απώλειας εδάφους διά του βίαιου εκπατρισμού και της μεθοδευμένης καταστροφής, είναι εξόφθαλμα παρούσα και κατάσαρκα γνώριμη. Προς τι η καταστροφή, το γκρέμισμα, η εγκατάλειψη, εν προκειμένω στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχή της νήσου; Εφόσον η «κατασκευή της καταστροφής» είναι εκ προθέσεως και άρα συνειδητή διαδικασία από εξωτερικά πολιτικά κέντρα, τότε σαφώς η στόχευσή της είναι η συν τω χρόνω απάλειψη της συναισθηματικής εμπλοκής με τον υπό αναφορά χώρο, της απώλειας ενδιαφέροντος και σε τελευταία ανάλυση της στέρησης της μνήμης. Λογικός ειρμός είναι το σχήμα που ακολουθεί: Εάν δεν ενθυμούμαι κάτι, δεν τίθεται ζήτημα να το αποκαταστήσω, πολλώ δε μάλλον, να το υπερασπιστώ. 
 
Με σαφώς διαφοροποιημένο χρωματισμό καταγράφονται πρόσφατα περιστατικά καταστροφής αρχιτεκτονημάτων στο κέντρο της πρωτεύουσας της Κύπρου. Η αναφορά παραπέμπει σε κτήρια, τα οποία, αν και υπήρξαν θεσμικώς κατοχυρωμένα ως χρήζοντα διατήρησης, έτυχαν μιας αλλότριας μεταχείρισης, μιας μεταχείρισης που τα κατέστησε, μέχρι νεοτέρας, ερείπια.
 
Ανεξαρτήτως του ανωτέρω περιστατικού, στην εν γένει διαδικασία γκρεμίσματος, αντιπαρατίθεται μία οπτική που εστιάζει στην οικονομική μεγέθυνση διά της μεταβολής χρήσης των εκάστοτε κτηρίων. Τούτη θα μπορούσε να προκύψει μέσω της οικοδόμησης νέων κτηριακών συγκροτημάτων τύπου ουρανοξύστη στη θέση παλαιών κατοικιών. Με σχετική επιφύλαξη σε σχέση με μια δυνάμει κατάσταση ανεξέλεγκτου οικοδομικού οργασμού, καταγράφεται η εξής ένσταση. Ακόμη και εάν μία έρημος μετατραπεί σε τύποις Λας Βέγκας, εάν αποστερείται πολιτισμού, θα επανέλθει μόλις εκδηλωθεί κάποια χρηματοπιστωτική ανισορροπία, και πάλι στην προτέρα κατάσταση, δηλαδή έρημο και μάλιστα καταμαρτυρούσα την κενότητά της. Το κενό, σε αυτή την περίπτωση, δεν αποδίδεται μόνο ως προς τη χωρική διάσταση, αλλά διαχέεται στα άτομα, φορείς ενός συλλογικού εαυτού, που επέτρεψαν μια τέτοια πολιτισμικά άνυδρη συνθήκη.
 
Τι θα μπορούσε να δηλώνει ένα οικοδόμημα, ένα αρχιτεκτόνημα, δηλαδή μια κατοικία, ένα μνημείο; Η όποια τεκτονική «ιδιοτροπία» εκφράζει αφ’ εαυτού πολιτισμό, ποιότητα, μοναδικότητα, ιστορία, παράδοση, αξιακό σύστημα, αγώνες –προσωπικούς ή συλλογικούς-, κυρίως εκφράζει την ιδιοπροσωπία ενός λαού. Στις γραμμές που ακολουθούν, με μνημονικά τεχνάσματα σχηματοποιείται η αναφορά στην «ιδιοτροπία». 
 
Στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας τη δεκαετία του 1950 καταξιώθηκε η έννοια της ευθυτενούς προσέγγισης της ζωής, αποδίδοντας εκ παραλλήλως νοηματοδότηση στον θάνατο (Φυλακισμένα Μνήματα). Τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως οριοθετούνται ως απτές μαρτυρίες μιας μη επιδεχόμενης επανάληψης, αποτρόπαιης πραγματικότητας. Η εικόνα ενός Παρθενώνα είναι απαράμιλλα δηλωτική μιας ακμάζουσας, φωτοβόλου εποχής. Στους πρόποδές του, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, καθ’ εις αφουγκράζεται την παιδευτική λειτουργία ως καθημερινή κοινωνική διαδικασία. Η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη αποτελεί κόσμημα οικουμενικών διαστάσεων. Αντιστοίχως, η μέσω διαταγμάτων μετατροπή της σε τέμενος, προδίδει, και σε αυτή την περίπτωση, μια πολιτισμικά στείρα, έμπλεη μιας αναχρονιστικής, σουλτανικής νοοτροπίας προσέγγιση του κόσμου. 
 
Στο, διά χειρός Γιώργου Σεφέρη, φωτογραφικό ντοκουμέντο ενός τοίχου στο χωριό Άλωνα της Κύπρου συμπυκνώνεται σε λίγες μόνο λέξεις το ιδανικό της ελευθερίας ως προαιώνιος πόθος («Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες»). Και πάλι στα καθ’ ημάς, παρατίθεται μια ασπόνδυλη διατύπωση, εκείνη της «Πράσινης Γραμμής». Το μόνο της πράσινο εντοπίζεται στην αφοπλιστική φύση και στην ανυπότακτη βλάστηση, όπου η παρεμβολή της στο εσωτερικό των κτηρίων καθιστά ακόμη πιο διαυγή την απονευρωμένη και ξέπνοη όψη τους.  Εύγλωττη εικόνα μιας ομολογουμένως «Νεκρής Ζώνης».
 
Είναι πρόδηλη η θέση πως τα κτήρια αποτελούν προϊόντα πολιτισμού. Ο τελευταίος γεννιέται σε έναν συγκεκριμένο χώρο, σε μια χρονική περίοδο και σε συνθήκες, που επέτρεψαν τη δημιουργία, την καλλιέργεια, την ακμή ή την αλλοτρίωσή του. 
 
Πώς προσλαμβάνεται η σημασία των κτηρίων; Τα αρχιτεκτονήματα ενέχουν αβίαστα τον χαρακτήρα ομιλούντων σημείων. Εμπερικλείουν την ψυχή εποχών και ανθρώπων. Εγγενώς λειτουργούν ως αδιάλειπτη, καθημερινή και εν τέλει ζώσα υπόμνηση ενός ιδιάζοντος τρόπου ύπαρξης και πορείας σε ένα, κατά το μάλλον ή ήττον, αφομοιωτικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, συνιστούν τρόπο διατήρησης της θεσμικής μνήμης και της εθνικής επίγνωσης. 
 
Συνεπώς, βασική τους μηνυματική λειτουργία είναι η ανάκληση μνήμης. Μνήμης εκδηλούμενης άλλοτε ως αρνητική παράσταση και σκιώδεις βηματισμοί, υπονομευτικοί του ανθρώπινου πολιτισμού και άλλοτε ως στιγμές υπερηφάνειας και συλλογικής ανάτασης.
 
Εφόσον πραγματώνεται η τελευταία συνθήκη προδιαγράφει δυνητική επανάληψη παρόμοιων στιγμών στο εγγύς ή απώτερο μέλλον. Υπ’ αυτό το σκεπτικό, η σημασία της διατήρησης των αρχιτεκτονημάτων αφορά στους επόμενους. Να θυμούνται από πού
έρχονται.
 
Αναπόδραστα, εξωγενείς και όχι μόνο πειθαναγκασμοί θα επιχειρήσουν, από καιρού εις καιρόν, να ρυμουλκήσουν τις συνειδήσεις προς είδη ευμάρειας, που εξομοιώνονται με σύγχρονες δουλείες. Σε μια τέτοια προοπτική, τα αρχιτεκτονήματα ως ομιλούντα σημεία καθίστανται κριτές συνειδήσεως. Τούτο δε καθώς, ακόμη και η έστω φευγαλέα θέασή τους, ανασύρει το στοιχείο ενός ηθικού δισταγμού, δηλαδή προσωπικής διάστασης ευθύνης για το συλλογικό μας μέλλον.
 
*Μερσίλεια Αναστασιάδου, Λέκτορας Διπλωματίας και Διεθνών Σχέσεων, Τμήμα Ιστορίας, Πολιτικής και Διεθνών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου