Κυριακή, 17 Οκτωβρίου, 2021 - 13:10
<

Ο Μίκης όλων των Ελλήνων

Πόσο δύσκολο να έχεις μεγαλώσει από παιδί με τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και να πρέπει να διαχειριστείς ξαφνικά τον θάνατο του. Ξέρεις ότι έχει περάσει τα 90, ξέρεις ότι κανείς δεν είναι αθάνατος, αλλά έχεις πλάσεις χρόνια στο μυαλό σου, ότι ένας Μίκης δεν πεθαίνει ποτέ …Γι αυτό το σοκ ήταν μεγάλο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο το πρωινό εκείνης της Πέμπτης. Στην άλλη γραμμή ο Παύλος, «πέθανε ο Θεοδωράκης» μου είπε με αγωνία στη φωνή του. Μα γιατί είπα μέσα μου, αρνούμενος να παραδεχθώ την μοιραία κατάληξη της ζωής ενός ανθρώπου. Αλλά για ποιόν άνθρωπο λέμε, ήταν άνθρωπος; Ή μήπως ήταν ένας μύθος… Ένας θεός επάνω στη γή;
 
Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες
και περπατώ στα ξένα
είναι το σπίτι ορφανό
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά κλαμένα
 
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή…
 
Οι σκέψεις στριφογυρίζουν στο μυαλό, τα χρόνια περνάνε συνέχεια από μπροστά μου, νομίζω ότι ο Θεοδωράκης όχι για μένα αλλά για τους περισσότερους Έλληνες είναι κομμάτι της ζωής τους, του πόνου που βίωσαν, της ψυχής τους, της αγωνίας για επιβίωση, της αδικίας που ζητά δικαίωση και τόσα άλλα…
 
Ένας και μοναδικός ο Μίκης Θεοδωράκης.
 
Οι λέξεις μαγικός, παγκόσμιος είναι λίγες για να αποδώσουν τον Μίκη της Ελλάδας, τον Μίκη που μας συντρόφευσε και θα μας συντροφεύει για πάντα, τον Μίκη της αντίστασης, της αντίδρασης στα στερεότυπα, τον Μίκη που δεν ήθελε να συμβιβάζεται, τον Μίκη που έψαχνε πάντα το διαφορετικό ακόμη και στα βαθιά του γεράματα
 
Γωνιά γωνιά σε καρτερώ
Γωνιά γωνιά σε ψάχνω
Ψάχνω να βρω τα μάτια σου
Κι απ' τον καημό τα χάνω
 
Αλλού απλώνεται δροσιά
Κι αλλού χιονιάς σφυρίζει
Και τ' όνειρο που χάνεται
Πάει και δε γυρίζει…
 
Θυμάμαι, ταξιδεύοντας μια φορά για τη Μεσσηνία με τους γονείς μου σε μια στάση, πούλαγαν τότε σε ένα τουριστικό κασέτες, δεν υπήρχαν CD. Η ματιά μου έπεσε σε μια κασέτα με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση να τραγουδά σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Έλαμψα από χαρά και με λίγες δραχμές η κασέτα ήταν δική μου. Το τραγούδι "Ένα δειλινό" με συντροφεύει από τότε...
 
Ένα δειλινό, ένα δειλινό
Ένα δειλινό σαν τον σταυραετό
Χίμηξε, πα στις θάλασσες, χίμηξε, πα στους κάμπους
Κάνε ν' ανθίσουν τα βουνά, ω, ω, και να χαρούν οι ανθρώποι…
 
Άκουγα για πολλά χρόνια τον Μίκη Θεοδωράκη, είτε με τραγούδια, είτε ορχηστρικά, γαλήνευε η ψυχή, θέριευε μέσα μου εκείνα τα νεανικά για μένα χρόνια η καρδιά μου. Θυμάμαι ότι από τότε, που χαμογελούσα κρυφά, όταν έβλεπα συγκεκριμένα κόμματα να του βάζουν «ταμπέλα» και να χρησιμοποιούν τα τραγούδια του. Καλά έκαναν οι άνθρωποι δεν λέω, όμως ο Θεοδωράκης ήταν όλων των Ελλήνων. Από τη στιγμή που μιλά στην ψυχή σου είτε αριστερός είσαι, είτε κεντρώος είτε δεξιός, ο Μίκης είναι στην καρδιά σου
 
Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα
Χωρίς να γνωρίζω κανένα
Κι ούτε κανένας, κι ούτε κανένας
Με γνώριζε, με γνώριζε…
 
Η απλότητα παράλληλα αυτού του ανθρώπου, η υπομονή, η αντοχή του στην εξορία, το εξωτερικό, η πολυτάραχη ζωή σε έκανε να τον βλέπεις σαν είδωλο. Είναι είδωλο ο Μίκης, είναι ο άνθρωπος που έκανε το συρτάκι πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο με τον «Ζορμπά», σε απίθανα μέρη της γής, αλλά είναι και ο γείτονας, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας.
 
Στη Ζάτουνα της Αρκαδίας, σε ένα από τα μέρη που εξορίστηκε, το σπίτι το φύλαγαν οι αστυνομικοί. Ο Θεοδωράκης έπαιζε τραγούδια στο πιάνο και έβγαινε στο μπαλκόνι και φώναζε «Χατζηδακης» «Χατζηδάκης» για να μην τον ενοχλούν. Κάποια στιγμή, οι αστυνομικοί αφού τον είχαν συνηθίσει του είπαν «αφού είναι δικά σας κε Μίκη»…
 
Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου
 
Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου
 
Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες …
 
Όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης προσέγγισε τον Μίκη Θεοδωράκη, ένας πολιτικός που η ιστορία έχει αποδείξει ότι έβλεπε πολύ μπροστά από την εποχή του, πολλοί τον είπαν βιαστικά «προδότη». Ήταν η εποχή που γινόταν μια μεγάλη προσπάθεια να σβήσουν πολιτικά μίση και πάθη, προσπάθεια στην οποία είχε ενεργό ρόλο ο αείμνηστος Παύλος Μπακογιάνης, ο οποίος δολοφονήθηκε άνανδρα από τους τρομοκράτες της «17 Νοέμβρη». Πολλοί γύρισαν την πλάτη τότε στον Μίκη Θεοδωράκη, γιατί ούτε καν είχαν το μέγεθος για να αντιληφθούν το σκεπτικό του.
 
Αν θυμηθείς το όνειρό μου σε περιμένω να 'ρθεις
Με ένα τραγούδι του δρόμου να 'ρθεις όνειρό μου
Το καλοκαίρι που λάμπει τ'αστέρι με φως να ντυθείς…
 
Ο Μίκης ήταν πιο πατριώτης από τους δεξιούς και πιο αριστερός από τους αριστερούς και ας τον «αποκήρυξε» ουσιαστικά το ΚΚΕ σφυρίζοντας αδιάφορα για τα όσα έλεγε ο διάσημος μουσικοσυνθέτης τα τελευταία χρόνια.
 
Ο Μίκης είναι μουσική, πολιτική, ανθρώπινη ιστορία του βασανισμένου τόπου μας. Δεν κράτησε κακία, δεν εκδικήθηκε, ότι είχε να πει το έλεγε με τη μουσική του, αλλά και τον πύρινο λόγο του.
 
Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!
 
Μια φορά τον συνάντησα στο σπίτι στην Ακρόπολη για μια μικρή συνέντευξη. Όσο μεγάλος ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης άλλο τόσο ήταν λιτός και απλός.
 
Σας παρακαλώ, μην βάζετε ταμπέλες κομματικές, ο Μίκης Θεοδωράκης είναι όλων των Ελλήνων, όλου του κόσμου.
 
Από ψηλά σίγουρα θα μαγεύει με την μπαγκέτα του ακόμη και τους αγγέλους.
 
Αθάνατος…