Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου, 2019 - 09:54

Δημήτρης Καιρίδης: Πολιτική απάτη ο ΣΥΡΙΖΑ

Ο καθηγητής Δημήτρης Καιρίδης είναι νεοεισερχόμενος στην πολιτική ως υποψήφιος βουλευτής της ΝΔ, στην Β΄ Αθηνών, στον Βόρειο Τομέα. Προ πολλού, με τον δημόσιο λόγο του, όχι μόνο τώρα κατά την προεκλογική του εκστρατεία, έχει ξεχωρίσει για την πολιτική του αντίληψη και ευστροφία, το μεγάλο μήκος της σκέψεως του και βέβαια για το υπόβαθρο της παιδείας του. Έχει διδάξει διεθνή και ευρωπαϊκή πολιτική στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, στο Harvard  και στοTuft και τώρα στο Πάντειο. Ωστόσο, οι κατά καιρούς θέσεις του πάνω σε εθνικά θέματα, παρερμηνευμένες ή μη, προκάλεσαν αντιδράσεις σε τμήμα της κοινής γνώμης. Ο ίδιος τις απέδωσε σε διαστρέβλωση των λεγομένων του και στον «πόλεμο λάσπης» που δέχεται η υποψηφιότητά του. Κατόπιν τούτου, στη συνάντηση που είχαμε μαζί του, του ετέθη ερώτηση περί της Συμφωνίας των Πρεσπών. Γεννημένος στην Καβάλα, απάντησε –νομίζουμε ξεκάθαρα, ως γέννημα – θρέμμα Μακεδόνας: «Είναι μια εθνικά επιζήμια, κακή και στρατηγικά λάθος συμφωνία που δεν επιλύει αλλά περιπλέκει το πρόβλημα. Η αναγνώριση ‘‘ μακεδονικού ’’ έθνους και γλώσσας σημαίνει νομιμοποίηση του ‘‘αυτόνομου αλυτρωτικού μακεδονισμού ’’ ο οποίος μπορεί να γίνει εργαλείο όχι μόνο στα χέρια των Σκοπίων αλλά και τρίτων δυνάμεων που ασκούν διεκδικητική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα».

Εκλογές 1946. Μικροπωλητής κοιτάει προεκλογικές αφίσες

Σε κάθε περίπτωση, η Boulevard, μια πραγματικά ανεξάρτητη και ελεύθερη εφημερίδα, που κινείται στον χώρο του δημοκρατικού πατριωτισμού, δεν ενοχλείται ουδόλως από την διαφορετική άποψη όταν υποστηρίζεται με επιχειρήματα και με ήπιους τρόπους. Η διαφορετικότητα παράγει σκέψη και αυτό είναι που μας ενδιαφέρει ως εφημερίδα. Και δεν είναι λίγες οι φορές που η Boulevard παρουσίασε θέσεις με τις οποίες δεν ήταν καθόλου σύμφωνη, κι αυτό γιατί έτσι το επέβαλε –κατά τον Αλμπέρ Καμύ, η πραγματική ελευθερία. Ωστόσο θα πούμε και κάτι ακόμη για τον καθηγητή Δημήτρη Καιρίδη. Είναι ένας από τους λίγους εντός της ΝΔ που με την ιδεολογική του συγκρότηση, όπως διαπιστώθηκε από την συνέντευξή του, –είτε κάποιος συμφωνεί μαζί του είτε όχι- μπορεί να αναλύει ένα θέμα σε όλες του τις διαστάσεις. Κυρίως, έχει την ικανότητα να …τρέχει την σκέψη πολύ μακρύτερα από μια κλισέ επιχειρηματολογία, και την δυνατότητα να…ρίχνει την ματιά του πίσω από τις πολιτικές κουρτίνες. Και πιάνει…το τέρας από τα κέρατα. Στην άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε μαζί του, θα καταρρίψει την πεπατημένη άποψη για τον ΣΥΡΙΖΑ ως «Πρώτη φορά Αριστερά» και θα πει: «Υπάρχει πάντα το ιστορικό και πολιτικό ερώτημα τι ήταν η πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ». Προχωρώντας δε τον συλλογισμό του θα αποδώσει τα αίτια της χρεοκοπίας της Ελλάδος όχι στα αστικά κόμματα που κυβέρνησαν μέχρι το 2010, αλλά στην ίδια την Μεταπολιτευτική Αριστερά η οποία «άσκησε εξουσία σε κεντρικούς πυλώνες του πολιτικού συστήματος, Πανεπιστήμια, Συνδικαλισμός, Αυτοδιοίκηση. Το κυριότερο όμως όλων, είναι ότι άσκησε πολιτική ηγεμονία. Ο λαϊκισμός, ο κρατισμός, ο παρασιτισμός, βασικές παθογένειες της χρεοκοπίας και μεγάλα ιδεολογικά δόγματα της Μεταπολίτευσης ήταν τα βασικά ιδεολογικά προτάγματα της Αριστεράς». Στις ευθείες βολές του εναντίον του Αλέξη Τσίπρα, χαρακτηρίζει την κυβερνητική του πορεία ως πολιτική απάτη.

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί αναγνώστες, ο Δημήτρης Καιρίδης στην Boulevard.      

-Στις ευρωεκλογές ο λαός έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα στην κυβέρνηση. Τώρα, στις εθνικές εκλογές όπου τα κριτήρια θα είναι μάλλον διαφορετικά, γιατί οι πολίτες να ψηφίσουν ΝΔ και να της εμπιστευθούν την διακυβέρνηση της χώρας; Εκπροσωπεί το παλιό και είναι το κόμμα που οδήγησε τη χώρα στην χρεοκοπία, την κατηγορεί ο Σύριζα. Τι λέτε;

ΑΠ: Το διακύβευμα διακυβέρνησης της 7ης Ιουλίου δεν τίθεται με όρους νέου-παλιού. Πρώτον, διότι και οι δύο διεκδικητές έχουν ένσημα διακυβέρνησης. Δεύτερον, διότι, κρίνοντας επί της πολιτικής ουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε παλιότερος του παλιού. Αναπαρήγαγε όλες τις παθογένειες όλου του πολιτικού συστήματος, που ο ίδιος ονόμαζε παλιό, σε υπερθετικό βαθμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αποχωρεί με κρεσέντο πελατειασμού, έχοντας απωλέσει και τα τελευταία ίχνη ηθικού πλεονεκτήματος, που του είχαν απομείνει, όχι πλέον στην κοινωνία αλλά ακόμη και  στη συνείδηση των δικών του υποστηρικτών.

Έτσι, το διακύβευμα των εκλογών δεν αφορά τις επιδερμικές κατασκευές του ΣΥΡΙΖΑ, νέο – παλιό, στις οποίες ο ίδιος τώρα έχει παγιδευτεί. Αφορά ένα και μόνο κρίσιμο ζήτημα, το ποιος μπορεί να φέρει δυναμική ανάπτυξη στη χώρα. Είναι το κλειδί για την αλλαγή πορείας της Ελλάδας από τη στασιμότητα. Εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε. Το αίτημα της δυναμικής παραγωγικής ανάπτυξης εκκρεμεί από το 2015. Διότι η δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας είχε κριθεί θετικά το 2014 επί Σαμαρά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αναλαμβάνοντας την διακυβέρνηση, αντί να βάλλει το στοίχημα της ανάπτυξης περί άλλων τυχοδιωκτικών αυταπατών τύρβαζε. Ήθελε να εκβιάσει και να υποτάξει στην πολιτική του την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν πολιτικά ανώριμος. Αλλά και όταν έκανε τη στροφή, ασχολήθηκε και μόνο με την εξουσιαστική αναπαραγωγή του, αδυνατώντας για τα ουσιώδη και εξαπατώντας τους απελπισμένους πολίτες .

Αυτά ο κόσμος τα βίωσε και τα κατάλαβε σε μια πορεία πέντε σχεδόν χρόνων και δίνει απαντήσεις στην κάλπη. Σήμερα βλέπει ότι το σχέδιο της ΝΔ και η πολιτική αξιοπιστία  του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα στη χώρα, να παιχτεί με όρους επιτυχίας το κλειδί της ανάπτυξης και γι’ αυτό επιλέγει Πολιτική Αλλαγή.

-Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείτε, ότι η Αριστερά δεν έχει ευθύνη για την χρεοκοπία της χώρας καθώς ουδέποτε κυβέρνησε μέχρι το 2009. Η ευθύνη, νομίζω, «πέφτει» στα αστικά κόμματα που κυβέρνησαν μέχρι τότε. Το ερώτημά μου είναι εάν η ΝΔ έκανε την γενναία αυτοκριτική που επιβαλλόταν και εάν διορθώθηκε από τα λάθη της.

ΑΠ: Θα παραδεχθώ ότι η Αριστερά δεν είχε την κεντρική διακυβέρνηση της χώρας, αν και υπάρχει πάντα το ιστορικό και πολιτικό ερώτημα τι ήταν η πρώτη οκταετία ΠΑΣΟΚ. Σε κάθε περίπτωση, η Αριστερά άσκησε εξουσία σε κεντρικούς πυλώνες του πολιτικού συστήματος, Πανεπιστήμια, Συνδικαλισμός, Αυτοδιοίκηση. Το κυριότερο όμως όλων, είναι ότι άσκησε πολιτική ηγεμονία. Ο λαϊκισμός, ο κρατισμός, ο παρασιτισμός, βασικές παθογένειες της χρεοκοπίας και μεγάλα ιδεολογικά δόγματα της μεταπολίτευσης ήταν τα βασικά ιδεολογικά προτάγματα της Αριστεράς.

Θα σας το πω κι αλλιώς. Ένα έδιναν οι κυβερνήσεις τις μεταπολίτευσης, τρία ζητούσε η Αριστερά, ένα δανείζονταν οι κυβερνήσεις, τριπλάσια δανεικά και μάλιστα με αγωνιστικό τρόπο ήθελε η Αριστερά. Και μάλιστα καταγγέλλοντας ΕΟΚ και αγορές, που μας δάνειζαν.

Το πώς φτάσαμε λοιπόν στην χρεοκοπία είναι μια πολυεπίπεδη συνθήκη ευθυνών , που ο καθένας πρέπει να αναλάβει χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάκτυλο του. Η ΝΔ και αυτοκριτική έχει κάνει και πλήρωσε το πολιτικό τίμημα των λαθών της και δεν διστάζει να διορθώνει συνεχώς αρνητικές πλευρές της πολιτικής της. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι είναι ο μόνος κομματικός οργανισμός της μεταπολίτευσης, που επιβίωσε, ανασυγκροτήθηκε και προχωρά ανανεωμένος υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, μέσα από τους πολιτικούς σεισμούς της χρεοκοπίας της χώρας.   

-Προφανώς λάθη έγιναν και επί διακυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ, τόσο επί Ανδρέα Παπανδρέου όσο επί Κώστα Σημίτη. Θα ήθελα να μου προσδιορίσετε τα λάθη του ΠΑΣΟΚ αλλά και της ΝΔ.

ΑΠ: Η ΝΔ και αυτό, ήταν παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ποτέ δεν ήταν ισοπεδωτική και μηδενιστική του έργου των πολιτικών της αντιπάλων. Υπάρχει προσφορά από το ΠΑΣΟΚ στο δημοκρατικό και κοινωνικό επίπεδο επί Α. Παπανδρέου και στο ευρωπαϊκό επίπεδο επί Κ. Σημίτη. Όπως και το αντίθετο, τον λαϊκισμό και τον κρατισμό του ΑΠ και τα συστήματα διαφθοράς επί Κ.Σ τα βρήκε η χώρα μπροστά της. Για τη ΝΔ θα μου επιτρέψτε να πω ότι από την ίδρυση της έκανε τη σωτήρια επιλογή της ευρωπαϊκής ταυτότητας της χώρας . Όλοι μπορούμε να φανταστούμε που θα βρισκόταν η Ελλάδα σήμερα χωρίς αυτήν. Δεν θα διστάσω όμως να πω ότι κατά τη διακυβέρνηση μας, δείξαμε σημεία ατολμίας και στην καθυπόταξη του πελατειακού κράτους αλλά και στην ανάγκη φιλελευθεροποίησης της οικονομίας μας, κόντρα πολλές φορές και στην ιδεολογική μας ταυτότητα.    

-Λάθη έκανε και ο Αλέξης Τσίπρας. Άλλωστε τα παραδέχτηκε και ο ίδιος αποδίδοντας τα στις αυταπάτες που είχε. Αυτές οι αυταπάτες πόσο τελικά επιζήμιες ήταν για την Ελλάδα και τους Έλληνες;

ΑΠ: Οι αυταπάτες του κ. Τσίπρα δεν κοστολογούνται. Τα 100 δις. που λέει ο κ. Ρέκλιγκ είναι συντηρητικό νούμερο γιατί αποδίδει μόνο την χασούρα που προκύπτει από το κλείσιμο των τραπεζών, το κόστος του αχρείαστου μνημονίου Τσίπρα κλπ. Το κόστος της χαμένης ανάπτυξης, που γνώρισαν άλλες χώρες σε ανάλογη θέση, όπως η Κύπρος και η Πορτογαλία, πόσο κοστολογείται; Η ζημιά των αυταπατών λοιπόν, είναι απροσδιόριστη. Τα δίδακτρα εκμάθησης του κ. Τσίπρα ανυπολόγιστα.

-Αναγνωρίζετε κάποιες καλές προθέσεις στον Αλέξη Τσίπρα;

ΑΠ: Έχω κάθε καλή διάθεση, μα δεν μπορώ. Και να σας πω γιατί. Διότι μετά τις «αθώες» αυταπάτες ακολούθησαν οι κατ’ επανάληψιν πολιτικές απάτες.

-Στα 4,5 χρόνια που κυβερνά ο Σύριζα πείτε μου ένα καλό που έκανε για τον τόπο.

ΑΠ: Το «καλό» στον τόπο, που έκανε ο κ. Τσίπρας, προκύπτει εξ αντιδιαστολής. Βοήθησε τα μέγιστα να καταρριφθούν οι μέχρι σήμερα αυταπάτες της μεταπολίτευσης για το ηθικό και κοινωνικό πλεονέκτημα της αριστεράς. Οσονούπω, καταρρίπτεται και η αυταπάτη για το ποιος είναι προοδευτικός σ’ αυτόν τον τόπο. Είναι αυτό που λέω συχνά ότι πρέπει να ξαναγνωριστούμε.

-Πως θα χαρακτηρίζατε εν τέλει τον σημερινό πρωθυπουργό, ως έναν ιδεαλιστή της Αριστεράς ή ως έναν τυχοδιώκτη πολιτικό;

ΑΠ: Ιδεαλιστής ο πρωθυπουργός δεν μοιάζει. Διαθέτει μάλλον προσαρμοστικά έως χαμαιλεοντικά χαρακτηριστικά. Τώρα η ταυτοτική του πορεία, τουλάχιστον ως πρωθυπουργός, παρουσιάζει την εξέλιξη από τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό του 2015 στην πολιτική εξουσιομανία του 2019. Το στοιχείο μια στέρεης ιδεολογικής ταυτότητας διαρκώς απουσιάζει.

-Πιστεύεται ότι με την διακυβέρνηση Σύριζα απομυθοποιήθηκε η Αριστερά; Εν τέλει, χρειαζόταν ως «αναγκαίο κακό» να διακυβερνηθεί η Ελλάδα από την Αριστερά για να καταρρεύσει η ιδεολογική της επικυριαρχία από την Μεταπολίτευση και εντεύθεν;

ΑΠ: Η Αριστερά είναι σε διαρκή απομυθοποίηση παγκοσμίως, με ραγδαίο τρόπο από το 1990 που κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση και ο συνασπισμός της. Αυτό χρειαζόταν και ήταν ζήτημα χρόνου να γίνει και στην Ελλάδα. Η συγκυρία όμως της κρίσης και της χρεοκοπίας δεν ήταν ο κατάλληλος χρόνος. Θα ήθελα να επισυμβεί μέσα σε συνθήκες κανονικότητας για να μην επιβαρυνθεί η χώρα.

Με την ιστορία όμως δεν κλείνεις ραντεβού, παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα. Άλλωστε και η κατάρρευση των μύθων απαιτεί κρίσεις και καταρρεύσεις της πραγματικότητας που συντηρεί τους μύθους.-

-Όλα δείχνουν ό,τι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός. Αν και οι εκλογές είναι, όπως έλεγε ο παλιός ηγέτης του ΚΚΕ Χαρίλαος Φλωράκης, κάτι σαν την έγκυο γυναίκα, όπου κανείς δεν ξέρει εάν θα γεννηθεί αγόρι ή κορίτσι! Ποιο είναι το όραμα του; Πως θα επιτύχει; Πως θα καταφέρει να τσακίσει παθογένειες δεκαετιών; Και σας τα ερωτώ όλα αυτά γιατί ο πολύς κόσμος –δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα- λέει ό,τι «όλοι ίδιοι είναι» και πως κάθε φορά που αλλάζει πρωθυπουργός ό,τι «αλλάζει διαχειριστής».

ΑΠ: Ο κόσμος έχει κάθε δίκιο, ύστερα από τόσες περιπέτειες και χαμένες ευκαιρίες να προβληματίζεται και να  αμφιβάλλει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης όμως θα γίνει πρωθυπουργός, πάντα λαού θέλοντας, με δύο μεγάλα πλεονεκτήματα μέσα σε πλήθος δυσκολιών. Τα μεγάλα πλεονεκτήματα δεν έχουν διαβαστεί επαρκώς και η θετικότητα τους θα φανεί ξεκάθαρα στην πορεία. Πρώτον, είναι ο πιο μετρημένος, συνειδητοποιημένος και ρεαλιστής αρχηγός αντιπολίτευσης που θα αναλάβει την εξουσία. Δεν φορτώνει υποσχέσεις και παραμύθι όπως έκαναν οι μέχρι τώρα εν δυνάμει πρωθυπουργοί. Δεύτερον, είναι φιλελεύθερος θιασώτης και ταυτόχρονα γνώστης της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν θα μάθει τώρα για την ανάπτυξη, θα προχωρήσει να την κάνει πράξη. Απ’ αυτή την άποψη η ταυτότητα του αυριανού πρωθυπουργού συναντάται την καταλληλότερη πολιτική συγκυρία με το αναπτυξιακό ζητούμενο της χώρας. Ξέρει τις ελληνικές παθογένειες, δεν θα κάνει φροντιστήριο καταπολέμησης των αυταπατών. Το αν θα πετύχει και πόσο είναι συνάρτηση πολλών πραγμάτων και βοήθειας από την παράταξη και κυρίως συνδρομής από τον ελληνικό λαό. Σε κάθε περίπτωση, το εγχείρημα του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η καλύτερη ευκαιρία για την Ελλάδα να στρίψει κατεύθυνση με τιμόνι σταθερότητας και γνώσης. Το στοίχημα θα παιχτεί με πολλές πιθανότητες να κερδηθεί. 

-Προσωπικά δεν είμαι της απόψεως ό,τι ένας γόνος –εφόσον βέβαια το αξίζει και έχει τα προσόντα, δεν έχει το δικαίωμα να συνεχίσει της παράδοση της οικογενείας του. Είναι τελείως άδικο και ισοπεδωτικό αυτό. Και ιστορικά εάν το δούμε, πολλές μεγάλες οικογένειες με τους απογόνους τους προσέφεραν πάρα πολλά στην πατρίδα. Όμως, αρκετοί που δεν συμμερίζονται αυτή την άποψη, λένε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι η επιτομή της οικογενειοκρατίας. Εάν εκλεγεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η οικογένειά του θα έχει αναδείξει δύο πρωθυπουργούς, υπουργό και δύο δημάρχους. Τι απαντάτε;

ΑΠ: Πράγματι έχει έρθει η ώρα, πέραν των άλλων, να ωριμάσει και ο ιδεολογικός λόγος και ο πολιτικός διάλογος στην χώρα. Να ηττηθεί και να περιοριστεί με άλλα λόγια και ο ιδεολογικός και ο αισθητικός λαϊκισμός. Η υπερβολή της κενής γλώσσας, του δογματισμού και της ιδεοληψίας. Οι λέξεις πρέπει να ξαναβρούν το πραγματικό τους νόημα. Το θέμα δεν η καταγωγή και η προέλευση του πολιτικού. Το θέμα είναι η ανάξια εκμετάλλευση της καταγωγής. Αυτό είναι ο νεποτισμός.

Παραπέρα θα σας έλεγα ότι η πολιτική απαιτεί παραστάσεις και εμπειρίες. Δεν είναι θέμα πτυχίου. Βεβαίως και προσωπικής αίσθησης όσο και δεξιοτήτων. Είναι σημαντικό λοιπόν, να κρίνουμε την προσωπική πολιτική αξία και πράξη του πολιτικού και όχι την καταγωγή και την προέλευσή του.  

-Είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πολιτικός ευρύτερων οριζόντων όπως ο αείμνηστος πατέρας του; Στην περίπτωση που εκλεγεί αυτοδύναμος –πόσω μάλλον εάν όχι, θα επιδιώξει ευρύτερες συναινέσεις και συνεργασίες από τον χώρο του ΚΙΝΑΛ αλλά και του Σύριζα;

ΑΠ: Βλέπω ότι το γενετικό πολιτικό στοιχείο των ανοικτών πολιτικών οριζόντων και της ευρύτερης δημοκρατικής συνεννόησης να υπάρχει έντονα στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Από μια άποψη, φαίνεται να έχει εξελίξει προσωπικά πολύ περισσότερο την κουλτούρα του πλουραλισμού και της συνεννόησης. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ανύποπτο χρόνο μίλησε για συναινέσεις και συμπορεύσεις με ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Δεν είναι επίσης καθόλου τυχαίο ότι από την αρχή της ανάληψης της αρχηγίας του στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας επέβαλλε την ανάγκη του μετριοπαθούς, αντιδιχαστικού και αντιρεβανσιστικού λόγου.  

-Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι προδοτική και κατάπτυστη –όπως χαρακτηρίστηκε από πολλά στελέχη της ΝΔ, ή, απλώς επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα μας; Στην περίπτωση που η ΝΔ εκλεγεί κυβέρνηση πρόκειται να αλλάξει κάτι πάνω στο θέμα αυτό και στις σχέσεις της Ελλάδος με το γειτονικό κράτος;

ΑΠ: Η επίσημη θέση της ΝΔ ήταν ξεκάθαρη εξαρχής. Η  συμφωνία των Πρεσπών είναι μια εθνικά επιζήμια, κακή και στρατηγικά λάθος συμφωνία που δεν επιλύει αλλά περιπλέκει το πρόβλημα. Αποτελεί υποχώρηση από τη διαχρονική εθνική γραμμή η αναγνώριση από την κυβέρνηση Τσίπρα και ΣΥΡΙΖΑ, για πρώτη φορά, «μακεδονικού» έθνους και γλώσσας. Αυτό σημαίνει νομιμοποίηση  «του αυτόνομου αλυτρωτικού μακεδονισμού» και μπορεί να αποτελέσει τον ασκό του Αιόλου μεσο-μακροπρόθεσμα όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για τις μελλοντικές εξελίξεις  στη Βαλκανική. Ο «αυτόνομος μακεδονισμός» μπορεί να γίνει εργαλείο όχι μόνο στα χέρια των Σκοπίων αλλά και τρίτων δυνάμεων που ασκούν διεκδικητική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα. Αυτά δυστυχώς θα τα βρούμε μπροστά μας και μακάρι να διαψευστώ.  

Εμείς ως νέα κυβέρνηση θα πρέπει να δουλέψουμε εντατικά στην Ευρώπη, όπου ο βόρειος γείτονας μας θέλει να ενταχθεί, για να διαφυλάξουμε διπλωματικά, οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα και να αποτρέψουμε την αξιοποίηση και την υπόθαλψη κινήσεων κατά της χώρας. Η πολιτική καλής γειτονίας και ανάπτυξης των  διπλωματικών και εμπορικών σχέσεων είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και δεν μπορεί πλέον να ασκείται πρόχειρα, αφελώς και συγκυριακά. Πρέπει να ασκείται διορατικά με όρους εθνικού συμφέροντος, ασφάλειας και αποτροπής  και στα πλαίσια των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.

-Πως εκτιμάτε να εξελίσσονται οι σχέσεις μας με την Τουρκία; Φοβάστε «θερμό» επεισόδιο στο Αιγαίο;

ΑΠ: Όλοι αντιλαμβανόμαστε, κοινωνία και πολιτικό σύστημα,  ότι η σχέση μας με την Τουρκία, βρίσκεται στο κρισιμότερο σημείο μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Δεν έχει κανένα νόημα, λοιπόν, να πιθανολογούμε ή όχι το ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο. Για τον απλούστατο λόγο, ότι δεν μπορεί να υπάρξει πρόβλεψη. Το μόνο που μπορεί και πρέπει πλέον να υπάρξει είναι ετοιμότητα, όχι εφησυχασμός, πολιτική και κοινωνική ομοψυχία και αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών και ερεισμάτων της χώρας για μια ουσιαστική και εθνικά επωφελή αντιμετώπιση της κρίσης.

Φωτογραφίες: Γιάννης Μάνος